Οι συνεχιζόμενες γεωπολιτικές εξελίξεις έχουν ρίξει βαριά σκιά στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές, με τους φόβους να αυξάνονται για τον αντίκτυπο της σύγκρουσης και για το τι μπορεί να ακολουθήσει, σύμφωνα με τα όσα ανέφερε στο CBN ο Φάνος Βλαδιμήρου, CFA και Senior Investment Specialist στην Athlos Capital.
Όπως σημείωσε, «κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου, οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ εξαπέλυσαν πλήγματα κατά του Ιράν, πυροδοτώντας μια ταχέως κλιμακούμενη σύγκρουση σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή και προκαλώντας έντονη αντίδραση στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές αγορές».
Παρατηρώντας τις κινήσεις των αγορών, ο κ. Βλαδιμήρου ανέφερε ότι «τη Δευτέρα 2 Μαρτίου, οι αγορές κινήθηκαν επιθετικά σε “risk-off” καθεστώς».
Εξήγησε ότι «συγκεκριμένα, ο STOXX Europe 600 άνοιξε με απότομη πτώση, καταγράφοντας απώλειες περίπου 4,5%, ενώ και ο S&P 500 σημείωσε σημαντικές απώλειες, υποχωρώντας περίπου κατά 2,5%».
Ο κ. Βλαδιμήρου επισήμανε επίσης ότι «ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι ακόμη και τα κρατικά ομόλογα, τα οποία συνήθως λειτουργούν ως “ασφαλή καταφύγια” σε περιόδους αναταραχής στις αγορές, δέχθηκαν πιέσεις. Σε περιβάλλοντα risk-off, η ζήτηση για κρατικά ομόλογα συνήθως αυξάνεται, οδηγώντας τις τιμές υψηλότερα και τις αποδόσεις χαμηλότερα.
Ωστόσο, αυτή τη φορά υποχώρησαν και τα κρατικά ομόλογα, καθώς οι τιμές του πετρελαίου (+17%) και του φυσικού αερίου εκτινάχθηκαν, αντανακλώντας τους φόβους ότι η κίνηση δεξαμενόπλοιων μέσω των Στενών του Ορμούζ — ενός κρίσιμου θαλάσσιου περάσματος από το οποίο διέρχεται περίπου το 20% της παγκόσμιας προσφοράς πετρελαίου και LNG — θα μπορούσε να διαταραχθεί».
Σύμφωνα με τον ειδικό, «μια τέτοια διαταραχή θα μπορούσε να δημιουργήσει σημαντικές πληθωριστικές πιέσεις, ενδεχομένως αναγκάζοντας τις κεντρικές τράπεζες να διατηρήσουν τα επιτόκια σε υψηλά επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Σε ένα τέτοιο σενάριο, οι προσδοκίες για μειώσεις επιτοκίων από τη Federal Reserve θα μπορούσαν να περιοριστούν, ενώ στην ευρωζώνη οι αγορές θα μπορούσαν να αρχίσουν να λαμβάνουν υπόψη το ενδεχόμενο αυξήσεων επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα».
Όπως εξήγησε ο κ. Βλαδιμήρου, «στις αγορές συναλλάγματος, το δολάριο ΗΠΑ αναδείχθηκε ως ο βασικός ωφελημένος, καθώς αυξήθηκε η ζήτηση για “ασφαλή” περιουσιακά στοιχεία. Η ισοτιμία EUR/USD υποχώρησε απότομα περίπου στο 1,1550, από περίπου 1,18 προηγουμένως».
Ωστόσο, οι αγορές ανέκαμψαν κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης στις Ηνωμένες Πολιτείες, ιδιαίτερα μετά τη δήλωση του Προέδρου των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ ότι οι ΗΠΑ θα παρέχουν ασφαλιστική στήριξη για τη ναυσιπλοΐα, συμπεριλαμβανομένων των πλοίων που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ. Η ανακοίνωση αυτή συνέβαλε στην εκτόνωση των ανησυχιών σχετικά με πιθανές διαταραχές στις παγκόσμιες ενεργειακές μεταφορές.
Όπως επισήμανε επίσης, «το κλίμα στις αγορές βελτιώθηκε περαιτέρω την Τετάρτη 4 Μαρτίου, με μια “risk-on” ανάκαμψη που τροφοδοτήθηκε από αναφορές ότι Ιρανοί αξιωματούχοι προσέγγισαν τις Ηνωμένες Πολιτείες για πιθανές διαπραγματεύσεις, ενισχύοντας τις ελπίδες ότι η σύγκρουση θα μπορούσε τελικά να αποκλιμακωθεί. Την Πέμπτη 5 Μαρτίου, οι αγορές αντέδρασαν θετικά σε δηλώσεις του Υφυπουργού Εξωτερικών του Ιράν, ο οποίος ανέφερε ότι το Ιράν ενδέχεται να είναι διατεθειμένο να εγκαταλείψει το πυρηνικό του πρόγραμμα, εφόσον οι Ηνωμένες Πολιτείες παρουσιάσουν μια ικανοποιητική εναλλακτική πρόταση».
