Η μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης δεν ολοκληρώθηκε με τις συνενώσεις δήμων και κοινοτήτων. Η πραγματική δοκιμασία της άρχισε όταν οι νέοι δήμοι κλήθηκαν να λειτουργήσουν στην πράξη και να αποδείξουν ότι το μεγαλύτερο διοικητικό μέγεθος μπορεί να συνδυαστεί με αποτελεσματικότητα, οικονομία και εγγύτητα προς τον πολίτη.
Δύο και πλέον χρόνια μετά, ένας από τους θεσμούς που πρέπει να αξιολογηθούν είναι εκείνος του αντιδημάρχου. Όχι για να αμφισβητηθεί η ανάγκη τοπικής εκπροσώπησης, αλλά για να διαπιστωθεί κατά πόσο ο θεσμός υπηρετεί τον σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκε.
Τι προβλέπει πραγματικά ο νόμος
Η δημόσια συζήτηση δημιουργεί ενίοτε την εντύπωση ότι ο αντιδήμαρχος είναι αιρετός χωρίς ουσιαστικές αρμοδιότητες. Το άρθρο 63 του περί Δήμων Νόμου παρουσιάζει διαφορετική εικόνα.
Ο αντιδήμαρχος προεδρεύει της δημοτικής επιτροπής του διαμερίσματος του και ασκεί συγκεκριμένες κατά τόπον αρμοδιότητες. Εποπτεύει ζητήματα καθαριότητας και κατάστασης υποδομών, πάρκων, χώρων πρασίνου, οδικού δικτύου και πεζοδρομίων, ενημερώνεται για την αλληλογραφία του διαμερίσματος του και συνεργάζεται με τους δημοτικούς συμβούλους για την επίλυση τοπικών προβλημάτων.
Παράλληλα, συμμετέχει στη Διαχειριστική Επιτροπή και, με δικαίωμα ψήφου, στις επιτροπές του δήμου όταν συζητούνται ζητήματα του διαμερίσματος του, μπορεί κατ’ εντολή του δημάρχου να εκπροσωπεί τον δήμο και να εποπτεύει ζητήματα κοινωνικής πρόνοιας και συνοχής.
Ο νόμος επιτρέπει επίσης στον δήμαρχο να του μεταβιβάζει πρόσθετες αρμοδιότητες, ενώ προβλέπει, υπό προϋποθέσεις, την αναπλήρωση του δημάρχου από αντιδήμαρχο σε περίπτωση απουσίας ή κωλύματος του.
Επομένως, το ζήτημα δεν είναι η απουσία νομοθετικού ρόλου, αλλά κατά πόσο αυτός ασκείται στην πράξη και μετατρέπεται σε απτό αποτέλεσμα για τον δημότη.
Αιρετός με δημοκρατική νομιμοποίηση
Ο αντιδήμαρχος δεν είναι διορισμένος λειτουργός. Είναι αιρετός και αντλεί τη νομιμοποίηση του απευθείας από τους πολίτες του δημοτικού διαμερίσματος.
Αυτό δημιουργεί και αυξημένη ευθύνη. Ο δημότης εύλογα αναμένει από τον αντιδήμαρχο του να γνωρίζει τα προβλήματα της περιοχής, να τα μεταφέρει εκεί όπου λαμβάνονται οι αποφάσεις και να παρακολουθεί την αντιμετώπιση τους. Η εγγύτητα αυτή αποκτά μεγαλύτερη σημασία μετά τις συνενώσεις, ιδιαίτερα για μικρότερες ή απομακρυσμένες τοπικές κοινωνίες.
Πριν μετρήσουμε αντιδημάρχους, ας μετρήσουμε έργο
Στους 20 νέους δήμους δημιουργήθηκαν 93 θέσεις αντιδημάρχων. Ήδη συζητείται η μείωση τους, ενώ έχουν δημοσιοποιηθεί σενάρια περιορισμού του αριθμού τους μεταξύ 35 και 45.
