Η Βουλή διανύει τις τελευταίες εβδομάδες πριν από την αυτοδιάλυσή της. Θα ανέμενε κανείς θεσμική σοβαρότητα, αυτοσυγκράτηση και αίσθηση ευθύνης. Αντί αυτού, παρακολουθούμε ένα κρεσέντο παρεμβάσεων που αγγίζουν τον πυρήνα της οικονομικής σταθερότητας, με εμφανή στόχο το πολιτικό χειροκρότημα. Όχι όλοι μεν, αρκετοί δε. Σε αυτή τη Βουλή. Όχι στην επόμενη που, αν κρίνουμε από τα σημάδια, θα ανεβάσει τον πήχη του λαϊκισμού. Κι αυτός δεν είναι ο τελευταίος σταθμός. Η σκυτάλη θα μεταφερθεί και στην προεκλογική για τις προεδρικές εκλογές του ’28.
Το πρόβλημα δεν είναι η συζήτηση. Το πρόβλημα είναι ο χρόνος, ο τρόπος και το μήνυμα που εκπέμπεται από τους αντιπροσώπους. Και το μήνυμα είναι ότι σε αυτή τη χώρα, οι κανόνες μπορούν να αλλάζουν όταν βολεύει.
Πρώτο μέτωπο, οι εκποιήσεις. Πριν από λίγα χρόνια, η Κύπρος πάσχιζε να πείσει ξένους επενδυτές να αναλάβουν ρίσκο σε ένα τραπεζικό σύστημα που μόλις είχε επιβιώσει από κατάρρευση. Δισεκατομμύρια ευρώ τοποθετήθηκαν σε μη εξυπηρετούμενα δάνεια, στη βάση ενός συγκεκριμένου νομικού πλαισίου. Σήμερα, που η οικονομία σταθεροποιήθηκε και το τραπεζικό σύστημα ανακτά την κανονικότητά του, άνοιξε εκ νέου η συζήτηση για αλλαγές στους κανόνες του παιχνιδιού.
- Διαβάστε επίσης: Βλέπει θετικά επανάνοιγμα του σχεδίου «ενοίκιο έναντι δόσης» είπε ο Υπουργός Οικονομικών στη Βουλή
Σε μια μικρή οικονομία, η αξιοπιστία είναι κεφάλαιο. Δεν είμαστε ούτε το κέντρο του κόσμου, ούτε μεγάλοι παίχτες. Οι επενδυτές δεν είναι υποχρεωμένοι να παραμείνουν στη χώρα μας, ενώ οι οίκοι αξιολόγησης παρακολουθούν με προσοχή τα όσα συμβαίνουν. Κάθε θεσμική αστάθεια μεταφράζεται σε αυξημένο κόστος δανεισμού, λιγότερη εμπιστοσύνη, μεγαλύτερη επιφυλακτικότητα. Αν υπάρχει ανάγκη βελτίωσης, ορθά ανέφερε ο κ. Κεραυνός ότι αυτή πρέπει να στοχεύει στην ενίσχυση θεσμών όπως η Χρηματοοικονομική Επίτροπος, ώστε να επιλύονται δίκαια διαφορές χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο η ευρύτερη σταθερότητα.
Δεύτερο μέτωπο, η φορολόγηση των τραπεζών λόγω «υπερκερδών». Ο όρος ακούγεται ελκυστικός. Αλλά ποιος ορίζει τι είναι υπερκέρδος; Με ποιο έτος αναφοράς; Με ποια λογική; Εξάλλου, όταν μια επιχείρηση εμφανίζει αυξημένα κέρδη, ήδη πληρώνει αυξημένο εταιρικό φόρο. Στην περίπτωση των τραπεζών, υπάρχει και ειδικό τέλος επί των καταθέσεων, μια ιδιαιτερότητα που δεν συναντάται αλλού.
