Το Κέντρο Οικονομικών Μελετών του Πανεπιστημίου Λευκωσίας δημιούργησε πρόσφατα ένα ειδικό Παρατηρητήριο για την εκτίμηση και ανάλυση των οικονομικών επιπτώσεων που προκύπτουν από την τρέχουσα Ιρανική κρίση. Στόχος της πρωτοβουλίας είναι η συστηματική παρακολούθηση των εξελίξεων και η έκδοση εβδομαδιαίων ενημερωτικών δελτίων, τα οποία θα βασίζονται σε οικονομικά μοντέλα ανάλυσης δεδομένων και σε συγκριτικές μελέτες προηγούμενων διεθνών συγκρούσεων.
Το πρώτο ενημερωτικό δελτίο δημοσιεύθηκε στις 6 Μαρτίου με τίτλο «Πρώτη Αντίδραση και Πρώτα Συμπεράσματα». Το παρόν αποτελεί το δεύτερο δελτίο του Παρατηρητηρίου και επιχειρεί να αποτυπώσει τις πρώτες οικονομικές τάσεις που διαμορφώνονται μετά τις αρχικές ημέρες της κρίσης.
Η κρίσιμη παράμετρος της διάρκειας
Όπως επισημάνθηκε ήδη από την πρώτη έκθεση, η Ιρανική κρίση έχει μεταβάλει, έστω και προσωρινά, τις οικονομικές ισορροπίες τόσο σε περιφερειακό όσο και σε διεθνές επίπεδο. Η έννοια της «προσωρινότητας» αποτελεί ίσως τη σημαντικότερη μεταβλητή στην οικονομική ανάλυση της κρίσης. Η διάρκεια της σύγκρουσης θα καθορίσει σε μεγάλο βαθμό το πραγματικό μέγεθος των οικονομικών επιπτώσεων.
Μετά τις πρώτες δώδεκα ημέρες των εξελίξεων, παραμένει ακόμη ασαφές ποιοι είναι οι τελικοί στρατηγικοί στόχοι των εμπλεκόμενων πλευρών. Η αρχική εκτίμηση ότι η κρίση θα είχε διάρκεια περίπου τεσσάρων έως πέντε εβδομάδων φαίνεται πλέον λιγότερο πιθανή. Η αβεβαιότητα αυτή επηρεάζει ήδη τις διεθνείς αγορές, οι οποίες αντιδρούν ολοένα και πιο νευρικά στις γεωπολιτικές εξελίξεις.
Στην αρχική φάση της κρίσης, οι αγορές αντέδρασαν σχετικά συγκρατημένα, θεωρώντας ότι η χρονική διάρκεια θα ήταν περιορισμένη. Οι τιμές της ενέργειας αυξήθηκαν μεν, αλλά όχι στον βαθμό που είχε παρατηρηθεί σε προηγούμενες κρίσεις, όπως η σύγκρουση στην Ουκρανία ή η λεγόμενη κρίση των 12 ημερών. Ωστόσο, καθώς η αβεβαιότητα παρατείνεται, παρατηρείται πλέον έντονη μεταβλητότητα στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου, αλλά και σε βασικά εμπορεύματα και χρηματιστηριακούς δείκτες.
Το Στενό του Ορμούζ στο επίκεντρο
Στο επίκεντρο των οικονομικών ανησυχιών βρίσκεται το Στενό του Ορμούζ, ένα από τα σημαντικότερα ενεργειακά περάσματα στον κόσμο. Από το συγκεκριμένο θαλάσσιο πέρασμα διέρχεται περίπου το 30% του πετρελαίου που μεταφέρεται διεθνώς δια θαλάσσης, σχεδόν το 20% της παγκόσμιας παραγωγής αργού πετρελαίου, αλλά και περίπου το 20% των μεταφορών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG).
Η πιθανότητα περιορισμού ή ακόμη και προσωρινού κλεισίματος των στενών δημιουργεί άμεσα προβλήματα στην παγκόσμια προσφορά ενέργειας. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προκαλέσει σημαντικές αυξήσεις στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου, επηρεάζοντας άμεσα τόσο τις αγορές όσο και τις οικονομίες των κρατών.
