Κάθε χρόνο η Κύπρος επενδύει στην εκπαίδευση χιλιάδων νέων ανθρώπων. Κάθε χρόνο, όμως, πολλοί από τους καλύτερους επιλέγουν να αναζητήσουν το μέλλον τους στο εξωτερικό. Το πιο ανησυχητικό δεν είναι ότι φεύγουν. Το πιο ανησυχητικό είναι ότι αρχίσαμε να το θεωρούμε φυσιολογικό.
Ως δικηγόρος, έχω την ευκαιρία να συνομιλώ καθημερινά με επιχειρηματίες, επενδυτές, νέους επαγγελματίες και οικογένειες που αγωνιούν για το μέλλον των παιδιών τους. Η εικόνα είναι ξεκάθαρη: η Κύπρος δεν στερείται ταλέντου. Διαθέτει νέους με γνώσεις, φιλοδοξίες, ικανότητες και δημιουργικότητα. Αυτό που χρειάζεται είναι ένα περιβάλλον που να τους δίνει πραγματικούς λόγους να μείνουν, να δημιουργήσουν και να εξελιχθούν εδώ.
Η συζήτηση για το λεγόμενο brain drain δεν είναι νέα. Για χρόνια μιλούμε για νέους επιστήμονες, επαγγελματίες και αποφοίτους που εγκαταλείπουν την Κύπρο αναζητώντας καλύτερες ευκαιρίες στο εξωτερικό.
Τα τελευταία χρόνια έγιναν θετικά βήματα. Η πολιτεία έχει προχωρήσει με πρωτοβουλίες για την προσέλκυση και τον επαναπατρισμό ταλέντου, όπως το σχέδιο Brain Gain / Minds in Cyprus, το οποίο περιλαμβάνει φορολογικά κίνητρα, δράσεις ενημέρωσης της κυπριακής διασποράς και πλατφόρμα διασύνδεσης επαγγελματιών με ευκαιρίες στην Κύπρο. Σύμφωνα με τις διαθέσιμες δημόσιες πληροφορίες, τα ενισχυμένα φορολογικά κίνητρα εγκρίθηκαν από τη Βουλή στις 26 Φεβρουαρίου 2026, ενώ το σχέδιο περιλαμβάνει και ηλεκτρονική πλατφόρμα ενημέρωσης και αντιστοίχισης θέσεων εργασίας με ταλέντο.
Αυτό είναι ασφαλώς ένα θετικό βήμα. Όμως δεν αρκεί.
Η πραγματική επιτυχία δεν θα μετρηθεί μόνο από το πόσοι νέοι θα επιστρέψουν στην Κύπρο. Θα μετρηθεί κυρίως από το πόσοι νέοι δεν θα αισθανθούν ποτέ την ανάγκη να φύγουν.
Η καλύτερη πολιτική επαναπατρισμού ταλέντου είναι να δημιουργήσουμε τις συνθήκες ώστε το ταλέντο να μπορεί να μείνει, να αναπτυχθεί και να προοδεύσει στον τόπο του.
Σε έναν κόσμο που αλλάζει με πρωτοφανή ταχύτητα, η ισχύς μιας χώρας δεν καθορίζεται μόνο από το μέγεθός της, τις υποδομές της ή τους οικονομικούς της δείκτες. Καθορίζεται κυρίως από τους ανθρώπους της.
Η τεχνητή νοημοσύνη, η τεχνολογία, η καινοτομία και οι νέες μορφές εργασίας αναδιαμορφώνουν ήδη την παγκόσμια οικονομία. Οι χώρες που θα ξεχωρίσουν δεν θα είναι εκείνες που απλώς θα παρακολουθούν τις εξελίξεις. Θα είναι εκείνες που θα προετοιμάσουν τους νέους τους για να πρωταγωνιστήσουν σε αυτές.
Την ίδια στιγμή, η συζήτηση για την εκπαίδευση στην Κύπρο δεν μπορεί να αγνοεί ένα θεμελιώδες ζήτημα: την ισότητα των ευκαιριών.
Η εκπαίδευση δεν πρέπει να δημιουργεί μαθητές δύο ταχυτήτων. Είτε ένα παιδί φοιτά σε δημόσιο είτε σε ιδιωτικό σχολείο, η πολιτεία οφείλει να διασφαλίζει δίκαιη και ισότιμη πρόσβαση στις ευκαιρίες που θα καθορίσουν το μέλλον του.
