Σκοπός του άρθρου αυτού είναι η ολιστική εξέταση του τρόπου χρηματοδότησης και κατανομής των πόρων του συνταξιοδοτικού συστήματος στο σύνολό του και όχι η αμφισβήτηση κεκτημένων δικαιωμάτων οποιασδήποτε ομάδας εργαζομένων. Η διευκρίνιση αυτή είναι σημαντική γιατί η άσκηση κριτικής στο σύστημα, με κανένα τρόπο δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως «επίθεση» σε οποιαδήποτε ομάδα εργαζομένων αλλά να αναδείξει την ανισότητα μεταξύ των διαφορετικών ομάδων εργαζομένων και την βελτίωση των όρων για τις λιγότερο «ευεργετημένες» ομάδες στην προσπάθεια εξισορρόπησης και δημιουργίας συνθηκών κοινωνικής δικαιοσύνης. Βάση της προσέγγισης είναι η αρχή της ίσης και ισότιμης μεταχείρισης των εργαζομένων, σε ένα δίκαιο σύστημα όπου η ίδια εργασία θα πρέπει να πληρώνεται ισότιμα και να απολαμβάνει ίσων ωφελημάτων αλλά και να συμβάλλει ίσα και ισότιμα σε ένα συνταξιοδοτικό σύστημα.
Η συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση ευρίσκεται μετά από δεκαετίες στο στάδιο μελέτης, συζήτησης και διαβούλευσης. Το θέμα του συνταξιοδοτικού στην Κύπρο, παρουσιάζει σοβαρές ιδιαιτερότητες οι οποίες οδηγούν σε σοβαρές στρεβλώσεις την ουσία των οποίων κατά την άποψή μου, κανείς δεν έχει την βούληση να αγγίξει. Εκφράζοντας τονίζω την προσωπική μου άποψή, το συνταξιοδοτικό σύστημα, απέχει κατά πολύ από του να είναι δίκαιο, είναι δε η στρέβλωση αυτή, μια από τις συνιστώσες που δημιουργεί συνταξιούχους διαφορετικών κατηγοριών (θα τους ονόμαζα προνομιούχους και μη). Η διαφοροποίηση αυτή, δεν περιορίζεται αποκλειστικά και μόνον στους συνταξιούχους, αλλά επεκτείνεται και στην περίοδο εργασίας όπου οι εργαζόμενοι επίσης μπορούν να κατηγοριοποιηθούν. Αν δε οι στρεβλώσεις που δημιουργούνται στην περίοδο εργοδότησης του ατόμου (πριν καταστεί συνταξιούχος) δεν θεραπευθούν, θεωρώ ότι η όποια μεταρρύθμιση θα καταστεί και πάλι προβληματική με επέκταση και μεταφορά του προβλήματος στην περίοδο συνταξιοδότησης.
- Διαβάστε επίσης: Οικονομική ανάλυση της ιρανικής κρίσης: Η μετάβαση από την αρχική φάση κρίσης στη φάση παρατεταμένης γεωπολιτικής και οικονομικής αβεβαιότητας
Τίθεται επομένως θέμα δίκαιης και ισότιμης λειτουργίας της αγοράς εργασίας, δίκαιης, ίσης και ισότιμης συνεισφοράς στο συνταξιοδοτικό σύστημα, με απώτερο σκοπό την επίτευξη κοινωνικής δικαιοσύνης και ισότιμης εισφοράς αλλά και κατανομής των ωφελημάτων στους πολίτες. Στην ανάλυση αυτή, θα προχωρήσω σε μια σφαιρική προσέγγιση του συνταξιοδοτικού (η οποία πολύ πιθανόν να προκαλέσει), που καλύπτει τόσο τον ιδιωτικό τομέα όσο και τον δημόσιο. Η συζήτηση που βρίσκεται σε εξέλιξη για την συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, περιστρέφεται γύρω από το συνταξιοδοτικό σύστημα του ιδιωτικού τομέα, αφήνοντας εκτός το συνταξιοδοτικό του δημόσιου τομέα. Θεωρώ ότι σε ένα δημοκρατικό κράτος, στο οποίο οι πολίτες αντιμετωπίζονται ισότιμα και ισόνομα, επιβάλλεται να υπάρχει δίκαιη και ίση κατανομή των πόρων του κράτους. Δυστυχώς όπως εξηγώ και στην συνέχεια, βρισκόμαστε πολύ μακριά από μια τέτοια προσέγγιση. Το δε πολιτικό κόστος όπως πιθανόν και τα ίδια συμφέροντα, αφήνουν το προνομιούχο σύστημα συνταξιοδότησης του δημόσιου τομέα εκτός μιας ολιστικής συνταξιοδοτικής προσέγγισης-αναμόρφωσης με συνέπεια να εξετάζεται αποκλειστικά και μόνο το συνταξιοδοτικό σύστημα του ιδιωτικού τομέα.
