Ας φανταστούμε ένα σακάκι έξυπνα σχεδιασμένο ώστε να προσαρμόζεται σε διαφορετικές περιστάσεις: να μας ταιριάζει είτε πάρουμε είτε χάσουμε βάρος, να φοριέται τόσο σε μια καθημερινή όσο και σε μια πιο επίσημη περίσταση, τον χειμώνα αλλά και την άνοιξη. Αντί για πολλά διαφορετικά σακάκια, θα αρκούσε ένα και μόνο, ικανό να προσαρμόζεται σε όλες αυτές τις περιστάσεις.
Με την ίδια λογική θα μπορούσε -και θα έπρεπε- να σχεδιάζεται και η κατοικία. Ωστόσο, η συντριπτική πλειοψηφία των κατοικιών εξακολουθεί να σχεδιάζεται για ένα μόνο, σταθερό τύπο νοικοκυριού, αγνοώντας ότι τα νοικοκυριά μεταβάλλονται στον χρόνο.
Η δημόσια συζήτηση για το στεγαστικό περιστρέφεται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από αριθμούς: 250.000 νέες κατοικίες τον χρόνο, ένα εκατομμύριο μέχρι το 2030... Η συλλογιστική μοιάζει απλή: το πρόβλημα της έλλειψης κατοικιών οφείλεται στην ανεπαρκή προσφορά· άρα η λύση είναι να χτίσουμε περισσότερα και ταχύτερα. Κι αν το πρόβλημα βρίσκεται αλλού, και η στεγαστική κρίση δεν είναι μόνο ζήτημα ποσότητας, αλλά και ζήτημα σχεδιασμού;
Όλο και περισσότερο, η κατοικία αντιμετωπίζεται ως εμπορικό προϊόν και όχι ως κοινωνική υποδομή. Οι κατόψεις δεν αποτελούν πλέον παρά την τρισδιάστατη μετάφραση ενός φύλλου Excel -όλο και πιο άκαμπτες και τυποποιημένες-, ενώ η κοινωνία γίνεται ολοένα πιο σύνθετη και μεταβαλλόμενη: ανασυγκροτημένες οικογένειες, ενήλικα παιδιά που επιστρέφουν στο πατρικό, ηλικιωμένοι που ζουν μόνοι, ζευγάρια των οποίων τα παιδιά έχουν φύγει από το σπίτι, συγκατοικήσεις, ολοένα περισσότεροι άνθρωποι που ζουν μόνοι (μονοπρόσωπα νοικοκυριά), διαζύγια και νέοι που δυσκολεύονται να αποκτήσουν πρόσβαση σε κατοικία.
Όταν ο σχεδιασμός της κατοικίας αγνοεί την πραγματικότητα των κατοίκων της, τότε αυτές οι κατοικίες απαξιώνονται γρήγορα. Καθώς τα νοικοκυριά εξελίσσονται, πολλοί άνθρωποι αναγκάζονται να μετακομίσουν, όχι επειδή το σπίτι τους είναι πολύ μικρό, αλλά επειδή έχει πάψει να ανταποκρίνεται στις ανάγκες τους.
Αν οι κατοικίες σχεδιάζονταν με ευέλικτες κατόψεις, προσαρμόσιμες διαρρυθμίσεις και έξυπνες χωρικές στρατηγικές, πολλά νοικοκυριά θα μπορούσαν να παραμείνουν στο ίδιο σπίτι για πολύ περισσότερο χρόνο, δημιουργώντας ακόμη και νέες κατοικίες μέσα στο ήδη υπάρχον οικιστικό απόθεμα, χωρίς να κατασκευαστεί ούτε ένα επιπλέον τετραγωνικό μέτρο. Η ανάγκη για νέα οικοδόμηση θα μειωνόταν σημαντικά. Ένας καλός σχεδιασμός δεν βελτιώνει μόνο την καθημερινότητα των κατοίκων· αυξάνει επίσης την ανθεκτικότητα και τη στεγαστική ικανότητα του υπάρχοντος οικιστικού αποθέματος.
