powered by cbn INB-DIGITAL-EDITIONS LOGO-PNG-108

Oι κρατικές ενισχύσεις ως εργαλείο εθνικής στρατηγικής στον τομέα της ενέργειας και της καινοτομίας

Η Κύπρος βρίσκεται σήμερα ενώπιον μιας ιστορικής πρόκλησης. Η ενεργειακή κρίση, η πράσινη μετάβαση, η ανάγκη για τεχνολογικό εκσυγχρονισμό και η πίεση για ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων δημιουργούν μια νέα πραγματικότητα, στην οποία το κράτος δεν μπορεί πλέον να λειτουργεί με λογικές διαχείρισης χαμηλού ρίσκου και αποσπασματικών παρεμβάσεων. Η εποχή απαιτεί στρατηγική, ταχύτητα και πολιτική τόλμη.

Και όμως, στην Κύπρο εξακολουθεί να επικρατεί μια έντονα συντηρητική προσέγγιση στη χρήση των κρατικών ενισχύσεων. Η μεγάλη πλειοψηφία των σχεδίων στήριξης βασίζεται στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας — τα γνωστά de minimis — επειδή θεωρούνται διοικητικά πιο εύκολα, πιο «ασφαλή» και λιγότερο απαιτητικά από πλευράς συμμόρφωσης. Πρόκειται όμως για μια πρακτική που, ενώ μπορεί να εξυπηρετεί τη βραχυπρόθεσμη διοικητική ευκολία, τελικά περιορίζει σοβαρά την αναπτυξιακή δυνατότητα της χώρας.

Η Κύπρος δεν χρειάζεται απλώς περισσότερες χορηγίες. Χρειάζεται πιο έξυπνες κρατικές ενισχύσεις. Χρειάζεται ένα νέο μοντέλο δημόσιας πολιτικής που να αξιοποιεί ουσιαστικά τα εργαλεία που προσφέρει η Ευρωπαϊκή Ένωση μέσω του Γενικού Απαλλακτικού Κανονισμού κατά Κατηγορία (ΓΚΑΚ) με έγκριση σε Εθνικό επίπεδο από την Έφορο και των Κατευθυντήριων Γραμμών για το Κλίμα, το Περιβάλλον και την Ενέργεια με έγκριση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή . Πρόκειται για εργαλεία που επιτρέπουν στα κράτη μέλη να στηρίζουν μεγάλες και στρατηγικές επενδύσεις χωρίς χρονοβόρες διαδικασίες κοινοποίησης στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, εφόσον τηρούνται συγκεκριμένοι κανόνες.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι απλό: γιατί μια χώρα με τόσο σοβαρές ενεργειακές και διαρθρωτικές αδυναμίες συνεχίζει να χρησιμοποιεί κυρίως το πιο περιορισμένο εργαλείο κρατικών ενισχύσεων;

Η απάντηση βρίσκεται εν μέρει στη διοικητική κουλτούρα. Για χρόνια, οι κρατικές ενισχύσεις στην Κύπρο αντιμετωπίστηκαν περισσότερο ως πεδίο νομικού κινδύνου παρά ως εργαλείο αναπτυξιακής πολιτικής. Πολλές αρμόδιες αρχές επιλέγουν το de minimis όχι επειδή είναι το καταλληλότερο εργαλείο, αλλά επειδή θεωρείται το πιο εύκολο και λιγότερο επικίνδυνο διοικητικά. Αυτό όμως οδηγεί σε μια βαθιά στρέβλωση: αντί να σχεδιάζονται πολιτικές με βάση τις πραγματικές ανάγκες της οικονομίας, σχεδιάζονται με βάση τη διοικητική άνεση του συστήματος.

Το αποτέλεσμα είναι ότι η Κύπρος συχνά περιορίζεται σε μικρές, αποσπασματικές ενισχύσεις που δεν έχουν τη δύναμη να αλλάξουν ουσιαστικά την παραγωγική βάση της χώρας.

Αυτό είναι ιδιαίτερα εμφανές στον τομέα της ενέργειας.