Πώς υπολογίζονται οι οικονομικές επιπτώσεις
Για την εκτίμηση των πιθανών οικονομικών συνεπειών της κρίσης, το Παρατηρητήριο χρησιμοποιεί αναλογικά οικονομικά μοντέλα βασισμένα σε συγκρίσεις με προηγούμενες διεθνείς συγκρούσεις. Η μέθοδος αυτή επιτρέπει την εξαγωγή συμπερασμάτων μέσω ιστορικών παραδειγμάτων με παρόμοια γεωπολιτικά χαρακτηριστικά.
Στα βασικά σημεία αναφοράς περιλαμβάνεται ο πόλεμος των Ηνωμένων Πολιτειών στο Ιράκ, ο οποίος εκτιμάται ότι κόστισε περίπου 2,2 τρισεκατομμύρια δολάρια στην αμερικανική οικονομία. Εξετάζεται επίσης η σύγκρουση Ισραήλ–Χεζμπολάχ το 2006, η οποία διήρκεσε 34 ημέρες και κόστισε στο Ισραήλ μεταξύ 3,5 και 5 δισεκατομμυρίων δολαρίων. Αντίστοιχα, ο πόλεμος στη Συρία από το 2011 μέχρι σήμερα έχει προκαλέσει οικονομικές απώλειες που ξεπερνούν τα 350 δισεκατομμύρια δολάρια, ενώ η σύγκρουση στην Ουκρανία από το 2022 εκτιμάται ότι έχει επιφέρει κόστος περίπου ενός τρισεκατομμυρίου δολαρίων στην παγκόσμια οικονομία σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ) και την Παγκόσμια Τράπεζα.
Στο πλαίσιο της τρέχουσας κρίσης, εκτιμάται ότι η σύγκρουση μεταξύ Ισραήλ και Ιράν κοστίζει ήδη στο Ισραήλ περίπου δύο έως τρία δισεκατομμύρια δολάρια εβδομαδιαίως, κυρίως λόγω του περιορισμού της οικονομικής δραστηριότητας.
Στα μοντέλα εκτίμησης λαμβάνονται υπόψη πολλοί παράγοντες: το κόστος στρατιωτικών επιχειρήσεων, οι καταστροφές σε υποδομές, οι απώλειες στο Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν (ΑΕΠ), οι διαταραχές στις χρηματοπιστωτικές ροές, η νομισματική αστάθεια και οι μεταβολές στις τιμές της ενέργειας. Οι πρώτες ενδείξεις δείχνουν ότι η τιμή του πετρελαίου έχει ήδη δεχθεί ανοδικές πιέσεις περίπου 14 δολαρίων ανά βαρέλι.
Οι άμεσες επιπτώσεις στις εμπλεκόμενες χώρες
Στο Ισραήλ, οι οικονομικές επιπτώσεις της σύγκρουσης προκύπτουν κυρίως από τη μαζική επιστράτευση εφέδρων, τη διακοπή της παραγωγικής δραστηριότητας και τις ζημιές σε υποδομές και κατοικημένες περιοχές που βρίσκονται κοντά σε ζώνες επιχειρήσεων. Η κινητοποίηση εκατοντάδων χιλιάδων εφέδρων αφαιρεί σημαντικό μέρος του εργατικού δυναμικού από την οικονομία, ενώ οι εκκενώσεις οικισμών και το κλείσιμο σχολείων περιορίζουν περαιτέρω την παραγωγικότητα. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του ισραηλινού Υπουργείου Οικονομικών, οι περιορισμοί στην οικονομική δραστηριότητα και οι έκτακτες συνθήκες ασφάλειας προκαλούν απώλειες που μπορεί να φθάνουν περίπου τα 3 δισεκατομμύρια δολάρια εβδομαδιαίως. Το ποσό αυτό αφορά κυρίως την απώλεια οικονομικής δραστηριότητας και τις άμεσες ζημιές στην οικονομία, χωρίς να περιλαμβάνει τις καθαρά στρατιωτικές δαπάνες, οι οποίες αυξάνουν σημαντικά το συνολικό δημοσιονομικό κόστος της σύγκρουσης.