*Ανταπόκριση Βρυξέλλες
Η Ευρώπη επιδιώκει να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα, να θωρακίσει την ασφάλειά της και να επιταχύνει την ενεργειακή μετάβαση. Το ερώτημα, ωστόσο, είναι ποιος θα αποφασίζει για τις επενδύσεις, με ποια κριτήρια και με ποιον τρόπο τα οφέλη θα φτάνουν σε κάθε περιφέρεια. Για την Kata Tüttő, πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής των Περιφερειών, η απάντηση συνδέεται άμεσα με τη διατήρηση της ευρωπαϊκής ενότητας.
«Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να αποτελέσει ισχυρό παγκόσμιο παίκτη μόνο αν παραμείνει ενωμένη εσωτερικά», επεσήμανε κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου στην έδρα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, στο κτίριο Berlaymont, στις Βρυξέλλες. Η παρέμβασή της πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της 24ης Ευρωπαϊκής Εβδομάδας Περιφερειών και Πόλεων, με σύνθημα «Strong Regions, Strong Europe».
Η φετινή διοργάνωση πραγματοποιείται σε μια περίοδο κατά την οποία η συζήτηση για τον επόμενο πολυετή προϋπολογισμό της ΕΕ αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα. Η άμυνα, η ανταγωνιστικότητα, η ενεργειακή ασφάλεια και η προσιτή στέγαση διεκδικούν μεγαλύτερο μερίδιο των ευρωπαϊκών πόρων, ενώ οι περιφέρειες επιδιώκουν να διατηρήσουν ουσιαστικό ρόλο στον σχεδιασμό των επενδύσεων που αφορούν τις κοινότητές τους.
Η Tüttő υπογράμμισε ότι «η ισχυρή Ευρώπη απαιτεί ισχυρές περιφέρειες», περιγράφοντας μια βασική αρχή της ευρωπαϊκής συνοχής: οι κοινές στρατηγικές χρειάζονται τοπική εφαρμογή, με βάση τις διαφορετικές οικονομικές, κοινωνικές και γεωγραφικές συνθήκες. Στην ίδια ενημέρωση, αναφέρθηκε στη συμμετοχή 121 περιφερειών και πόλεων, καθώς και στο πρόγραμμα συνεδριών που πλαισιώνει τη διοργάνωση.
Το χάσμα μεταξύ προσδοκιών και διαθέσιμων πόρων
Το πρώτο ζήτημα αφορά την απόσταση ανάμεσα στις ευρωπαϊκές φιλοδοξίες και στις οικονομικές δυνατότητες των τοπικών αρχών. Οι δήμοι και οι περιφέρειες καλούνται να ανταποκριθούν σε περισσότερες απαιτήσεις: να αναβαθμίσουν τις υποδομές, να βελτιώσουν τις δημόσιες υπηρεσίες, να προσαρμοστούν στην κλιματική αλλαγή και να στηρίξουν την τοπική οικονομία. Την ίδια στιγμή, η εξασφάλιση επαρκούς χρηματοδότησης παραμένει κρίσιμη προϋπόθεση για την υλοποίηση αυτών των στόχων.
Η πρόεδρος σημείωσε ότι ένας ετήσιος προϋπολογισμός της τάξης των 250 δισ. ευρώ αδυνατεί να καλύψει κάθε υφιστάμενη ανάγκη. Παράλληλα, αναφέρθηκε στην ετήσια έκθεση που εκπονείται σε συνεργασία με το Κοινό Κέντρο Ερευνών, η οποία καταγράφει τις ανάγκες και τις προσδοκίες των πολιτών.
Η συζήτηση αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν εξεταστεί το μέγεθος των οικονομικών διαφορών στο εσωτερικό της Ένωσης. Σύμφωνα με τη Eurostat, το 2024 το κατά κεφαλήν ΑΕΠ σε όρους αγοραστικής δύναμης κυμάνθηκε από το 30,1% του μέσου όρου της ΕΕ στη Μαγιότ έως το 268,3% στην περιφέρεια Eastern and Midland της Ιρλανδίας. Η απόκλιση αποτυπώνει τις πολύ διαφορετικές οικονομικές αφετηρίες των ευρωπαϊκών περιοχών και εξηγεί γιατί οι ενιαίες πολιτικές χρειάζονται προσαρμογή στις τοπικές συνθήκες.