Τι αναμένεται στη συνέχεια
Σύμφωνα με τον ειδικό, «τελικά, η πορεία των παγκόσμιων αγορών θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια και την κλίμακα της σύγκρουσης. Εάν η αντιπαράθεση αποδειχθεί σύντομη, οι αγορές θα μπορούσαν να ανακάμψουν σχετικά γρήγορα. Εάν το Ιράν είναι πράγματι πρόθυμο να εμπλακεί σε διαπραγματεύσεις με τις Ηνωμένες Πολιτείες και να παρουσιάσει προτάσεις που θα ικανοποιούν τόσο τις ΗΠΑ όσο και το Ισραήλ, οδηγώντας σε αποκλιμάκωση, οι χρηματοπιστωτικές αγορές πιθανότατα θα ανακάμψουν γρήγορα καθώς θα υποχωρήσουν τα γεωπολιτικά risk premiums».
«Από στρατηγική σκοπιά», συνέχισε ο κ. Βλαδιμήρου, «ένα σενάριο σύντομης σύγκρουσης θα μπορούσε να περιλαμβάνει δύο βασικούς στόχους από πλευράς Ηνωμένων Πολιτειών και Ισραήλ. Ο πρώτος θα ήταν η εξουδετέρωση των δυνατοτήτων εκτόξευσης πυραύλων του Ιράν, μειώνοντας έτσι την απειλή για αμερικανικές βάσεις και περιφερειακούς συμμάχους. Ο δεύτερος θα ήταν η εξουδετέρωση των ναυτικών δυνατοτήτων του Ιράν, ώστε να διασφαλιστεί η απρόσκοπτη διέλευση εμπορικών πλοίων μέσω των Στενών του Ορμούζ».
Συνέχισε σημειώνοντας ότι «εάν αυτοί οι στόχοι επιτευχθούν, οι Ηνωμένες Πολιτείες θα μπορούσαν ενδεχομένως να εισέλθουν σε διαπραγματεύσεις από ισχυρότερη θέση, με στόχο μια ανανεωμένη πυρηνική συμφωνία με το Ιράν».
«Σε πιο μακροπρόθεσμο ορίζοντα, είναι επίσης πιθανό οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ να στηρίξουν εσωτερικές αντιπολιτευτικές ομάδες σε μια προσπάθεια να ενθαρρύνουν πολιτική αλλαγή στο Ιράν.
Ωστόσο, εάν η σύγκρουση κλιμακωθεί περαιτέρω και τα Στενά του Ορμούζ κλείσουν, οι συνέπειες για τις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές θα μπορούσαν να είναι σοβαρές. Οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου θα μπορούσαν να εκτοξευθούν δραματικά, με ορισμένα ακραία σενάρια να κάνουν λόγο για αυξήσεις άνω του 100%. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο πιθανότατα θα προκαλούσε απότομη άνοδο του πληθωρισμού και σημαντικές πτώσεις στις παγκόσμιες αγορές μετοχών και ομολόγων», επισήμανε ο Βλαδιμήρου.
«Όσον αφορά την Κύπρο», συνέχισε «ο πόλεμος αυτός αναδεικνύει για ακόμη μία φορά ότι η γεωπολιτική θέση της χώρας αποτελεί ταυτόχρονα ευλογία και πρόκληση. Από τη μία πλευρά, η αστάθεια στη Μέση Ανατολή μπορεί να έχει σημαντικό αρνητικό αντίκτυπο στην κυπριακή οικονομία, ιδιαίτερα μέσω καναλιών όπως ο τουρισμός, οι εισροές ξένων κεφαλαίων και οι εισαγωγές ενέργειας. Από την άλλη πλευρά, η κατάσταση υπογραμμίζει τη στρατηγική σημασία της Κύπρου στην περιοχή, ενισχύοντας τον ρόλο της ως βασικού μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η συντονισμένη αντίδραση αρκετών χωρών της ΕΕ, μεταξύ των οποίων η Ελλάδα, η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία και άλλες, οι οποίες ανακοίνωσαν σχέδια για ανάπτυξη ναυτικών και αεροπορικών στρατιωτικών μέσων προς στήριξη της ασφάλειας της Κύπρου, στέλνει ένα ισχυρό μήνυμα περιφερειακής συνεργασίας και στρατηγικής σύμπλευσης».