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οικονομικές επιπτώσεις της κρίσης εκδηλώνονται κυρίως μέσω της αγοράς ενέργειας και των χρηματοοικονομικών αγορών. Η άνοδος των διεθνών τιμών πετρελαίου μεταφέρεται άμεσα στις τιμές καυσίμων και στον πληθωρισμό. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, μια αύξηση της τάξης του 10% στις τιμές ενέργειας μπορεί να αυξήσει τον πληθωρισμό κατά περίπου 0,4 ποσοστιαίες μονάδες. Παράλληλα, κάθε αύξηση κατά 10 δολάρια στην τιμή του πετρελαίου μεταφράζεται περίπου σε άνοδο 30 σεντς ανά γαλόνι στη βενζίνη, γεγονός που επηρεάζει άμεσα το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Σε ένα σενάριο όπου οι τιμές του πετρελαίου παραμένουν κοντά ή πάνω από τα 100 δολάρια ανά βαρέλι, η αύξηση του κόστους ενέργειας θα μπορούσε να μειώσει την καταναλωτική δαπάνη στις Ηνωμένες Πολιτείες κατά 50 έως 150 δισεκατομμύρια δολάρια ετησίως. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί πρόσθετες πληθωριστικές πιέσεις και αυξάνει τη μεταβλητότητα στις χρηματοοικονομικές αγορές, ενώ παράλληλα περιπλέκει τις αποφάσεις της Ομοσπονδιακής Τράπεζας ως προς τη νομισματική πολιτική.
Για το Ιράν, οι οικονομικές επιπτώσεις μιας παρατεταμένης σύγκρουσης θα μπορούσαν να είναι ιδιαίτερα σοβαρές. Σύμφωνα με στοιχεία του OPEC, τα έσοδα της χώρας από εξαγωγές πετρελαίου ανήλθαν σε περίπου 46–47 δισεκατομμύρια δολάρια το 2024. Αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 3,8 δισεκατομμύρια δολάρια μηνιαίως ή περίπου 125 εκατομμύρια δολάρια ημερησίως. Σε περίπτωση σοβαρής διαταραχής των εξαγωγών λόγω ζημιών σε ενεργειακές υποδομές ή περιορισμών στη ναυσιπλοΐα στον Περσικό Κόλπο, το Ιράν θα μπορούσε να χάσει έως και 90–110 εκατομμύρια δολάρια ημερησίως. Σε ένα σενάριο παρατεταμένης κρίσης έξι μηνών, οι συνολικές απώλειες θα μπορούσαν να προσεγγίσουν τα 16–20 δισεκατομμύρια δολάρια, πλήγμα ιδιαίτερα σημαντικό για μια οικονομία που εξακολουθεί να λειτουργεί υπό αυστηρό καθεστώς διεθνών κυρώσεων.
Τρία πιθανά σενάρια για την ενέργεια
Οι αναλύσεις του Παρατηρητηρίου βασίζονται σε τρία υποθετικά σενάρια που σχετίζονται κυρίως με την εξέλιξη της ενεργειακής αγοράς. Στο πρώτο σενάριο, η σύγκρουση παραμένει περιορισμένη και οι τιμές του πετρελαίου κινούνται μεταξύ 80 και 90 δολαρίων ανά βαρέλι. Στο δεύτερο σενάριο, μια σοβαρή διακοπή των εξαγωγών οδηγεί την τιμή του πετρελαίου σε επίπεδα μεταξύ 90 και 110 δολαρίων. Στο τρίτο και πιο ακραίο σενάριο, ένα παρατεταμένο κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ θα μπορούσε να εκτοξεύσει την τιμή του πετρελαίου πάνω από τα 120 έως 130 δολάρια ανά βαρέλι.
Πιθανές επιπτώσεις στην κυπριακή οικονομία
Με βάση αυτά τα σενάρια και με εκτιμώμενη διάρκεια κρίσης δύο έως έξι μηνών, η κυπριακή οικονομία ενδέχεται να αντιμετωπίσει διαφορετικά επίπεδα επιπτώσεων.