Η συζήτηση είναι θεμιτή. Θα ήταν όμως λάθος να αρχίσουμε από τον αριθμό. Πριν αποφασίσουμε πόσους αντιδημάρχους χρειαζόμαστε, πρέπει να απαντήσουμε σε ένα προηγούμενο ερώτημα, τι ακριβώς θέλουμε να κάνει ο αντιδήμαρχος;
Η απάντηση δεν μπορεί να είναι ίδια για κάθε δημοτικό διαμέρισμα. Πληθυσμός, γεωγραφική έκταση, απόσταση από το διοικητικό κέντρο, ιδιαίτερα τοπικά χαρακτηριστικά και πραγματικές ανάγκες πρέπει να αποτελέσουν αντικειμενικά κριτήρια.
Το κόστος πρέπει να συνδέεται με αποτέλεσμα
Το ετήσιο κόστος μισθοδοσίας των 93 αντιδημάρχων έχει υπολογιστεί σε περίπου €2.6 εκατ. Το ποσό δεν μπορεί να αγνοηθεί, αλλά ούτε αρκεί από μόνο του για να κριθεί ένας δημοκρατικός θεσμός.
Η ορθότερη ερώτηση είναι, ποια δημόσια αξία παράγεται έναντι αυτής της δαπάνης; Αν ο αντιδήμαρχος αποτελεί σημείο αναφοράς για τον δημότη, εντοπίζει προβλήματα, παρακολουθεί την επίλυση τους, συντονίζεται με τις δημοτικές υπηρεσίες και λογοδοτεί, τότε ο θεσμός αποκτά περιεχόμενο. Εάν περιορίζεται σε έναν τίτλο χωρίς σαφή ευθύνη και δυνατότητα παρέμβασης, ακόμη και μικρότερο κόστος δύσκολα δικαιολογείται.
Λιγότεροι, αλλά με περισσότερη ευθύνη
Η επόμενη φάση της μεταρρύθμισης πρέπει να συνδέσει τρία στοιχεία, αριθμό, αρμοδιότητες και λογοδοσία. Για κάθε αντιδήμαρχο θα μπορούσε, στην αρχή κάθε έτους, να καθορίζεται συγκεκριμένο πεδίο ευθύνης και στόχων, αξιοποιώντας και τη δυνατότητα μεταβίβασης πρόσθετων αρμοδιοτήτων του άρθρου 63. Στο τέλος του έτους θα μπορούσε να δημοσιοποιείται, ανά δημοτικό διαμέρισμα, σύντομος απολογισμός, ποια προβλήματα καταγράφηκαν, ποιες παρεμβάσεις έγιναν, ποια ζητήματα επιλύθηκαν και ποια παραμένουν σε εκκρεμότητα.
Έτσι, ο δημότης θα γνωρίζει όχι μόνο ποιος τον εκπροσωπεί, αλλά και τι πραγματικά επιτεύχθηκε. Η λογοδοσία αποκτά περιεχόμενο και η συζήτηση παύει να είναι απλώς αριθμητική.
Η μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρέπει να έχει το θάρρος να αξιολογεί και να διορθώνει τον εαυτό της. Αν η εμπειρία δείχνει ότι 93 αντιδήμαρχοι είναι περισσότεροι από όσους χρειάζονται οι νέοι δήμοι, ο αριθμός πρέπει να επανεξεταστεί. Αν μειωθούν, όσοι παραμείνουν πρέπει να αποκτήσουν ισχυρότερο, σαφέστερο και μετρήσιμο ρόλο. Γιατί τελικά το ερώτημα δεν είναι πόσους αντιδημάρχους μπορούμε να έχουμε. Είναι πόσους πραγματικά χρειαζόμαστε και τι απαιτούμε από τον καθένα.
*Δικηγόρος στη Λάρνακα, Coucounis Law







