Την άποψη ότι συγκεκριμένες αλλαγές της φορολογικής μεταρρύθμισης επηρεάζουν ουσιαστικά τόσο τις επιχειρήσεις όσο και τα φυσικά πρόσωπα, ιδίως σε διασυνοριακό επίπεδο, εξέφρασε ο Φίλιππος Ραπτόπουλος, Partner, Head of Tax & Legal Services, Ernst & Young Cyprus, σε συζήτηση με κεντρικό θέμα τη φορολογική μεταρρύθμιση.
Μιλώντας από το βήμα του 9ου Cyprus International Tax Conference – Cyprus Tax Reform 2026: Implementation, Impact & Positioning in a Changing Global Tax Landscape, ο κ. Ραπτόπουλος αναφέρθηκε αρχικά στη διεθνή εικόνα της Κύπρου και στις αλλαγές που αφορούν τη διεύρυνση του ορισμού της φορολογικής κατοικίας για τις εταιρείες, καθώς και στη διεύρυνση των κριτηρίων φορολογικής κατοικίας για τα φυσικά πρόσωπα.
Όπως σημείωσε, οι συγκεκριμένες αλλαγές έχουν πρακτικές επιπτώσεις, καθώς δημιουργούν περιπτώσεις όπου κυπριακές εταιρείες ενδέχεται να θεωρούνται φορολογικοί κάτοικοι σε δύο δικαιοδοσίες ταυτόχρονα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι εταιρείες να φορολογούνται ή να επιχειρείται να χαρακτηριστούν φορολογικοί κάτοικοι από δύο χώρες, γεγονός που οδηγεί σε ανάγκη προσφυγής σε διαδικασίες αμοιβαίου διακανονισμού ή σε διαβουλεύσεις μεταξύ των αρμόδιων φορολογικών αρχών. Όπως τόνισε, πρόκειται για μια εξέλιξη που θα πρέπει να αποφεύγεται.
Αντίστοιχα ζητήματα, σύμφωνα με τον ίδιο, προκύπτουν και για τα φυσικά πρόσωπα. Ανέφερε ενδεικτικά περιπτώσεις όπου άτομα μπορεί να φορολογούνται ταυτόχρονα σε δύο χώρες, ακόμη και όταν δεν υπάρχει σύμβαση αποφυγής διπλής φορολογίας μεταξύ τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα που έθεσε ήταν αυτό ατόμων που διαμένουν στην Κύπρο για συγκεκριμένο αριθμό ημερών, χωρίς να πληρούν τα κριτήρια φορολογικής κατοικίας σε άλλη χώρα, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται αμφισβητήσεις και από τις δύο πλευρές.
Στη συνέχεια, ο κ. Ραπτόπουλος αναφέρθηκε και στις αλλαγές που αφορούν τον φόρο κεφαλαιουχικών κερδών, επισημαίνοντας δύο βασικές παρεμβάσεις. Η πρώτη αφορά τη μείωση του ποσοστού συμμετοχής που καθορίζει μια εταιρεία ως εταιρεία ακίνητης περιουσίας από 50% σε 20%. Η δεύτερη αφορά την κατάργηση της εξαίρεσης που ίσχυε για μη ρυθμιζόμενες χρηματιστηριακές αγορές.
Όπως ανέφερε, γίνεται κατανοητός ο στόχος διεύρυνσης της φορολογικής βάσης και της φορολόγησης περισσότερων συναλλαγών. Παρ’ όλα αυτά, επισήμανε ότι τέτοιες αλλαγές επηρεάζουν την αντίληψη των διεθνών επενδυτών για το φορολογικό καθεστώς της Κύπρου, στοιχείο που έχει σημασία για τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της χώρας.
Καταληκτικά, ο κ. Ραπτόπουλος υπογράμμισε ότι τα ζητήματα αυτά θα πρέπει να εξεταστούν άμεσα, είτε στο παρόν στάδιο είτε σε μεταγενέστερο χρόνο, καθώς η ύπαρξη περιπτώσεων διπλής φορολόγησης και αυξημένης φορολογικής αβεβαιότητας δημιουργεί ουσιαστικές προκλήσεις για επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα που δραστηριοποιούνται διεθνώς.