Η δική μου ανάγνωση είναι ότι η πραγματική δυσκολία για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό αφορά τόσο το συνολικό ύψος των διαθέσιμων πόρων όσο και την κατανομή τους. Μια επένδυση μπορεί να έχει στρατηγική αξία σε ευρωπαϊκό επίπεδο, όμως η αποτελεσματικότητά της εξαρτάται και από το κατά πόσο ανταποκρίνεται στις ανάγκες των ανθρώπων που επηρεάζει.
Η ανησυχία για τη συγκέντρωση των αποφάσεων
Το δεύτερο ζήτημα αφορά το μοντέλο διαχείρισης των ευρωπαϊκών κονδυλίων. Η Tüttő εξέφρασε επιφυλάξεις για τη μετατόπιση της λήψης αποφάσεων προς περισσότερο συγκεντρωτικές δομές, συνδέοντας την προσέγγιση αυτή με τον τρόπο λειτουργίας του Ταμείου Ανάκαμψης.
Όπως υποστήριξε, η απομάκρυνση των αποφάσεων από τις τοπικές και περιφερειακές αρχές απειλεί τη θεμελιώδη λογική της πολιτικής συνοχής. Στην τοποθέτησή της περιέγραψε ένα μοντέλο στο οποίο σημαντικό μέρος των χρηματοδοτήσεων περνά υπό κεντρικό έλεγχο, με αυστηρούς μηχανισμούς διαχείρισης και αξιολόγησης. Η κριτική της εστιάζει στον κίνδυνο οι οικονομικές επιλογές να σχεδιάζονται με βάση γενικές εθνικές ή ευρωπαϊκές προτεραιότητες, χωρίς επαρκή συνεκτίμηση των ιδιαίτερων αναγκών κάθε περιοχής.
Το ζήτημα έχει θεσμική διάσταση. Η πολιτική συνοχής στηρίζεται στην πολυεπίπεδη διακυβέρνηση και στη συνεργασία μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των κρατών μελών και των τοπικών αρχών. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, από την πλευρά της, έχει παρουσιάσει την ενδιάμεση αναθεώρηση της πολιτικής συνοχής ως τρόπο ενίσχυσης της ευελιξίας, ώστε τα κράτη μέλη να μπορούν να κατευθύνουν πόρους σε νέες στρατηγικές προτεραιότητες, όπως η ανταγωνιστικότητα, η άμυνα, η προσιτή στέγαση, η ενεργειακή μετάβαση και η ανθεκτικότητα των υδάτων.
Αυτές οι δύο προσεγγίσεις αποκαλύπτουν το βασικό δίλημμα: η Ευρώπη χρειάζεται ταχύτητα και δυνατότητα προσαρμογής, αλλά και μηχανισμούς που διατηρούν ουσιαστική τη συμμετοχή των περιφερειών. Η κεντρική διαχείριση μπορεί να διευκολύνει την εφαρμογή κοινών προτεραιοτήτων· η τοπική γνώση, ωστόσο, είναι εκείνη που βοηθά να διαπιστωθεί ποια παρέμβαση ανταποκρίνεται καλύτερα σε κάθε πραγματική ανάγκη.
Η ενιαία αγορά και ο κίνδυνος διεύρυνσης των ανισοτήτων
Το τρίτο ζήτημα συνδέεται με την ανταγωνιστικότητα και την ενιαία αγορά. Η Tüttő προειδοποίησε ότι ο εντονότερος ανταγωνισμός μεταξύ περιοχών, χωρίς αντισταθμιστικούς μηχανισμούς, μπορεί να επιβαρύνει τις λιγότερο ανεπτυγμένες οικονομίες και να θέσει σε κίνδυνο την πρόοδο που έχει ήδη επιτευχθεί.
Η θέση της αγγίζει μια ουσιαστική αντίφαση της ευρωπαϊκής οικονομίας. Η ενιαία αγορά προσφέρει πρόσβαση σε ένα μεγάλο πεδίο εμπορίου, επενδύσεων και απασχόλησης. Οι περιφέρειες, όμως, ξεκινούν από διαφορετικές θέσεις ως προς τις υποδομές, την πρόσβαση σε χρηματοδότηση, την εξειδίκευση του εργατικού δυναμικού και την εγγύτητα σε μεγάλα επιχειρηματικά κέντρα.
Για την Tüttő, μέρος των κερδών που παράγει η ενιαία αγορά πρέπει να επανεπενδύεται, ώστε όλες οι περιφέρειες να μπορούν να αναπτύσσουν ισχυρές υποδομές και να προσφέρουν ουσιαστικές ευκαιρίες στους κατοίκους τους.