Η ολιστική επομένως προσέγγιση που επιχειρώ, συμπεριλαμβάνει, σε μια γενική αναφορά, όλους τους διαθέσιμους πόρους, τον τρόπο χρησιμοποίησης αλλά και διάθεσής τους, όπως και τα ωφελήματα που προκύπτουν και που πιθανόν (πάντοτε κατά την δική μου άποψη) να συνιστούν ακόμη και άνιση εφαρμογή της Περί Φορολογίας του Εισοδήματος Νομοθεσίας. Πριν προχωρήσω στην ανάλυση του συνταξιοδοτικού του ιδιωτικού τομέα, θα αναφερθώ στην (προνομιακή σε σύγκριση με τον ιδιωτικό τομέα) διαχείριση του δημόσιου τομέα, όπως και τις βασικές πηγές χρηματοδότησής του.
Στον δημόσιο τομέα προσφέρονται συντάξεις όπως και χαριστική αποζημίωση (το γνωστό εφ’ άπαξ ποσό) κατά την συνταξιοδότηση. Η σύνταξη αφορά την δια βίου καταβολή σύνταξης σε υπηρετήσαντες στην Δημόσια Υπηρεσία, η οποία συνδυάζεται με τα έτη υπηρεσίας στο δημόσιο, αλλά πολύ περισσότερο με τον τελευταίο πριν από την συνταξιοδότηση μισθό και την θέση από την οποία το άτομο αφυπηρέτησε. Βλέπουμε δε σε πολλές περιπτώσεις προαγωγές μόλις πριν την αφυπηρέτηση οι οποίες οδηγούν σε υψηλότερα συνταξιοδοτικά ωφελήματα. Σημειώνεται ότι όλα όσα περιγράφονται εδώ είναι καθ’ όλα νόμιμα και θεσμοθετημένα και ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει το δεδομένο αυτό ή να επιχειρηματολογήσει στο αντίθετο, ούτε σκοπός είναι η διάβρωση του συστήματος, αλλά να καταδείξει τις ανισότητες και διαφορές που υφίστανται.