Η κάτοψη αποτελεί το ισχυρότερο εργαλείο που διαθέτουμε για να βελτιώσουμε την κατοικία. Ύστερα από χρόνια έρευνας, αναπτύξαμε ένα σύνολο αρχών προσαρμοστικότητας, τις οποίες εφαρμόσαμε στο έργο μας START-Ivry, στην ευρύτερη περιοχή του Παρισιού.
Εισάγοντας την ανθεκτικότητα και την κυκλικότητα στην κλίμακα της κατοικίας, οι αρχές αυτές μπορούν να μειώσουν την ανάγκη για νέες κατοικίες χωρίς αύξηση του κόστους κατασκευής ή της δομημένης επιφάνειας. Οι αρχές αυτές εκφράζονται μέσα από μια σειρά χωρικών στρατηγικών που επιτρέπουν στις κατοικίες να προσαρμόζονται στην εξέλιξη των νοικοκυριών με την πάροδο του χρόνου.
1. Η «υπερευέλικτη» κατοικία δύο υπνοδωματίων
Η πλειονότητα των κατοικιών με δύο υπνοδωμάτια σχεδιάζεται για ένα μόνο, αμετάβλητο νοικοκυριό. Στην πραγματικότητα όμως, αυτές οι κατοικίες θα μπορούσαν -και συχνά καταλήγουν- να φιλοξενούν δύο: γονείς με ένα ενήλικο παιδί, δύο άτομα που συγκατοικούν, έναν ηλικιωμένο με έναν φοιτητή ή έναν φροντιστή, ή ένα ζευγάρι που νοικιάζει το δεύτερο δωμάτιο.
Οι συμβατικές κατόψεις σπάνια επιτρέπουν σε αυτές τις μορφές συμβίωσης να λειτουργήσουν αρμονικά. Η έλλειψη ιδιωτικότητας και η κακή χωρική οργάνωση δημιουργούν τριβές και εντάσεις, αποθαρρύνουν αυτές τις μορφές κατοίκησης και ωθούν τους κατοίκους να αναζητήσουν χωριστή κατοικία -συχνά με υψηλότερο οικονομικό κόστος- αυξάνοντας έτσι τη ζήτηση για κατοικία.
Αντίθετα, μια σωστά σχεδιασμένη κατοικία δύο υπνοδωματίων μπορεί να υποστηρίξει μια άνετη και αρμονική συμβίωση μέσα από πολύ απλούς χωρικούς μηχανισμούς: δύο υπνοδωμάτια σαφώς διαχωρισμένα μεταξύ τους, χωρίς άμεση γειτνίαση και με οπτική ιδιωτικότητα· το ένα από αυτά τοποθετημένο κοντά στην είσοδο και σχεδιασμένο ώστε να μπορεί στο μέλλον να αποκτήσει μια μικρή κουζίνα (kitchenette)· καθώς και δύο μικρά λουτρά.
Με αυτή τη διαρρύθμιση, δύο νοικοκυριά μπορούν να μοιράζονται την ίδια κατοικία διατηρώντας υψηλό βαθμό αυτονομίας. Μια καλά σχεδιασμένη κάτοψη μπορεί να αποτρέψει την ανάγκη κατασκευής μιας ακόμη κατοικίας.
2. Διαιρούμενη κατοικία: αξιοποιώντας τη λανθάνουσα δυναμική του οικιστικού αποθέματος
Η αρχή αυτή αφορά τις μεγαλύτερες κατοικίες. Οι κατοικίες με τρία ή περισσότερα υπνοδωμάτια συχνά υποχρησιμοποιούνται όταν τα παιδιά ενηλικιωθούν και φύγουν από το σπίτι. Οι γονείς παραμένουν σε κατοικίες που δεν ανταποκρίνονται πλέον στις ανάγκες τους, όμως η μετακόμιση είναι δύσκολη λόγω της συναισθηματικής σύνδεσης με το σπίτι τους και τη γειτονιά τους, για οικονομικούς λόγους ή, απλώς, εξαιτίας της έλλειψης κατάλληλων εναλλακτικών.
