Η κουμανδαρία της Κύπρου, ένα από τα αρχαιότερα κρασιά στον κόσμο, το οποίο αναδείχθηκε τα τελευταία χρόνια σε ένα διεθνές πρότυπο αυθεντικότητας, πολιτιστικής συνέχειας και ανθρώπινης επιμονής, αποτελεί πλέον και πηγή έμπνευσης για νέους επιχειρηματίες.
Ένας από τους αυτοδημιούργητους επιχειρηματίες που εμπνεύστηκαν από το γλυκό κρασί του τόπου μας, είναι και ο οινολόγος Λευτέρης Μοχιανάκης, από την Ελλάδα, ο οποίος μαζί με τη σύντροφό του, δημιούργησαν το The ‘Anama Concept, μέσω του οποίου έδωσαν μία αλλιώτικη ταυτότητα στην κουμανδαρία.
Όπως ο ίδιος παραδέχθηκε κατά τη διάρκεια συζήτησης στρογγυλής τραπέζης που διοργάνωσε η IMH, στο πλαίσιο του «The Gen Z & Millennial Project», στην παρουσία και εκπροσώπων των χορηγών αυτής της πρωτοβουλίας, -PwC Κύπρου, Τράπεζας Κύπρου, Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου και Cablenet-, ο Λευτέρης δεν ήταν από τους ανθρώπους που ήξεραν από μικροί τι ήθελαν να γίνουν.
- Διαβάστε ακόμη: Οι στόχοι, το όραμα και οι δυσκολίες της νέας γενιάς αυτοδημιούργητων επιχειρηματιών της Κύπρου (εικόνες)
- Διαβάστε επίσης: Στο πλευρό των νέων αυτοδημιούργητων επιχειρηματιών PwC, Τράπεζα Κύπρου, Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο και Cablenet (εικόνες)
Δουλεύοντας σε διάφορους τομείς, κατέληξε ότι αυτό που τον γεμίζει περισσότερο σαν άνθρωπο είναι η παραγωγή. «Μου αρέσει η βρώμικη δουλειά, να φτιάχνω κάτι απ’ εκεί που δεν υπήρχε τίποτα», τόνισε.
Σύμφωνα με τον ίδιο, σε μία από τις στάσεις του στη Νέα Ζηλανδία, δέχθηκε ένα τηλεφώνημα από κάποιο Κύπριο που του πρότεινε δουλειά στην Κύπρο για δύο-τρία χρόνια.
«Ήρθα σαν σύμβουλος σε μία εποχή που ακόμα η γαστρονομία, η οινοποιία, ακόμη και η εστίαση, ήταν σε πολύ πρώιμο στάδιο», πρόσθεσε.
Για το πώς κατέληξε στη δημιουργία του Anama, είπε: «Είχα δουλέψει σε πολύ καλά σημεία στην Αθήνα και σε άλλα μέρη της Ελλάδας και είχα την θετική σκέψη να κρίνω, οπότε προκειμένου στέλνω βιογραφικά σημειώματα σε ιδιοκτήτες οινοποιείων, οι οποίοι δεν είχαν την γνώση του τι μπορεί ένας ταλαντούχος οινολόγος να τους προσφέρει, αποφάσισα να φτιάξω ένα προϊόν, να το έχω στην αγορά, χωρίς εμπορικό στόχο. Έτσι λοιπόν ξεκίνησε η ιδέα, το Anama».
Όπως εξήγησε, «ξεκίνησα να φτιάχνω την πρώτη μου κουμανδαρία, σε μία εποχή που η κουμανδαρία ήταν το κρασί που κερνάμε στην ταβέρνα σε ένα σφηνοπότηρο στο τέλος».
«Κάποιοι εκείνη την εποχή καυχιόντουσαν ότι κάνανε εξαγωγές κουμανδαρίας και σε ερώτησή μου σε τι τιμή, μου απαντούσαν ότι μαζί με τα μεταφορικά κόστιζε 15 ευρώ η φιάλη στη Νέα Υόρκη. Εγώ, όμως, ξέροντας το κόστος παραγωγής, ξέροντας τα χρόνια που χρειάζονται, αντιλήφθηκα αμέσως πως με αυτή τη λογική ο πρώτος που καταστρέφεται είναι ο αμπελουργός. Αυτό είναι κάτι που μπορεί να το δει ο οποιοσδήποτε βγαίνοντας στην ύπαιθρο. Σήμερα νοικιάζουμε αμπελώνες από μεγάλους σε ηλικία αμπελουργούς που θα ήθελαν να δουν τον κόπο τους να παραμένει ζωντανός, αφού τα παιδιά τους δεν ενδιαφέρονται μίας και οι περισσότεροι ζουν στην πόλη», συνέχισε.