Η άποψη αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία για τις μικρότερες και απομακρυσμένες περιοχές, όπου η απουσία επαρκών μεταφορικών συνδέσεων, η περιορισμένη πρόσβαση σε υπηρεσίες και η δυσκολία προσέλκυσης επενδύσεων μπορούν να περιορίσουν την αναπτυξιακή δυναμική. Η συνοχή, επομένως, αφορά τόσο τη χρηματοδότηση έργων όσο και τη διατήρηση των προϋποθέσεων για συμμετοχή στην κοινή ευρωπαϊκή οικονομία.
Το πραγματικό διακύβευμα του επόμενου προϋπολογισμού
Η συζήτηση για τον ευρωπαϊκό προϋπολογισμό είναι, τελικά, μια συζήτηση για τις προτεραιότητες της Ένωσης και για τον τρόπο με τον οποίο αυτές θα μεταφραστούν σε αποτελέσματα. Η Ευρώπη καλείται να χρηματοδοτήσει νέες στρατηγικές ανάγκες, διατηρώντας παράλληλα τη δυνατότητα των περιφερειών να αναπτύσσονται με βάση τις δικές τους δυνατότητες.
Η θέση της Kata Tüttő αναδεικνύει μια κρίσιμη παράμετρο: η ισχύς της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξαρτάται και από την ικανότητά της να διατηρεί δεσμούς εμπιστοσύνης μεταξύ των θεσμών και των τοπικών κοινωνιών. Η χρηματοδότηση αποκτά πραγματική αξία όταν συνδέεται με μετρήσιμα αποτελέσματα, ουσιαστική συμμετοχή των περιφερειών και προοπτικές για τους πολίτες.
Η συζήτηση αυτή συνδέεται άμεσα με το έργο EUtopia, το οποίο εστιάζει στην ανάδειξη του τρόπου με τον οποίο η Πολιτική Συνοχής και οι ευρωπαϊκές επενδύσεις μεταφράζονται σε απτά αποτελέσματα για τις περιφέρειες και την καθημερινότητα των πολιτών. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην ανάγκη οι ευρωπαϊκές πολιτικές να γίνονται περισσότερο κατανοητές και ορατές σε τοπικό επίπεδο, αλλά και στη σημασία της συμμετοχής των τοπικών κοινωνιών και των περιφερειακών φορέων στον διάλογο γύρω από τις προτεραιότητες και το μέλλον της Πολιτικής Συνοχής.
Η ευρωπαϊκή συνοχή χρειάζεται, συνεπώς, περισσότερα από έναν ισχυρό προϋπολογισμό. Χρειάζεται μια αρχιτεκτονική αποφάσεων που να συνδυάζει κοινές στρατηγικές με τοπική γνώση και οικονομική αποτελεσματικότητα με ισότιμη πρόσβαση στις ευκαιρίες. Το ζητούμενο για την επόμενη περίοδο είναι να αποδειχθεί ότι η ενότητα της Ευρώπης μπορεί να αποτυπωθεί και στον τρόπο με τον οποίο κατανέμει τους πόρους της.
Το έργο EUtopia εκπροσωπήθηκε στην 24η Ευρωπαϊκή Εβδομάδα Περιφερειών και Πόλεων στις Βρυξέλλες, παρακολουθώντας συζητήσεις και παρουσιάσεις που συνδέονται με τις προτεραιότητες της Πολιτικής Συνοχής, την περιφερειακή ανάπτυξη και τον ρόλο των τοπικών κοινωνιών στη διαμόρφωση του ευρωπαϊκού μέλλοντος. Η συμμετοχή αποτέλεσε παράλληλα ευκαιρία για ανταλλαγή γνώσης και καλών πρακτικών που μπορούν να αξιοποιηθούν στο πλαίσιο των δράσεων του έργου. Το EUtopia υλοποιείται από την IMH, το CARDET και τον Οργανισμό Νεολαίας Κύπρου (ΟΝΕΚ).
Το έργο EUtopia συγχρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Οι απόψεις και οι γνώμες που διατυπώνονται εκφράζουν αποκλειστικά τις απόψεις των συντακτών και δεν αντικατοπτρίζουν κατ’ ανάγκη τις απόψεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Ούτε η Ευρωπαϊκή Ένωση ούτε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορούν να θεωρηθούν υπεύθυνες για αυτές.