Ένα βασικό πρόβλημα που εντοπίζεται, φορά τους πόρους που διατίθενται για την υποστήριξη αυτού του συστήματος. Οι εργαζόμενοι στο δημόσιο δεν συμμετέχουν με το ανάλογο ύψος συνεισφορών σε συνάρτηση με το ύψος ωφελημάτων που προβλέπει το σύστημα συνταξιοδότησής τους (σε σύγκριση με την ανάλογη πολιτική που εφαρμόζεται στον ιδιωτικό τομέα). Επομένως οι πόροι που διατίθενται προέρχονται από τα έσοδα και τον δανεισμό του κράτους. Για σκοπούς σύγκρισης αν θεωρήσουμε ότι ένας εργαζόμενος στον ιδιωτικό τομέα θα απολάμβανε ισόποσης σύνταξης και «εφ’ άπαξ» ποσού κατά την αφυπηρέτηση, θα υποχρεούτο να συνεισφέρει ένα ποσό σε αντίστοιχο ταμείο ιδιωτικής ασφάλισης (ίσως σε αντίστοιχο ταμείο προνοίας μαζί με εισφορά του εργοδότη), που θα ανέρχετο σε ένα σημαντικό επιπρόσθετο ποσό του μισθού του. Το ποσό αυτό θα προερχόταν από τον μισθό ή θα προστίθετο σε αυτόν, επομένως ο μισθός αυξάνεται και το επιπρόσθετο ποσό καθίσταται φορολογητέο. Φυσικά μια τέτοια εισφορά πιθανόν να εκπίπτει του φορολογητέου εισοδήματος, όμως συνυπολογίζεται στον περιορισμό του 1/6 του εισοδήματος. Η αντίστοιχη διαφορά στην εισφορά μεταξύ των ιδιωτικών και των δημοσίων υπαλλήλων στο ταμείο συνταξιοδότησής τους, (εφ΄άπαξ ποσό και σύνταξη) για σκοπούς ίσης μεταχείρισης, θα έπρεπε, κατά την άποψή μου, να θεωρείται ως επιπρόσθετη αντιμισθία.
Προχωρώντας ένα βήμα πάρα πέρα, πιθανόν θα πρέπει να δούμε την πηγή χρηματοδότησης του κράτους για την υποστήριξη του συνταξιοδοτικού συστήματος του δημοσίου. Οι βασικές πηγές χρηματοδότησης είναι δύο. Η φορολογία και ο δανεισμός. Επομένως μέρος της είσπραξης φόρων (σημαντικό μέρος) διατίθεται για την υποστήριξη της ανελαστικής δαπάνης χρηματοδότησης του συνταξιοδοτικού του δημόσιου τομέα, όπως διατίθεται και μέρος του κρατικού δανεισμού. Αυτή την στιγμή το συσσωρευμένο χρέος του κράτους (ο δανεισμός δηλαδή του κράτους) από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΤΚΑ) ανέρχεται περίπου στα €12 δις με εξαιρετικά χαμηλό επιτόκιο. Αυτό αποστερεί, πέραν των άλλων, τους οποιουσδήποτε αντίστοιχους επενδυτικούς πόρους του ΤΚΑ από πιθανές επενδύσεις και φυσικά την αντίστοιχη μεγέθυνση του. Συμπερασματικά, θα μπορούσε να υποτεθεί ότι μέρος της ετήσιας ανελαστικής δαπάνης του συνταξιοδοτικού συστήματος του δημοσίου, υποστηρίζεται από σημαντικούς πόρους του ΤΚΑ οι οποίοι αποστερούν από το Ταμείο από την δυνατότητα αύξησης των πολύ χαμηλών συντάξεων των δικαιούχων του Ταμείου, από τις δικές τους εισφορές, οι οποίες επιπρόσθετα υπόκεινται σε μη αποδοτική διαχείριση (μηδενικό έως εξαιρετικά χαμηλό επιτόκιο δανεισμού προς το κράτος).
Συμπερασματικά, με την πιο πάνω ανάλυση, θεωρώ ότι η βάση επί της οποίας συζητείται η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού, είναι μονόπλευρη και μερική και οπωσδήποτε καθόλου ολιστική, εφ’ όσο αφήνει εκτός το δημόσιο και επικεντρώνεται στον ιδιωτικό τομέα. Δυστυχώς οι στρεβλώσεις διατηρούνται, μεγεθύνονται σε βάθος χρόνου (λαμβανομένης υπόψη της μεθόδου υπολογισμού της Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπροσαρμογής -ΑΤΑ), ουδόλως η μεταρρύθμιση κινείται προς ένα ισότιμο και δίκαιο ολιστικό επαναλαμβάνω συνταξιοδοτικό σύστημα. Η διόρθωση της στρέβλωσης δεν συνεπάγεται ούτε και παραπέμπει στην μείωση των δικαιωμάτων των εργαζομένων στο δημόσιο, αλλά αντίθετα την αναβάθμιση των δικαιωμάτων των εργαζομένων στον ιδιωτικό τομέα.