Η διαιρούμενη κατοικία σχεδιάζεται εξαρχής ώστε να μπορεί να χωριστεί λειτουργικά, τεχνικά και νομικά όταν προκύψει η ανάγκη. Έτσι, ο ιδιοκτήτης διατηρεί το τμήμα της κατοικίας που χρειάζεται, ενώ ο υπόλοιπος χώρος μπορεί να μετατραπεί σε μια μικρή ανεξάρτητη κατοικία για ένα ενήλικο παιδί ή έναν μελλοντικό φροντιστή ή να αξιοποιηθεί μέσω ενοικίασης ή πώλησης αποφέροντας συμπληρωματικό εισόδημα κατά τη συνταξιοδότηση.
Πρόκειται για μια απλή αλλά εξαιρετικά αποτελεσματική στρατηγική από οικονομική, κοινωνική και περιβαλλοντική άποψη: δημιουργείται μία νέα κατοικία μέσα στο υπάρχον οικιστικό απόθεμα χωρίς να κατασκευαστεί ούτε ένα επιπλέον τετραγωνικό μέτρο. Με αυτόν τον τρόπο ενεργοποιείται μια οικιστική δυναμική που ήδη υπάρχει, αλλά σήμερα παραμένει ανεκμετάλλευτη. Αν οι κατοικίες που κατασκευάστηκαν τα τελευταία σαράντα χρόνια είχαν σχεδιαστεί με αυτόν τον τρόπο, η σημερινή στεγαστική κρίση θα ήταν σημαντικά μικρότερη.
3. Το «επιπλέον» δωμάτιο: μικρές αλλαγές, μεγάλος αντίκτυπος
Μερικές φορές αρκεί ένα επιπλέον δωμάτιο για να συνεχίσει μια κατοικία να ανταποκρίνεται στις ανάγκες των κατοίκων της: η γέννηση ενός παιδιού, η ανάγκη για εργασία από το σπίτι, η φιλοξενία ενός ηλικιωμένου γονέα που χρειάζεται φροντίδα ή η δημιουργία ενός υπνοδωματίου για παιδί που ζει εναλλάξ με τους δύο γονείς του.
Για να το πετύχουμε, αναπτύξαμε μια σειρά χωρικών στρατηγικών που επιτρέπουν τη δημιουργία αυτού του επιπλέον δωματίου χωρίς να απαιτείται μετακόμιση.
Μία από αυτές είναι το «plug»: ένας κλειστός εξώστης που μπορεί να μετατραπεί σε πλήρως λειτουργικό δωμάτιο περίπου 9 m². Μία άλλη είναι το «αρθρωτό (modular) καθιστικό», το οποίο οργανώνεται κατά μήκος της όψης, αντί σε βάθος, και διαθέτει τουλάχιστον δύο παράθυρα, επιτρέποντας έτσι τον διαχωρισμό ενός μέρους του χώρου. Σε ορισμένες περιπτώσεις εφαρμόσαμε επίσης τη «μετακινούμενη κουζίνα» -όταν η κουζίνα εξακολουθεί να αποτελεί ανεξάρτητο χώρο, κάτι που γίνεται ολοένα και πιο σπάνιο-, ώστε να μπορεί να μεταφερθεί στο καθιστικό, απελευθερώνοντας έτσι χώρο για ένα επιπλέον δωμάτιο.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι σχεδιαστικές, λειτουργικές, τεχνικές και νομικές προϋποθέσεις έχουν ήδη προβλεφθεί από τη φάση του σχεδιασμού.
Αυτό το επιπλέον δωμάτιο επιτρέπει σε μια κατοικία να εξελίσσεται μαζί με το νοικοκυριό για πολλά περισσότερα χρόνια, παρατείνοντας τον κύκλο ζωής της και μειώνοντας την ανάγκη για νέες κατοικίες.