Στο πιο ήπιο σενάριο, όπου η κρίση διαρκεί δύο έως τρεις μήνες και παραμένει ελεγχόμενη χωρίς σοβαρή διακοπή στο Στενό του Ορμούζ, ο τουρισμός θα μπορούσε να μειωθεί κατά περίπου 10% έως 15%. Η τιμή του πετρελαίου Brent θα κυμαινόταν μεταξύ 85 και 100 δολαρίων ανά βαρέλι, ενώ η ναυτιλία θα επηρεαζόταν κυρίως από την αύξηση των ασφαλίστρων πολέμου. Σε αυτή την περίπτωση η κυπριακή οικονομία θα μπορούσε να καταγράψει ύφεση μεταξύ 0,5% και 1% του ΑΕΠ, με δημοσιονομικό κόστος που εκτιμάται μεταξύ 120 και 180 εκατομμυρίων ευρώ.
Σε ένα δεύτερο σενάριο, όπου η κρίση επεκτείνεται περιφερειακά με εμπλοκή χωρών όπως ο Λίβανος και η Συρία, η τιμή του πετρελαίου θα μπορούσε να κινηθεί μεταξύ 100 και 120 δολαρίων ανά βαρέλι. Σε αυτή την περίπτωση αναμένονται σημαντικές ακυρώσεις πτήσεων και σημαντική μείωση του τουρισμού, πιθανώς της τάξης του 30% έως 40%. Παράλληλα, δεν μπορεί να αποκλειστεί η εμφάνιση προσφυγικών ροών προς την Κύπρο, οι οποίες ενδέχεται να φθάσουν μεταξύ 15.000 και 25.000 ατόμων. Η οικονομική επίπτωση θα μπορούσε να οδηγήσει σε ύφεση μεταξύ 1,5% και 2,5% του ΑΕΠ και σε δημοσιονομικό κόστος μεταξύ 350 και 550 εκατομμυρίων ευρώ.
Το τρίτο και πιο ακραίο σενάριο αφορά μια παρατεταμένη κρίση διάρκειας πέντε έως έξι μηνών, με κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ και ευρύτερη εμπλοκή περιφερειακών δυνάμεων. Σε μια τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να σημειωθεί σχεδόν κατάρρευση του τουρισμού, με μείωση που ενδέχεται να φτάσει το 60% έως 70%. Το πραγματικό αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από τρεις βασικές μεταβλητές:
Α. Η αντίληψη ασφάλειας
Στον τουρισμό δεν λειτουργεί μόνο η πραγματική ασφάλεια αλλά κυρίως η αντίληψη κινδύνου στις αγορές προέλευσης. Η Κύπρος βρίσκεται γεωγραφικά πολύ κοντά στη Μέση Ανατολή. Σε περίπτωση γενικευμένης σύγκρουσης, πολλές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις πιθανότατα θα εκδώσουν ταξιδιωτικές οδηγίες για την Ανατολική Μεσόγειο, αεροπορικές εταιρείες θα περιορίσουν πτήσεις, και ταξιδιωτικοί οργανισμοί θα μεταφέρουν πακέτα σε «ασφαλέστερους» προορισμούς.
Β. Η λειτουργία των αεροπορικών συνδέσεων
Ο κυπριακός τουρισμός εξαρτάται σχεδόν 100% από τις αεροπορικές μεταφορές. Σε ακραίο σενάριο θα μπορούσαν να συμβούν κλείσιμο μεγάλων τμημάτων εναέριου χώρου στη Μέση Ανατολή, εκτόξευση ασφαλίστρων πολέμου για αεροπορικές εταιρείες, και ακυρώσεις πτήσεων από εταιρείες χαμηλού κόστους.
Γ. Η συμπεριφορά των βασικών αγορών
Η Κύπρος εξαρτάται κυρίως από το Ηνωμένο Βασίλειο, το Ισραήλ, την Πολωνία, την Γερμανία, και τις Σκανδιναβικές χώρες. Σε περιφερειακό πόλεμο η ισραηλινή αγορά πρακτικά μηδενίζεται, οι ευρωπαϊκές αγορές συνήθως μειώνονται 40%–60% σε περιόδους υψηλού γεωπολιτικού ρίσκου, και οι μεγάλοι tour operators μεταφέρουν πακέτα σε Ισπανία, Πορτογαλία, Ελλάδα ή Τουρκία.