Η συζήτηση και η διαβούλευση που βρίσκονται σε εξέλιξη, αφορούν όπως τονίζεται, το συνταξιοδοτικό σύστημα του ιδιωτικού τομέα, το οποίο είναι αναντίλεκτα παραδεκτό ότι δεν έχει τύχει οποιασδήποτε αναθεώρησης για δεκαετίες. Το υπό αναθεώρηση συνταξιοδοτικό πλαίσιο, εδράζεται σε τέσσερις βασικούς πυλώνες. Το ΤΚΑ (1ος πυλώνας), τα Ταμεία Προνοίας (2ος πυλώνας), τις ιδιωτικές συνταξιοδοτικές παροχές (3ος πυλώνας) και τα μέτρα στήριξης ευάλωτων ομάδων («πυλώνας μηδέν»).
Τα βασικά ζητούμενα, όπως συζητείται σήμερα η μεταρρύθμιση, εστιάζονται κυρίως στην βιωσιμότητα του ΤΚΑ και στην βελτίωση του ύψους των χαμηλών συνάξεων και των χαμηλόμισθων του ιδιωτικού τομέα ενώ ταυτόχρονα βασικό χαρακτηριστικό του ΤΚΑ και γενικά του συστήματος, είναι η αυτοχρηματοδότησή του. Επομένως τόσο οι συνεισφορές στο ΤΚΑ όσο και η διαχείριση και οι πληρωμές από αυτό, θα πρέπει να είναι δίκαιες. Εδώ ο όρος «δίκαιες» ή «δικαιοσύνη» γενικά στην διαχείριση και ιδιαίτερα στις εισφορές και στις πληρωμές, πιθανόν να επιδέχονται διαφορετικών ερμηνειών.
Αν θέσουμε την όλη προσέγγιση στην αντίστοιχη βάση λειτουργίας ενός ιδιωτικού ασφαλιστικού ταμείου, όπου το ύψος των ατομικών ωφελημάτων αποτελεί ακριβή συνάρτηση του ύψους των αντίστοιχων ατομικών εισφορών, κατά αναλογία το ύψος των ατομικών πληρωμών και άλλων ωφελημάτων από το ΤΚΑ θα πρέπει να αποτελούν επίσης ακριβή συνάρτηση του ύψους των ατομικών εισφορών. Δηλαδή οι υψηλότερες εισφορές θα αντιστοιχούν σε υψηλότερα ωφελήματα.
Αν χρησιμοποιήσουμε μια προσέγγιση ευρύτερης κατανομής, με βάση μια ευρύτερη κοινωνική προσέγγιση των πόρων του Ταμείου, δηλαδή την κάλυψη ατόμων με μικρότερες εισφορές με τρόπο που να απολαμβάνουν υψηλότερα οφέλη, τότε υπεισέρχεται στην εξίσωση η ανακατανομή και ο τρόπος χρήσης των πόρων του Ταμείου. Σε αυτή την περίπτωση τίθεται το «θέμα της δικαιοσύνης», θέτουμε δηλαδή το ερώτημα του τι είναι δίκαιο και τι όχι; Δίκαιο θεωρείται να χρησιμοποιούνται οι υψηλότερες εισφορές στο Ταμείο για την κάλυψη ωφελημάτων που αντιστοιχούν σε χαμηλότερες εισφορές ή μηδενικές (όπως για παράδειγμα η πληρωμή συντάξεων σε οικοκυρές, όπου τίθεται επίσης το ερώτημα: υπεύθυνο για άσκηση της κοινωνικής πολιτικής αυτής είναι το κράτος ή οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα;); Σε αυτή την περίπτωση, ουσιαστικά χρησιμοποιούνται πόροι του Ταμείου για την κάλυψη κοινωνικής πολιτικής, για την οποία όμως υπεύθυνο είναι και θα πρέπει να είναι το ίδιο το κράτος. Μεταφέρεται δηλαδή το κόστος της άσκησης κοινωνικής