Η Κύπρος έχει από τα υψηλότερα κόστη ηλεκτρισμού στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις επιβαρύνονται με τεράστιο ενεργειακό κόστος, ενώ η οικονομία παραμένει έντονα εξαρτημένη από εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα. Ταυτόχρονα, η χώρα αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ενσωμάτωσης ανανεώσιμων πηγών ενέργειας στο δίκτυο, με αποτέλεσμα συνεχείς περικοπές παραγωγής από φωτοβολταϊκά έργα.

Και όμως, αντί να αξιοποιηθούν πλήρως τα εργαλεία κρατικών ενισχύσεων που επιτρέπουν μεγάλες επενδύσεις σε αποθήκευση ενέργειας, έξυπνα δίκτυα, υβριδικά έργα και ενεργειακή μετάβαση της βιομηχανίας, συνεχίζει σε μεγάλο βαθμό να στηρίζεται σε μικρές ενισχύσεις περιορισμένης εμβέλειας.

Το de minimis μπορεί να είναι χρήσιμο για μικρές επιχειρηματικές ανάγκες ή περιορισμένες τοπικές δράσεις. Δεν μπορεί όμως να αποτελέσει τη βάση της ενεργειακής στρατηγικής μιας χώρας που βρίσκεται στην πιο ευάλωτη ενεργειακά περιοχή της Ευρώπης.

Η πραγματικότητα είναι ότι η Κύπρος χρειάζεται σήμερα επενδύσεις δεκάδων και εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ σε: συστήματα αποθήκευσης ενέργειας, ενεργειακή αναβάθμιση επιχειρήσεων ,ηλεκτροδότηση βιομηχανικών διαδικασιών, πράσινες μεταφορές, ενεργειακές κοινότητες, παραγωγή καινοτόμων τεχνολογιών και έξυπνες ενεργειακές υποδομές.

Αυτού του είδους οι επενδύσεις δεν μπορούν να στηριχθούν ουσιαστικά μέσα από τα περιορισμένα ανώτατα όρια των de minimis ενισχύσεων.

Αντίθετα, ο ΓΚΑΚ και οι σχετικές κατευθυντήριες γραμμές της Ευρωπαϊκής Ένωσης επιτρέπουν πολύ υψηλότερες εντάσεις ενίσχυσης για στρατηγικούς στόχους, ιδιαίτερα σε τομείς όπως:η ενεργειακή αποδοτικότητα, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας,η αποθήκευση,η έρευνα και ανάπτυξη, η καινοτομία, η κυκλική οικονομία,η πράσινη βιομηχανία.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη πολιτική πρόκληση για την Κύπρο: θα συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε τις κρατικές ενισχύσεις ως εργαλείο διαχειριστικής διεκπεραίωσης ή θα τις μετατρέψουμε σε μοχλό εθνικού μετασχηματισμού;

Η ανάγκη αυτή είναι εξίσου κρίσιμη και στον τομέα της έρευνας και της καινοτομίας.

Η Κύπρος διαθέτει σημαντικό επιστημονικό και ερευνητικό δυναμικό. Τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά ιδρύματα της χώρας έχουν επιτύχει σημαντικές διακρίσεις σε ευρωπαϊκά προγράμματα. Ωστόσο, η σύνδεση της έρευνας με την παραγωγή και την πραγματική οικονομία παραμένει περιορισμένη.

Ένας από τους λόγους είναι ότι πολλές επιχειρήσεις εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν υψηλό ρίσκο όταν επενδύουν σε έρευνα, τεχνολογική ανάπτυξη και καινοτόμα προϊόντα. Εδώ ακριβώς οι κρατικές ενισχύσεις μπορούν να λειτουργήσουν καταλυτικά.

Ο ΓΚΑΚ παρέχει εξαιρετικά σημαντικές δυνατότητες για: βιομηχανική έρευνα, πειραματική ανάπτυξη, πιλοτικές εγκαταστάσεις,νεοφυείς επιχειρήσεις,τεχνολογικά clusters,συνεργασίες πανεπιστημίων και επιχειρήσεων, καινοτομία στις ΜΜΕ, ψηφιακό μετασχηματισμό.