4. Co-residence: μια νέα προσέγγιση στην κοινή κατοίκηση
Η κοινή κατοίκηση συνδέεται συνήθως με φοιτητές ή με προσωρινές μορφές διαμονής. Όταν όμως σχεδιάζεται σωστά, μπορεί να αποτελέσει μια ουσιαστική απάντηση στον συνεχώς αυξανόμενο αριθμό μονοπρόσωπων νοικοκυριών. Με αυτόν τον στόχο αναπτύξαμε το 2012 μια νέα τυπολογία κοινής κατοίκησης, την οποία ονομάζουμε co-residence. Σε αυτήν, κάθε κάτοικος διαθέτει το δικό του ιδιωτικό χώρο --ε ευρύχωρο υπνοδωμάτιο και ιδιωτικό λουτρό εντός του υπνοδωματίου-, ενώ η κουζίνα, το καθιστικό και η τραπεζαρία χρησιμοποιούνται από κοινού. Η τυπολογία αυτή έχει σχεδιαστεί για να φιλοξενεί από τρεις έως έξι κατοίκους.
Μια κατοικία co-residence για έξι κατοίκους, σε σύγκριση με έξι ανεξάρτητα διαμερίσματα, μπορεί να μειώσει τόσο τη συνολική δομημένη επιφάνεια όσο και την κατανάλωση ενέργειας έως και κατά 45%. Η πραγματική της αξία, όμως, υπερβαίνει κατά πολύ την εξοικονόμηση χώρου ή πόρων: δημιουργεί δίκτυα αμοιβαίας υποστήριξης και ενισχύει την κοινωνική συμβίωση, κάτι ιδιαίτερα σημαντικό για πολλούς ανθρώπους που ζουν μόνοι.
Σε αντίθεση με το co-living, με τον σχεδόν ξενοδοχειακό χαρακτήρα του και τους μεγάλους κοινόχρηστους χώρους, το co-residence λειτουργεί στην οικεία κλίμακα της κατοικίας. Προσφέρει ιδιωτικότητα χωρίς να θυσιάζει την αίσθηση της κοινότητας.
5. Η τυπολογία PLUS: πέρα από τον αριθμό των υπνοδωματίων
Οι τυπολογίες κατοικίας ορίζονται συνήθως σχεδόν αποκλειστικά από τον αριθμό των υπνοδωματίων. Ωστόσο, ολοένα και περισσότερα νοικοκυριά δεν χωρούν στις συμβατικές κατηγορίες: μονογονεϊκές οικογένειες, διαζευγμένοι γονείς με κοινή επιμέλεια ή άνθρωποι που εργάζονται από το σπίτι. Όλοι χρειάζονται λίγο περισσότερο χώρο, όμως η μετάβαση στην επόμενη κατηγορία κατοικίας είναι συχνά μεγαλύτερη από όσο πραγματικά χρειάζεται το νοικοκυριό ή οικονομικά απρόσιτη.
Για να ανταποκριθούμε σε αυτή την πραγματικότητα, αναπτύξαμε την τυπολογία PLUS: μια νέα κατηγορία κατοικίας που τοποθετείται ανάμεσα στις συμβατικές τυπολογίες. Το βασικό της χαρακτηριστικό είναι η ενσωμάτωση ενός χώρου PLUS: ενός μικρού χώρου ανοικτού προς το καθιστικό, με παράθυρο και πλήρως εξοπλισμένο. Παρότι περιορισμένων διαστάσεων, προσφέρει επαρκή χώρο για ύπνο, εργασία ή άλλες καθημερινές δραστηριότητες.
Για παράδειγμα, αν μια κατοικία ενός υπνοδωματίου έχει επιφάνεια 43 m² και μια κατοικία δύο υπνοδωματίων 62 m², τότε μια κατοικία PLUS ενός υπνοδωματίου μπορεί να έχει περίπου 52 m². Στόχος είναι να προσφέρει πολλά από τα πλεονεκτήματα της αμέσως μεγαλύτερης κατοικίας (ποιοτικά και χρηστικά) χωρίς να απαιτείται ολόκληρη η επιφάνεια της - και το αντίστοιχο κόστος. Έτσι, η κατοικία ανταποκρίνεται καλύτερα στις καινούριες ανάγκες των κατοίκων της, παραμένοντας ταυτόχρονα οικονομικά προσιτή, ιδιαίτερα για πιο ευάλωτα νοικοκυριά, όπως οι μονογονεϊκές οικογένειες.