πολιτικής στην συνεισφορά των εργαζομένων στο ΤΚΑ. Το επιπρόσθετο θέμα που προκύπτει σε τέτοια περίπτωση, είναι το κατά πόσο θα πρέπει η κοινωνική αυτή πολιτική να καλύπτεται από τους πόρους του Ταμείου, τις εισφορές δηλαδή των εργαζομένων που συνεισφέρουν στο Ταμείο και όχι από τους γενικότερους φορολογικούς πόρους του κράτους και τον κρατικό προϋπολογισμό (με δεδομένες μάλιστα τις διαφοροποιημένες εισφορές ιδιωτικού και δημόσιου τομέα στους πόρους του Ταμείου). Συμπερασματικά λοιπόν, τίθεται το δίλημμα ή ερώτημα: Ανταποδοτικότητα ή ανακατανομή των πόρων του ΤΚΑ;
Η βιωσιμότητα του ΤΚΑ αποτελεί την βασική προϋπόθεση ύπαρξης και συνέχισης του θεσμού. Δυστυχώς η μέχρι σήμερα χρήση του ή ίσως (θα μπορούσε να διατυπωθεί) η κατάχρηση των πόρων του από το κράτος για χρηματοδότηση με εξαιρετικά χαμηλό κόστος δανεισμού των κρατικών δαπανών, έχει φέρει το ΤΚΑ στην θέση να αποτελεί ένα από του βασικούς δανειστές του κράτους. Μόνο και μόνο για λόγους ορθής διακυβέρνησης, αυτό δεν θα έπρεπε με κανένα τρόπο να συμβεί. Ο διαχωρισμός και η ανεξαρτησία του ΤΚΑ από την απαγόρευση διαχείρισης και χρήσης του για δανεισμό από το κράτος, απαιτεί νομική ρύθμιση και κατοχύρωση. Παράλληλα, απαιτείται η θεσμοθέτηση ανεξάρτητης διαχείρισης του Ταμείου, με τρόπο που να διασφαλίζονται όλα τα πιο πάνω χαρακτηριστικά. Είναι δε σημαντικό να διασφαλιστεί νομοθετικά το ύψος των ωφελημάτων, έτσι που να διασφαλίζεται ταυτόχρονα η βιωσιμότητά του αλλά και η παροχή ωφελημάτων που να ανταποκρίνονται στις ανάγκες των δικαιούχων και αν εκπληρώνουν τους πραγματικούς σκοπούς σύστασης και λειτουργίας του.
Η περίπτωση του θεσμού των Ταμείων Προνοίας («2ος Πυλώνας»), κατά την άποψή μου θα πρέπει να τύχει ιδιαίτερου, διαφορετικού και σοβαρού χειρισμού από αυτή των συντάξεων, εφ’ όσο αποτελεί μεν συνταξιοδοτικό ωφέλημα, το οποίο όμως αφορά την πληρωμή ενός εφ’ άπαξ ποσού στον χρόνο συνταξιοδότησης του ατόμου. Ο τρόπος λειτουργίας των Ταμείων Προνοίας όπως εφαρμόζεται σήμερα, βασίζεται στις από κοινού εισφορές του εργοδοτούμενου («λογαριασμός Α») και του εργοδότη («λογαριασμός Β») συν τις αποδόσεις του Ταμείου, οι οποίες καθίστανται πληρωτέες, μερικώς ή ολικώς (μετά την πάροδο συγκεκριμένου χρόνου), στον δικαιούχο με την αποχώρησή του από το Ταμείο (είτε λόγω αφυπηρέτησης, είτε λόγω τερματισμού της εργοδότησης). Θεωρητικά τουλάχιστον, εφαρμόζεται ένα δίκαιο σύστημα με την έννοια του ότι τα ατομικά ωφελήματα αποτελούν άμεση συνάρτηση του ύψους των ατομικών εισφορών (εργοδοτούμενου/ και εργοδότη).