Έτσι λοιπόν ξεκίνησε με αυτό το project, θεωρώντας ότι έχει κάτι πολύ καλύτερο να δώσει στην αγορά και θεωρώντας τον εαυτό του έναν κρίκο στην αλυσίδα της παράδοσης. «Για μένα η παράδοση δεν είναι κάτι το στατικό, αλλά κάτι εξελίξιμο. Οπόταν-επαναλαμβάνω-θεώρησα τον εαυτό μου ένα κρίκο σε αυτή την αλυσίδα, ο οποίος προσέθεσε σε εκείνη την εποχή τεχνογνωσία που δεν υπήρχε», υπογράμμισε παραδεχόμενος, ωστόσο, πως «εκείνη την εποχή, βέβαια, ήταν πολύ δύσκολο αυτό το εγχείρημα να γίνει αποδεκτό».
«Χρειάστηκε να γίνω πρώτα αποδεκτό στο εξωτερικό, να έρθουν επιβραβεύσεις και σε διαγωνισμούς και από Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης του εξωτερικού, ώστε σιγά-σιγά πρώτα να αντιληφθεί ο κλάδος μου ότι ‘ενεν πελλάρες τούτα που λαλεί ο καλαμαράς’», τόνισε.
Για τον Λευτέρη, πάντως, η κουμανδαρία δεν είναι ένα τοπικό προϊόν, αλλά ένα εθνικό προϊόν. Δεν είναι ακόμη μια ετικέτα, αλλά είναι η ταυτότητά μας, υπέδειξε σημειώνοντας ότι «σήμερα όλα τα σοβαρά οινοποιεία ασχολούνται με την παραγωγή κουμανδαρίας. Νομίζω ανοίξαμε τον δρόμο και σίγουρα μέσα σε αυτά τα τελευταία 20 χρόνια, έγινε πολύ μεγάλη εξέλιξη γενικότερα στην γαστρονομία».
«Όσον αφορά το επιχειρείν, γιατί δεν ξεκίνησα-όπως σας είπα-σαν επιχειρηματίας, ξεκίνησα απλά φτιάχνοντας κάτι που θα με βοηθούσε να δείξω τη δουλειά μου. Άρχισε, όμως, να μου αρέσει αυτό, άρχισε να μου αρέσει ότι φτιάχνω κάτι δικό μου και από το μηδέν μέχρι το τέλος, θεωρώ ότι πουλάω τον εαυτό μου», πρόσθεσε.
Ταυτόχρονα, συνέχισε, «μαζί μου και η σύντροφός μου, σαν σχεδιάστρια, και στήσαμε μία επιχείρηση βασισμένη 100% σε μία δική μας ιδέα, με πολλή καινοτομία -με την έννοια ότι σπάσαμε το γυαλί, κάναμε κάτι τελείως διαφορετικό από αυτό που ανέμεναν οι άλλοι από εμάς να κάνουμε».
«Στην πορεία κατάλαβα ότι το όνειρό μου είναι να κάνω μία παραδοσιακή μικρή επιχείρηση, η οποία βασίζεται στον εαυτό της, βασίζεται στα ταλέντα που αναπτύσσουμε, οικονομικά δεν ενδιαφέρομαι και δεν παίρνω ικανοποίηση σαν επιχειρηματίας από τη συνεχή ανάπτυξη. Σαν επιχείρηση έχουμε φτάσει σε ένα επίπεδο που μπορεί να θεωρούμαστε μικροί, αλλά για ‘μιτσίν αλλά ροτσίν’ όπως λέμε στα κυπριακά», κατέληξε.
*Οι πρωταγωνιστές του επιχειρείν αλλάζουν. Τη δύναμη των σημαντικών αποφάσεων αναλαμβάνει πλέον η νέα γενιά επιχειρηματιών, οι Gen Z & Millennials. Η IMH παρουσιάζει το εντυπωσιακό Gen Z & Millennial Project: Η Νέα Γενιά Επιχειρηματικών Ηγετών της Κύπρου, με στόχο να εντοπίσει, να κατανοήσει και να αναδείξει τους νέους movers and shakers της αγοράς.
Το project υλοποιείται με την υποστήριξη του Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου, της Τράπεζας Κύπρου, της PwC και της Cablenet, με την Toyota ως mobility partner και την IMR ως υποστηρικτή.