Η τυπολογία PLUS προσαρμόζει την επιφάνεια της κατοικίας στις πραγματικές χωρικές ανάγκες κάθε νοικοκυριού και αποδεικνύει ότι λίγα επιπλέον, προσεκτικά σχεδιασμένα τετραγωνικά μέτρα μπορούν να μειώσουν σημαντικά την ανάγκη για πολλά περισσότερα.
6. Μικρή (compact) κατοικία: κάθε τετραγωνικό μέτρο να μετράει
Πολλά μονοπρόσωπα νοικοκυριά δυσκολεύονται να αποκτήσουν πρόσβαση σε οικονομικά προσιτή κατοικία. Αυτό οφείλεται, εν μέρει, στην απροθυμία να μειωθεί το μέγεθος των κατοικιών, παρά τη ραγδαία αύξηση των μικρών νοικοκυριών σε ολόκληρη την Ευρώπη.
Μια μικρή κατοικία μπορεί να προσφέρει εξαιρετική ποιότητα ζωής, αρκεί να έχει σχεδιαστεί με ιδιαίτερη φροντίδα. Οι μικρές κατοικίες απαιτούν ιδιαίτερα ευρηματικό σχεδιασμό, πολύ πιο απαιτητικό από ό,τι συνηθίζεται, ώστε κάθε τετραγωνικό μέτρο να αξιοποιείται στο μέγιστο. Όσο μικρότερη είναι μια κατοικία, τόσο πιο ευφυής πρέπει να είναι ο σχεδιασμός της.
Για να το πετύχουμε αυτό, αναπτύξαμε μια σειρά από στρατηγικές: εξαιρετικά βελτιστοποιημένες κατόψεις, με απολύτως ακριβή τοποθέτηση θυρών, παραθύρων και θερμαντικών σωμάτων· μεγαλύτερο ύψος ορόφου που επιτρέπει την κατασκευή παταριών· και έξυπνη διαβάθμιση των υψών ανάλογα με τη χρήση κάθε χώρου. Οι στρατηγικές αυτές επιτρέπουν τη μείωση της επιφάνειας μιας κατοικίας κατά 25% έως 40%, χωρίς να υποβαθμίζεται η ποιότητα διαβίωσης.
Επιπλέον, σχεδιάζουμε αυτές τις κατοικίες έτσι ώστε να μπορούν στο μέλλον να συνενωθούν μεταξύ τους, επιτρέποντας την ενοποίηση περισσότερων μονάδων καθώς εξελίσσονται οι ανάγκες και η σύνθεση των νοικοκυριών.
Οι καλά σχεδιασμένες μικρές κατοικίες δεν αποτελούν συμβιβασμό, αλλά στρατηγική επιλογή. Προσφέρουν μια καταλληλότερη και οικονομικά πιο προσιτή λύση για τα μικρά νοικοκυριά, προσαρμόζοντας το μέγεθος της κατοικίας στις πραγματικές ανάγκες των κατοίκων της, και μειώνοντας παράλληλα τόσο το οικονομικό κόστος όσο και το περιβαλλοντικό αποτύπωμα της κατασκευής.
Πώς ο καλύτερος σχεδιασμός της κατοικίας μειώνει τις δημόσιες δαπάνες
Όταν εξετάζουμε τη συνδυασμένη επίδραση αυτών των έξι στρατηγικών σχεδιασμού, εκτιμούμε ότι θα μπορούσαν να μειώσουν την ανάγκη για νέες κατοικίες κατά περίπου 40%. Οι αναλύσεις που πραγματοποιήθηκαν με τη βοήθεια τεχνητής νοημοσύνης είναι ακόμη πιο αισιόδοξες, αποκαλύπτοντας ακόμα μεγαλύτερες δυνατότητες αυτών των λύσεων.