Η Κύπρος θα μπορούσε να δημιουργήσει πολύ πιο φιλόδοξα καθεστώτα ενίσχυσης για: τεχνολογίες καθαρής ενέργειας,αποθήκευση, τεχνητή νοημοσύνη,ναυτιλιακή τεχνολογία, αγροτεχνολογία, διαχείριση νερού, κυβερνοασφάλεια,βιοτεχνολογία.

Αντί αυτού, συχνά περιοριζόμαστε σε μικρές χορηγίες που βοηθούν βραχυπρόθεσμα τις επιχειρήσεις αλλά δεν δημιουργούν οικοσυστήματα καινοτομίας με πραγματικό διεθνές αποτύπωμα.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο τεχνοκρατικό.

Για χρόνια, η Κύπρος λειτούργησε με μια οικονομική λογική χαμηλής προστιθέμενης αξίας, βασισμένη κυρίως στις υπηρεσίες, την κατανάλωση και την αγορά ακινήτων. Η νέα εποχή όμως απαιτεί ένα διαφορετικό παραγωγικό μοντέλο: πιο πράσινο, πιο τεχνολογικό, πιο εξωστρεφές και πιο ανθεκτικό.

Οι κρατικές ενισχύσεις μπορούν να αποτελέσουν κρίσιμο εργαλείο αυτής της μετάβασης.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη κινηθεί προς αυτή την κατεύθυνση. Η πανδημία, η ενεργειακή κρίση και ο διεθνής ανταγωνισμός με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα οδήγησαν σε μια νέα ευρωπαϊκή φιλοσοφία: πιο ενεργή βιομηχανική πολιτική, περισσότερη στρατηγική αυτονομία και μεγαλύτερη ευελιξία στις κρατικές ενισχύσεις.

Άλλες ευρωπαϊκές χώρες αξιοποιούν ήδη επιθετικά αυτά τα εργαλεία για να προσελκύσουν επενδύσεις, να ενισχύσουν βιομηχανίες και να δημιουργήσουν τεχνολογικά οικοσυστήματα.

Η Κύπρος δεν μπορεί να μείνει πίσω.

Εάν συνεχίσουμε να λειτουργούμε αποκλειστικά με λογικές περιορισμού ρίσκου και διοικητικής ευκολίας, θα χάσουμε μια ιστορική ευκαιρία. Η πράσινη μετάβαση και η τεχνολογική αλλαγή δεν θα περιμένουν τις διοικητικές μας αδυναμίες.

Αυτό δεν σημαίνει βεβαίως ότι οι κανόνες πρέπει να χαλαρώσουν ανεξέλεγκτα. Οι κρατικές ενισχύσεις απαιτούν σοβαρό σχεδιασμό, διαφάνεια και τεχνογνωσία. Χρειάζεται ενίσχυση των αρμόδιων αρχών, εκπαίδευση λειτουργών και καλύτερος συντονισμός μεταξύ υπουργείων και φορέων.

Χρειάζεται επίσης αλλαγή νοοτροπίας.

Οι κρατικές ενισχύσεις δεν είναι απλώς νομική υποχρέωση συμμόρφωσης με το ενωσιακό δίκαιο. Είναι εργαλείο οικονομικής πολιτικής. Είναι εργαλείο ανταγωνιστικότητας. Είναι εργαλείο ενεργειακής ασφάλειας. Είναι εργαλείο στρατηγικής επιβίωσης για μικρά κράτη όπως η Κύπρος.

Η χώρα χρειάζεται πλέον μια πιο ώριμη και πιο φιλόδοξη προσέγγιση. Χρειάζεται πολιτική βούληση για να σχεδιαστούν μεγάλα, στοχευμένα και μετασχηματιστικά καθεστώτα ενισχύσεων που να ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες της οικονομίας και όχι απλώς στις διοικητικές ευκολίες του συστήματος.

Η Κύπρος έχει σήμερα μια μοναδική ευκαιρία: να μετατρέψει τις κρατικές ενισχύσεις από μηχανισμό μικρής διαχείρισης σε εργαλείο εθνικής στρατηγικής.

 

*Έφορος Ελέγχου Κρατικών Ενισχύσεων

 

 

Ροή Ειδήσεων

Hellenic Bank Χορηγός Ροής INB
ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
;