Στους κλιματικούς στόχους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στην αναθεώρηση των προτύπων εκπομπών CO₂ για αυτοκίνητα και φορτηγά, καθώς και στη διεθνή περιβαλλοντική δράση της Ε.Ε. αναμένεται να επικεντρωθεί το Συμβούλιο Περιβάλλοντος, το οποίο θα συνεδριάσει στις 17 Μαρτίου στις Βρυξέλλες.
Όπως ανέφερε ανώτερος κοινοτικός διπλωμάτης, σε μία περίοδο κατά την οποία πολίτες και κοινότητες σε ολόκληρη την Ευρώπη αντιμετωπίζουν τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής και αυξανόμενες περιβαλλοντικές προκλήσεις, η ενίσχυση της πράσινης μετάβασης καθίσταται πιο σημαντική από ποτέ.
Οι Υπουργοί αναμένεται να ξεκινήσουν τις εργασίες τους με συζήτηση σχετικά με την τροποποίηση του Κανονισμού για τα πρότυπα εκπομπών CO₂ για αυτοκίνητα και φορτηγά.
Η πρόταση προβλέπει τη μείωση του στόχου εκπομπών για το 2035 στο 90%, ενώ παράλληλα εισάγει μεγαλύτερη ευελιξία μέσω της χρήσης βιώσιμων καυσίμων και χάλυβα χαμηλών εκπομπών άνθρακα που παράγεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Σύμφωνα με τον διπλωμάτη, η πρόταση αποσκοπεί στη διατήρηση της πορείας της Ε.Ε. προς την καθαρή κινητικότητα, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα την ανταγωνιστικότητα και την καινοτομία της ευρωπαϊκής αυτοκινητοβιομηχανίας.
Παράλληλα, οι συζητήσεις των Υπουργών αναμένεται να επικεντρωθούν στον στόχο για το 2035, στην τεχνολογική ευελιξία για τους κατασκευαστές και στα κίνητρα για την ενίσχυση της παραγωγής στην Ευρώπη. Η πρόταση αυτή αποτελεί βασική προτεραιότητα για την Κυπριακή Προεδρία της Ε.Ε..
Ο διπλωμάτης σημείωσε ότι η συγκεκριμένη πρόταση θεωρείται καθοριστική για τη μελλοντική κατεύθυνση του ευρωπαϊκού τομέα αυτοκινητοβιομηχανίας και για τη διαμόρφωση ενός σταθερού και προβλέψιμου κανονιστικού πλαισίου.
Η συζήτηση στο Συμβούλιο αναμένεται να επιτρέψει στην Προεδρία να καταγράψει τις θέσεις των κρατών μελών και να καθοδηγήσει τις εργασίες προς έναν ισορροπημένο συμβιβασμό.
Στην ημερήσια διάταξη περιλαμβάνεται επίσης ανταλλαγή απόψεων σχετικά με τις προσπάθειες απανθρακοποίησης μετά το 2030, ενόψει της διαμόρφωσης του μελλοντικού νομοθετικού πλαισίου για την επίτευξη του κλιματικού στόχου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για το 2040.
Κατά τη συζήτηση, οι Υπουργοί αναμένεται να εξετάσουν ζητήματα όπως η αναθεώρηση του Συστήματος Εμπορίας Εκπομπών της Ε.Ε. (EU ETS), οι εθνικοί κλιματικοί στόχοι, καθώς και η πιθανή χρήση διεθνών πιστώσεων μετά το 2030. Παράλληλα, θα ανταλλάξουν απόψεις για το πώς μπορεί να υποστηριχθεί τόσο η οικονομική όσο και η κοινωνική διάσταση της μετάβασης, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα τη μείωση των εκπομπών.
Οι απόψεις που θα διατυπωθούν, αναμένεται να προσφέρουν πολιτική καθοδήγηση προς την Κομισιόν, η οποία επεξεργάζεται τις προτάσεις της για το κλιματικό πλαίσιο μετά το 2030, που αναμένονται αργότερα μέσα στο έτος.
Παράλληλα, οι Υπουργοί θα συζητήσουν τα επόμενα βήματα της διεθνούς κλιματικής δράσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εστιάζοντας στις προετοιμασίες για τη Διάσκεψη των Ηνωμένων Εθνών για το Κλίμα (COP31).
Η συζήτηση θα αξιοποιήσει τα διδάγματα από την προηγούμενη διάσκεψη COP30 στη Βραζιλία και θα επικεντρωθεί στον καθορισμό των προτεραιοτήτων της Ε.Ε. και στην ενίσχυση της συνεργασίας με τρίτες χώρες.
Σύμφωνα με τον κοινοτικό διπλωμάτη, η ανταλλαγή απόψεων θα συμβάλει στη διαμόρφωση μίας πολυετούς στρατηγικής για τις διαπραγματεύσεις στο πλαίσιο των COP, ενώ οι επόμενες εργασίες θα προωθηθούν από την Ομάδα Εργασίας για το Διεθνές Κλίμα.
Αναμένεται επίσης πως οι Υπουργοί θα συζητήσουν για την ενίσχυση της στρατηγικής συνεργασίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης στη διεθνή περιβαλλοντική διπλωματία. Στο πλαίσιο αυτό, οι Υπουργοί θα εξετάσουν τρόπους ενίσχυσης των διεθνών εταιρικών σχέσεων, ενσωμάτωσης της επιστημονικής εμπειρογνωμοσύνης στις διαπραγματεύσεις και αξιοποίησης των κανονιστικών δυνατοτήτων της Ε.Ε..
Οι Υπουργοί αναμένεται επίσης να εγκρίνουν τα συμπεράσματα του Συμβουλίου σχετικά με τη στρατηγική βιοοικονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τα οποία θέτουν το πλαίσιο για τη βιώσιμη και ανταγωνιστική αξιοποίηση των ανανεώσιμων βιολογικών πόρων.
Η στρατηγική, που παρουσίασε η Κομισιόν τον περασμένο Νοέμβριο, αποσκοπεί στην προώθηση της καινοτομίας, στη δημιουργία πράσινων θέσεων εργασίας και στην ενίσχυση της οικονομικής ανάπτυξης σε τομείς βιολογικής βάσης.
Σύμφωνα με τον διπλωμάτη, τα συμπεράσματα παρέχουν πολιτική καθοδήγηση που συνδέει τις επενδύσεις και την ανταγωνιστικότητα με την περιβαλλοντική βιωσιμότητα και την ενεργειακή αυτονομία, ενισχύοντας παράλληλα τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις βιοβασισμένες βιομηχανίες σε παγκόσμιο επίπεδο.