Κι όμως, καμία από αυτές δεν απαιτεί νέες τεχνολογίες, υψηλότερο κατασκευαστικό κόστος ή μεγαλύτερες επιφάνειες. Το αντίθετο. Το μόνο που απαιτούν είναι καλύτερα σχεδιασμένες κατόψεις.
Γιατί, λοιπόν, ο τομέας της κατοικίας εξακολουθεί να αγνοεί αυτό το δυναμικό;
Ίσως έχει έρθει η στιγμή και άλλοι τομείς να συμβάλουν στην προώθηση των αλλαγών που έχει ανάγκη η κατοικία. Γιατί οι συνέπειες ενός κακού σχεδιασμού υπερβαίνουν κατά πολύ τον ίδιο τον στεγαστικό τομέα.
Όταν μια κατοικία παύει να εξυπηρετεί τις ανάγκες των ανθρώπων που την κατοικούν, οι επιπτώσεις διαχέονται σε ολόκληρη την κοινωνία: μπορεί να επηρεάσουν τη σχολική επίδοση, να εντείνουν τις οικογενειακές συγκρούσεις, να οδηγήσουν στον κατακερματισμό των νοικοκυριών ή να επιταχύνουν την πρόωρη εισαγωγή ηλικιωμένων σε μονάδες φροντίδας.
Μπορούν επίσης να δυσχεράνουν την επαγγελματική ζωή των ανθρώπων, να αναγκάσουν τις οικογένειες να μετακινούνται συχνά και να αποδυναμώσουν τους κοινωνικούς και κοινοτικούς δεσμούς.
Μια σωστά σχεδιασμένη κάτοψη δεν βελτιώνει μόνο την καθημερινή ζωή. Συμβάλλει επίσης στη μείωση των δημόσιων δαπανών, δημιουργώντας πιο σταθερά οικιστικά περιβάλλοντα και βελτιώνοντας τα μακροπρόθεσμα κοινωνικά, οικονομικά και περιβαλλοντικά αποτελέσματα.
Ο ρόλος του σχεδιασμού… και ο ρόλος του αρχιτέκτονα
Υπάρχει, ωστόσο, ένα δομικό εμπόδιο που δεν επιτρέπει την ευρεία εφαρμογή αυτών των στρατηγικών. Στο σημερινό μοντέλο παραγωγής κατοικίας, ο σχεδιασμός καθορίζεται ολοένα και περισσότερο από τις εταιρείες ανάπτυξης ακινήτων (developers) και τις τυποποιημένες τυπολογίες τους.
Πολύ συχνά, οι αρχιτέκτονες καλούνται να συμμετάσχουν στη διαδικασία όταν οι βασικές αποφάσεις σχετικά με τη διαρρύθμιση της κατοικίας έχουν ήδη ληφθεί και το περιθώριο παρέμβασής τους περιορίζεται, σε μεγάλο βαθμό, στον σχεδιασμό της όψης. Έτσι, οι κατόψεις βελτιστοποιούνται με γνώμονα τη μέγιστη βραχυπρόθεσμη οικονομική αποδοτικότητα και όχι τη μακροπρόθεσμη προσαρμοστικότητα.
Η τυποποίηση και η προκατασκευή προβάλλονται ως μοναδική λύση στη στεγαστική κρίση. Ωστόσο, η ταχύτερη κατασκευή κακοσχεδιασμένων κατοικιών δεν πρόκειται να λύσει το πρόβλημα μακροπρόθεσμα. Αντίθετα, κινδυνεύει να παγιώσει για πολλές γενιές, κατοικίες που θα απαξιωθούν γρήγορα καθώς τα νοικοκυριά εξελίσσονται.
Η αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης δεν αφορά μόνο την κατασκευή περισσότερων κατοικιών ή την ταχύτερη οικοδόμησή τους. Απαιτεί επίσης να ανακτήσει η κάτοψη τον κεντρικό της ρόλο στην παραγωγή κατοικίας.
