Ρωτήστε σε μια τακτική συνεδρίαση του διοικητικού συμβουλίου σας: «Πού χρησιμοποιείται σήμερα η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) στον οργανισμό μας;» Στις περισσότερες κυπριακές επιχειρήσεις, κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με βεβαιότητα.
Και όμως η απάντηση είναι: παντού. Στελέχη χρησιμοποιούν ChatGPT, Copilot και άλλα μεγάλα γλωσσικά μοντέλα (LLM) για ηλεκτρονική αλληλογραφία (emails), προσφορές και εκθέσεις. Το μάρκετινγκ παράγει περιεχόμενο με εργαλεία που κανείς δεν έχει εγκρίνει. Τμήματα τρέχουν αποσπασματικά πιλοτικά χωρίς κοινό πλαίσιο. Ευαίσθητα δεδομένα πελατών περνούν σε εξωτερικά συστήματα και γενικά σε πλατφόρμες γενετικής τεχνητής νοημοσύνης, χωρίς πολιτική και κανόνες. Το φαινόμενο έχει όνομα: shadow AI. Και δεν είναι μελλοντικός κίνδυνος. Είναι η σημερινή πραγματικότητα.
Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι εργαζόμενοι χρησιμοποιούν Τεχνητή Νοημοσύνη. Το πρόβλημα είναι ότι κανείς δεν είναι ιδιοκτήτης του θέματος. Ό,τι δεν έχει ιδιοκτήτη, δεν έχει ούτε στρατηγική, ούτε έλεγχο, ούτε μετρήσιμη απόδοση.
Μέχρι πρόσφατα, η ανεξέλεγκτη χρήση ΤΝ ήταν απλώς κακή πρακτική. Πλέον είναι κανονιστικό ζήτημα. Ο ευρωπαϊκός κανονισμός για την Τεχνητή Νοημοσύνη (EU AI Act) βρίσκεται σε ισχύ και οι υποχρεώσεις του εφαρμόζονται σταδιακά σε κάθε οργανισμό που αναπτύσσει, διαθέτει ή χρησιμοποιεί συστήματα ΤΝ στην Ευρωπαϊκή Ένωση, άρα και στην Κύπρο. Κάθε σύστημα πρέπει να ταξινομηθεί ανά επίπεδο κινδύνου. Το προσωπικό που χρησιμοποιεί ΤΝ πρέπει να διαθέτει τεκμηριωμένο επίπεδο γνώσης. Για συστήματα υψηλού κινδύνου απαιτούνται μηχανισμοί ανθρώπινης εποπτείας. Και οι κυρώσεις φτάνουν έως 35 εκατομμύρια ευρώ ή έως το 7% του παγκόσμιου κύκλου εργασιών.
Το κρίσιμο ερώτημα για ένα κυπριακό διοικητικό συμβούλιο δεν είναι πλέον «χρησιμοποιούμε Τεχνητή Νοημοσύνη;». Είναι: «ποιος λογοδοτεί στο Διοικητικό Συμβούλιο ότι τα συστήματα ΤΝ χρησιμοποιούνται νόμιμα, με ασφάλεια και αποδοτικά;»
Εδώ αναδεικνύεται ένας ρόλος που στο εξωτερικό εδραιώνεται ταχύτατα: ο Chief AI Officer (CAIO). Ο CAIO είναι το στέλεχος που κατέχει τη στρατηγική, τη διακυβέρνηση και την απόδοση της Τεχνητής Νοημοσύνης σε επίπεδο οργανισμού. Στην πράξη, ο CAIO αναλαμβάνει πέντε κρίσιμες εκτελεστικές ευθύνες:
• καθορίζει τις επιχειρησιακές προτεραιότητες της ΤΝ, εστιάζοντας στις εφαρμογές με τη μεγαλύτερη επιχειρησιακή αξία και απόδοση επένδυσης (ROI)
• διαμορφώνει το πλαίσιο διακυβέρνησης της ΤΝ, διασφαλίζοντας τη συμμόρφωση με τον EU AI Act και τις πολιτικές του οργανισμού
• αξιολογεί ανεξάρτητα τεχνολογίες, προμηθευτές και επενδύσεις, με γνώμονα την αξία, τον κίνδυνο και τη βιωσιμότητα
• αναπτύσσει τις δεξιότητες του ανθρώπινου δυναμικού ώστε η υιοθέτηση της ΤΝ να είναι ασφαλής, υπεύθυνη και παραγωγική
• λογοδοτεί τακτικά στο Διοικητικό Συμβούλιο για την πρόοδο, τους κινδύνους, τη συμμόρφωση και τη μετρήσιμη επιχειρησιακή αξία της ΤΝ
Εξίσου σημαντικό είναι τι δεν είναι ο CAIO: δεν είναι ο «τεχνολόγος με το νεότερο εργαλείο», δεν είναι μετονομασμένος IT manager, και δεν είναι εξωτερικός ομιλητής που εμπνέει χωρίς να αναλαμβάνει ευθύνη. Είναι ο ρόλος του εκτελεστικού ελέγχου, με την ίδια λογική που ο CFO ελέγχει τα οικονομικά.