Σε ένα ακραίο σενάριο, η κυπριακή οικονομία θα δεχόταν ένα ισχυρό ενεργειακό σοκ, καθώς μια κρίση στην Ανατολική Μεσόγειο και ενδεχόμενο κλείσιμο κρίσιμων ενεργειακών διαύλων θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σημαντική αύξηση του κόστους ενέργειας για εισαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Οι εμπειρογνώμονες έχουν προειδοποιήσει ότι υψηλές και παρατεταμένες τιμές ενέργειας θα αυξήσουν το κόστος παραγωγής, τη ρευστότητα των επιχειρήσεων και τις τιμές ηλεκτρισμού στην Κύπρο, επιβαρύνοντας νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Παράλληλα, πιθανές μεγάλες προσφυγικές ροές λόγω της γεωγραφικής εγγύτητας και η εντεινόμενη αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές θα μπορούσαν να μειώσουν περαιτέρω την εμπιστοσύνη των επενδυτών και να αναστείλουν επενδύσεις σε κρίσιμους τομείς της οικονομίας, όπως ο τουρισμός και οι υπηρεσίες. Υπό αυτές τις συνθήκες, η κυπριακή οικονομία θα μπορούσε να εισέλθει σε βαθύτερη ύφεση, με πτώση του ΑΕΠ πιθανώς μεταξύ 4% και 6%, ενώ οι δημοσιονομικές ανάγκες για στήριξη της οικονομίας και αντιμετώπιση των συνεπειών θα μπορούσαν να επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό κατά περίπου 1 έως 1,2 δισ. ευρώ ή και περισσότερο, ανάλογα με τη διάρκεια και ένταση της κρίσης.
Οι επιπτώσεις στην Ευρώπη
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, μια παρατεταμένη κρίση που θα διατηρούσε την τιμή του πετρελαίου μεταξύ 100 και 120 δολαρίων ανά βαρέλι θα μπορούσε να οδηγήσει σε σημαντικές αυξήσεις στις τιμές των καυσίμων, πιθανώς μεταξύ 25% και 50%. Το συνολικό οικονομικό κόστος για την Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε να φθάσει μεταξύ 350 και 550 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Η Ιρανική κρίση αποτελεί ένα ακόμη παράδειγμα του πόσο στενά συνδεδεμένες είναι η γεωπολιτική αστάθεια και η παγκόσμια οικονομία. Σε μια εποχή όπου οι ενεργειακές αγορές παραμένουν ιδιαίτερα ευαίσθητες, ακόμη και περιορισμένες στρατιωτικές συγκρούσεις μπορούν να προκαλέσουν σημαντικές οικονομικές αναταράξεις. Το καθοριστικό στοιχείο για την εξέλιξη των οικονομικών επιπτώσεων δεν είναι μόνο η ένταση της σύγκρουσης αλλά κυρίως η διάρκειά της. Όσο περισσότερο παρατείνεται η αβεβαιότητα, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος βαθύτερων επιπτώσεων στις διεθνείς αγορές, στην ενεργειακή ασφάλεια και στην οικονομική σταθερότητα.
Για μικρές ανοικτές οικονομίες όπως η κυπριακή, οι εξελίξεις αυτές υπογραμμίζουν τη σημασία της έγκαιρης προετοιμασίας, της ενεργειακής διαφοροποίησης και της διατήρησης ισχυρών δημοσιονομικών αντοχών. Σε ένα αβέβαιο διεθνές περιβάλλον, η προσαρμοστικότητα και η στρατηγική πρόβλεψη αποτελούν πλέον βασικά εργαλεία οικονομικής ασφάλειας.
*Πέτρος Λοής (lois.p@unic.ac.cy) και Μάριος Χρίστου (christou.m@unic.ac.cy)
Τμήμα Λογιστικής, Οικονομικών και Χρηματοοικονομικής
Σχολή Διοίκησης Επιχειρήσεων
Πανεπιστήμιο Λευκωσίας