Σημαντικές παράμετροι στην μεταρρύθμιση είναι η επέκταση του θεσμού για κάλυψη όλων των εργαζομένων (η οριζόντια υποχρεωτική εφαρμογή του θεσμού), ο καθορισμός ελάχιστης (ποσοστιαίας επί του μισθού) συνεισφοράς των εργοδοτών στο Ταμείο, η δυνατότητα άμεσης (και υποχρεωτικής) μεταφοράς από ένα Ταμείο σε άλλο σε περίπτωση αλλαγής εργοδότη, η διαχείριση των Ταμείων με έμφαση στα κόστη διαχείρισης και απόδοσης. Σε περιπτώσεις όπου το μέγεθος των επιχειρήσεων δεν δικαιολογεί την δημιουργία ενός εταιρικού βιώσιμου ταμείου, να δημιουργηθεί η δυνατότητα «συνεργατικών» ταμείων με την συμμετοχή μικρών επιχειρήσεων. Στο εποπτικό πλαίσιο, παρ’ όλο που έχει πρόσφατα αυστηροποιηθεί, υπάρχουν δυνατότητες βελτίωσης ιδιαίτερα στους τομείς της διαχείρισης-κόστους, επενδύσεων και απόδοσης, διακυβέρνησης και διαφάνειας.
Η αναφορά στον «Πυλώνα Μηδέν», δηλαδή στα μέτρα κρατικής στήριξης στις ευάλωτες ομάδες, θεωρώ ότι απαιτείται να αποσυνδεθεί από το συνταξιοδοτικό πλαίσιο γιατί η ουσία του θέματος αφορά την άσκηση κοινωνικής πολιτικής από το ίδιο το κράτος και όχι την χρησιμοποίηση πόρων που προορίζονται για το συνταξιοδοτικό σύστημα για άσκηση κοινωνικής πολιτικής. Για σκοπούς άσκησης της σχετικής κρατικής κοινωνικής πολιτικής ίσως είναι χρήσιμη και σημαντική η σύσταση ειδικού ταμείου για τον σκοπό αυτό, τα έσοδα του οποίου όμως, απαιτείται να προέρχονται από τα γενικότερα φορολογικά ή/και άλλα έσοδα του κράτους (για παράδειγμα αν και εφ’ όσον στο μέλλον υπάρξουν έσοδα από την διαχείριση φυσικών πόρων). Σε σχέση όμως με το συνταξιοδοτικό, αυτό επιβάλλεται να αποσυνδεθεί από την όποια σχέση υπάρχει ή τείνει να δημιουργηθεί μεταξύ των δύο.
Η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη κοινωνική και οικονομική μεταρρύθμιση που αφορά όχι μόνο το παρόν αλλά τις επόμενες δεκαετίες. Για να καταστεί όμως μια πραγματική ουσιαστική μεταρρύθμιση και όχι απλά μια (ίσως μεγάλης κλίμακας) προσαρμογή του υφιστάμενου συστήματος, απαιτείται να εξεταστεί σφαιρικά, συνυπολογίζοντας το σύνολο των διαθέσιμων πόρων, των εισφορών και των ωφελημάτων που σχετίζονται με τη συνταξιοδότηση όλων των πολιτών ίσα και ισότιμα, ανεξαρτήτως τομέα απασχόλησης.
Η βιωσιμότητα του συστήματος είναι αναγκαία προϋπόθεση. Δεν είναι όμως η μόνη. Εξίσου σημαντικές είναι η διαφάνεια, η ισονομία και η αίσθηση δικαιοσύνης μεταξύ των γενεών και μεταξύ των διαφορετικών κατηγοριών εργαζομένων. Ένα σύστημα το οποίο χρηματοδοτείται από όλους πρέπει να είναι κατανοητό σε όλους και να αντιμετωπίζει όλους με τους ίδιους κανόνες.
*Οικονομολόγος/Οικονομετρητής
Τμήμα Λογιστικής, Οικονομικών και Χρηματοοικονομικής και Κέντρο Οικονομικών Μελετών
Πανεπιστήμιο Λευκωσίας.