Μια πλήρης πρόσληψη Chief AI Officer συνεπάγεται εξαψήφιο ετήσιο κόστος στην κυπριακή αγορά και τα στελέχη που συνδυάζουν πραγματικό τεχνολογικό βάθος με εμπειρία διοίκησης είναι ελάχιστα. Για οργανισμούς με ΤΝ στον πυρήνα του προϊόντος τους, η επένδυση δικαιολογείται. Για την πλειονότητα των κυπριακών επιχειρήσεων των 30 έως 500 εργαζομένων, δεν δικαιολογείται. Το εναλλακτικό μοντέλο είναι ο Fractional CAIO: ένα έμπειρο στέλεχος που αναλαμβάνει τον ρόλο σε βάση συνεργασίας, σε κλάσμα του κόστους μιας πλήρους πρόσληψης, με άμεση έναρξη. Ο οργανισμός αποκτά την ιδιοκτησία, τη διακυβέρνηση και τη λογοδοσία που απαιτεί ο νόμος και η αγορά στο μέγεθος που πραγματικά χρειάζεται.
Πριν εγκρίνει τον επόμενο προϋπολογισμό Τεχνητής Νοημοσύνης, κάθε διοικητικό συμβούλιο οφείλει να θέσει πέντε ερωτήσεις. Πρώτο: ποιος είναι ο ιδιοκτήτης του θέματος: ένα συγκεκριμένο στέλεχος που λογοδοτεί στο ΔΣ, όχι μια επιτροπή. Αν η απάντηση είναι «όλοι λίγο», στην πράξη η απάντηση είναι «κανείς». Δεύτερο: πού χρησιμοποιείται ήδη η ΤΝ στον οργανισμό, συμπεριλαμβανομένης της ανεπίσημης χρήσης. Τρίτο: ποια είναι η έκθεσή μας στον EU AI Act, με ταξινόμηση κινδύνου ανά σύστημα. Τέταρτο: πώς μετράμε την απόδοση (KPIs): ώρες που εξοικονομούνται, ποιότητα, κόστος ανά διαδικασία, όχι «αίσθηση καινοτομίας». Πέμπτο: είναι το προσωπικό μας έτοιμο να χρησιμοποιεί ορθά και με ασφάλεια την ΤΝ, με τεκμηριωμένο πρόγραμμα εκπαίδευσης;
Αν το διοικητικό συμβούλιο δεν μπορεί να πάρει καθαρές απαντήσεις σε αυτές τις πέντε ερωτήσεις, ο οργανισμός δεν έχει πρόβλημα τεχνολογίας. Έχει πρόβλημα ιδιοκτησίας.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη θα κρίνει την ανταγωνιστικότητα των κυπριακών επιχειρήσεων την επόμενη πενταετία: αυτό δεν είναι πρόβλεψη, είναι ήδη σε εξέλιξη. Οι οργανισμοί που θα κερδίσουν δεν θα είναι απαραίτητα αυτοί με τα περισσότερα εργαλεία. Θα είναι αυτοί που έβαλαν πρώτοι σαφή εκτελεστική ιδιοκτησία: στρατηγική, διακυβέρνηση, μέτρηση, εκπαίδευση.
Το ρίσκο δεν είναι η Τεχνητή Νοημοσύνη.
Το ρίσκο είναι η Τεχνητή Νοημοσύνη χωρίς ιδιοκτήτη.
*Ο Δρ. Γιώργος Μέλιλλος είναι AI Strategy & CAIO Advisor και Associate Professor. Βοηθά διοικητικά συμβούλια και ανώτατα στελέχη να μετατρέπουν την Τεχνητή Νοημοσύνη σε μετρήσιμη επιχειρησιακή αξία, με έμφαση στη στρατηγική, τη διακυβέρνηση και τη συμμόρφωση. Περισσότερα: melillos.eu