Μια νέα αφήγηση για την κατοικία: με επίκεντρο τους ανθρώπους, όχι τα φύλλα Excel
Οι έξι στρατηγικές που παρουσιάζονται σε αυτό το άρθρο οδηγούν σε κατοικίες πιο ευέλικτες, πιο ανθεκτικές και καλύτερα προετοιμασμένες να προσαρμόζονται στην εξέλιξη των νοικοκυριών.
Οι κατοικίες αυτές δεν αποτελούν μόνο μια σημαντική κοινωνική πρόοδο· μπορούν επίσης να μειώσουν σημαντικά τη ζήτηση για νέες κατοικίες και τις δημόσιες δαπάνες. Και, κυρίως, δεν απαιτούν ούτε υψηλότερο κόστος κατασκευής (κατασκευάσαμε τέτοιου είδους κατοικίες με κόστος μεταξύ 1.580 και 1.750 €/m² καθαρής κατοικήσιμης επιφάνειας το 2019), αλλά ούτε μεγαλύτερες επιφάνειες και νέα κατασκευαστικά συστήματα.
Ωστόσο, η κυρίαρχη αφήγηση παραμένει βαθιά τεχνοκρατική: «περισσότερες κατοικίες, ταχύτερα, αντί για λιγότερες αλλά καλύτερα σχεδιασμένες». Μια αφήγηση που εξυπηρετεί όσους επωφελούνται από τη διαρκή έλλειψη κατοικίας. Όπως μου είπε κάποτε ένας developer: «Γιατί όλη αυτή η προσπάθεια να βελτιώσουμε την κατοικία, Beatriz; Τα πουλάμε όλα - όσο κακά κι αν είναι».
Ο σχεδιασμός κατοικιών που προσαρμόζονται στους ανθρώπους, ενισχύουν την κοινωνική ανθεκτικότητα και μειώνουν την ανάγκη για νέα οικοδόμηση δεν είναι ουτοπία. Είναι ταυτόχρονα μια πραγματική δυνατότητα και μια συλλογική ευθύνη.
Με το έργο μας START-Ivry αποδείξαμε ότι η κατοικία μπορεί να είναι ταυτόχρονα κοινωνική υποδομή και οικονομικά βιώσιμο προϊόν. Το να αγνοούμε τον κοινωνικό της ρόλο, σημαίνει να προδίδουμε μία από τις θεμελιώδεις ευθύνες της αρχιτεκτονικής.
Χρειαζόμαστε επειγόντως μια νέα αφήγηση για την κατοικία: μια αφήγηση που να προσαρμόζει την κατοικία στις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων που την κατοικούν και όχι στα φύλλα Excel. Γιατί το να κατασκευάζουμε εκατομμύρια κακοσχεδιασμένες κατοικίες ολοένα και ταχύτερα μοιάζει με το να παράγουμε μαζικά εκατομμύρια ακατάλληλα σακάκια: όσο κι αν αυξάνουμε την παραγωγή, δεν θα ανταποκρίνονται ποτέ στις ανάγκες εκείνων που τα χρησιμοποιούν και θα αναγκάζονται τελικά να αναζητήσουν ένα άλλο που να τους ταιριάζει.
Βιογραφικό – Beatriz Ramo
Η Beatriz Ramo είναι αρχιτέκτονας, πολεοδόμος και ιδρύτρια του γραφείου STAR strategies + architecture, με έδρα το Ρότερνταμ. Θεωρείται μια από τις πλέον αναγνωρισμένες φωνές στον τομέα της συλλογικής κατοικίας και, μέσα από την έρευνα αλλά και το υλοποιημένο έργο της, διερευνά πώς ο σχεδιασμός της κατοικίας μπορεί να ανταποκρίνεται καλύτερα στην εξέλιξη των νοικοκυριών και να συμβάλει στην αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης.
Υπερασπίζεται την προσαρμόσιμη κατοικία ως απάντηση στην αυξανόμενη τυποποίηση του οικιστικού αποθέματος, κυρίως μέσα από το εμβληματικό έργο της START-Ivry, για το οποίο τιμήθηκε το 2024 με το Γαλλικό Εθνικό Βραβείο ARVHA Γυναικών Αρχιτεκτόνων.