Για σχεδόν μια δεκαετία μετά την κρίση, οι μέτοχοι δεν έλαβαν μέρισμα μέχρι να ορθοποδήσει ο τόπος και το τραπεζικό σύστημα. Σήμερα, που εμφανίζει κερδοφορία, η συζήτηση μετατοπίζεται από τη σταθερότητα στη λογική της τιμωρίας. Το πιο ανησυχητικό δεν είναι μόνο η οικονομική διάσταση. Είναι και το θεσμικό προηγούμενο: αναδρομική φορολόγηση, ζητήματα ισότητας, πολιτική παρέμβαση.
Όταν ούτε οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, ούτε οι διεθνείς οργανισμοί, ούτε καν το αρμόδιο Υπουργείο συναινούν σε τέτοιες πρωτοβουλίες, το ερώτημα δεν είναι αν θα μαζευτούν κάποια επιπλέον έσοδα. Το ερώτημα είναι τι μήνυμα στέλνουμε ως χώρα που θέλει να λειτουργεί ως κέντρο υπηρεσιών και επενδύσεων.
Τρίτο μέτωπο, η νομοθετική ρύθμιση για την απόκτηση ακινήτων από αλλοδαπούς. Ναι, απαιτείται εκσυγχρονισμός. Ναι, υπάρχουν κοινωνικές και στεγαστικές πιέσεις. Όμως η εισαγωγή προληπτικών, οριζόντιων και γραφειοκρατικών περιορισμών, χωρίς σαφή αναλογικότητα, κινδυνεύει να πλήξει την καρδιά της επενδυτικής δραστηριότητας.
Μεγάλες αναπτύξεις, ξενοδοχεία, σύνθετα έργα, επιχειρηματικά κέντρα υλοποιούνται μέσω πολύπλοκων εταιρικών σχημάτων. Πρόκειται για διεθνή πρακτική, όχι κυπριακή πατέντα. Αν δημιουργηθεί περιβάλλον αβεβαιότητας, αν επενδυτές φοβηθούν ότι κάθε νέα Βουλή μπορεί να μεταβάλει εκ βάθρων το πλαίσιο, τότε η χρηματοδότηση στερεύει, μαζί με τις θέσεις εργασίας, τα φορολογικά έσοδα και την αναπτυξιακή δυναμική.
Οι προτεινόμενες ρυθμίσεις εγείρουν, επιπλέον, ζητήματα συνταγματικότητας και επηρεάζουν την ελευθερία των συμβάσεων και το δικαίωμα ιδιοκτησίας. Δεν μπορεί η θεραπεία να είναι βαρύτερη από την ασθένεια.
Τέταρτο μέτωπο, η ήδη ψηφισθείσα ρύθμιση για την ασφάλιση οχημάτων με απαγόρευση διακρίσεων λόγω ηλικίας. Η αρχή της ίσης μεταχείρισης είναι αυτονόητη. Όμως η τιμολόγηση κινδύνου βασίζεται σε αναλογιστικά δεδομένα. Σε μια μικρή αγορά, αν οι εταιρείες εξαναγκαστούν να αναλάβουν δυσανάλογο ρίσκο, το κόστος θα εξαπλωθεί. Αυξημένες αποζημιώσεις, ακριβότερη αντασφάλιση, πιέσεις στα ασφάλιστρα. Στο τέλος, πληρώνουν όλοι.
Το μοτίβο, λοιπόν, είναι κοινό. Παρεμβάσεις με λαϊκίστικη υφή, λίγο πριν από εκλογές. Η οικονομία, όμως, δεν λειτουργεί με συνθήματα. Λειτουργεί με εμπιστοσύνη, σταθερότητα και προβλεψιμότητα. Όταν αυτά διαβρώνονται, οι συνέπειες δεν είναι άμεσες. Είναι βέβαιες.
Κρούουμε τον κώδωνα του κινδύνου. Σε μια μικρή, ανοιχτή οικονομία, η ανευθυνότητα κοστίζει ακριβά. Και το τίμημα, συνήθως, δεν το πληρώνουν όσοι νομοθετούν.