Δεν είναι ζήτημα υπέρ του ενός ή του άλλου εκπαιδευτικού μοντέλου. Είναι ζήτημα αρχής. Η αξιοκρατία δεν είναι προνόμιο. Είναι θεμελιώδης αρχή ενός σύγχρονου κράτους δικαίου.
Πέντε προτάσεις για το μέλλον
Πρώτον, να εντάξουμε ουσιαστικά την τεχνητή νοημοσύνη, τον ψηφιακό γραμματισμό και τις τεχνολογικές δεξιότητες σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης. Δεν μπορούμε να προετοιμάζουμε τα παιδιά μας για τα επαγγέλματα του χθες, όταν η αγορά εργασίας του αύριο ήδη διαμορφώνεται.
Δεύτερον, να διασφαλίσουμε ότι κάθε μαθητής, ανεξαρτήτως σχολείου φοίτησης, θα έχει ισότιμη δυνατότητα διεκδίκησης μιας θέσης στην τριτοβάθμια εκπαίδευση μέσα από διαφανείς, αντικειμενικές και δίκαιες διαδικασίες. Η πρόσβαση στην ευκαιρία δεν πρέπει να εξαρτάται από το εκπαιδευτικό μονοπάτι που ακολούθησε ένα παιδί.
Τρίτον, να συνδέσουμε ουσιαστικά τα σχολεία και τα πανεπιστήμια με την αγορά εργασίας. Οι νέοι χρειάζονται γνώσεις, αλλά χρειάζονται και εμπειρίες. Χρειάζονται επαφή με επιχειρήσεις, επαγγελματικούς φορείς, καινοτόμες εταιρείες και πραγματικές συνθήκες εργασίας.
Τέταρτον, να αξιολογούμε διαρκώς την αποτελεσματικότητα των μέτρων για την προσέλκυση και επιστροφή ταλέντου. Τα φορολογικά κίνητρα και οι πλατφόρμες ενημέρωσης είναι χρήσιμα εργαλεία, αλλά οι πολιτικές πρέπει να κρίνονται από τα αποτελέσματά τους: πόσοι επιστρέφουν, πόσοι παραμένουν, σε ποιους τομείς υπάρχουν κενά και ποιες συνθήκες χρειάζονται για να ριζώσουν ξανά στην Κύπρο.
Πέμπτον, να διαμορφώσουμε μια πραγματική εθνική στρατηγική δεξιοτήτων, που θα συνδέει την εκπαίδευση, την οικονομία, την αγορά εργασίας και τις ανάγκες της επόμενης δεκαετίας. Δεν χρειαζόμαστε αποσπασματικές παρεμβάσεις. Χρειαζόμαστε συνέχεια, συντονισμό και μετρήσιμους στόχους.
Οι νέοι της Κύπρου δεν ζητούν ειδική μεταχείριση. Δεν ζητούν προνόμια.
Ζητούν να γνωρίζουν ότι η προσπάθεια, το ταλέντο και οι ικανότητές τους θα ανταμειφθούν. Ζητούν ένα σύστημα που να τους επιτρέπει να ονειρεύονται, να δημιουργούν και να πετυχαίνουν χωρίς να χρειάζεται να εγκαταλείπουν τον τόπο τους.
Η πραγματική πρόκληση για την Κύπρο δεν είναι μόνο να εκπαιδεύσει τους νέους της.
Η πραγματική πρόκληση είναι να τους πείσει ότι αξίζει να μείνουν.
Και αυτό δεν θα επιτευχθεί μόνο με εξαγγελίες ή μεμονωμένα κίνητρα. Θα επιτευχθεί όταν δημιουργήσουμε ένα κράτος που λειτουργεί με αξιοκρατία, μια εκπαίδευση που προετοιμάζει για το μέλλον και μια οικονομία που δίνει πραγματικές προοπτικές.
Αν θέλουμε μια πιο ανταγωνιστική, πιο δίκαιη και πιο σύγχρονη Κύπρο, τότε η συζήτηση πρέπει να ξεκινήσει από την εκπαίδευση και να καταλήξει στις δεξιότητες, στην αξιοκρατία και στις ευκαιρίες.
Γιατί στο τέλος της ημέρας, το μέλλον της χώρας μας δεν θα κριθεί από τα κτίρια που θα ανεγείρουμε ούτε από τους αριθμούς που θα ανακοινώνουμε.
Θα κριθεί από το αν δώσουμε στους νέους μας έναν λόγο να πιστέψουν ότι το μέλλον τους βρίσκεται εδώ.
*Senior Partner, Michael Kyprianou Law Firm







