Γεγονός αποτελεί πλέον η φορολογική μεταρρύθμιση της Κύπρου. Οι κανόνες άλλαξαν, το πλαίσιο εκσυγχρονίστηκε και η χώρα επιχειρεί να τοποθετηθεί στη νέα παγκόσμια φορολογική πραγματικότητα. Το ερώτημα που ακολουθεί αφορά τον πραγματικό της αντίκτυπο στην ανταγωνιστικότητα και στην ελκυστικότητα της χώρας για επενδύσεις. Σύμφωνα με τον Πρόεδρο του ΚΕΒΕ, Σταύρο Σταύρου, η μεταρρύθμιση αυτή είχε σαφείς στόχους αλλά και αναπόφευκτες προκλήσεις.
Μιλώντας σε πάνελ στο πλαίσιο του 9ου Cyprus International Tax Conference – Cyprus Tax Reform 2026: Implementation, Impact & Positioning in a Changing Global Tax Landscape, ο κ. Σταύρου ανέφερε ότι για τις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Κύπρο αναμένεται συνολικά θετικός αντίκτυπος στην τοπική οικονομία. Όπως εξήγησε, η ανάλυση της μεταρρύθμισης πρέπει να γίνεται με βάση τις βασικές παραμέτρους και τον τρόπο που αυτές επηρεάζουν τις επιχειρήσεις.
Αναφερόμενος στην αύξηση του εταιρικού φορολογικού συντελεστή, σημείωσε ότι η αγορά βρίσκεται ακόμη στη φάση απορρόφησης της αλλαγής, υπενθυμίζοντας ότι η Κύπρος έχει στο παρελθόν ανταποκριθεί σε αυξήσεις φορολογίας και το ίδιο μπορεί να συμβεί και τώρα. Όπως ανέφερε, για επιχειρήσεις με υψηλά περιθώρια κέρδους η επιβάρυνση ενδέχεται να είναι μικρότερη, ενώ για κλάδους με χαμηλότερα περιθώρια, όπως η γεωργία ή η βιομηχανία, η αύξηση αυτή ενδέχεται να οδηγήσει σε ανάγκη στρατηγικής επαναξιολόγησης. Τόνισε επίσης ότι, παρά την αύξηση, η Κύπρος παραμένει ανταγωνιστική, αν και σε ορισμένες περιπτώσεις το φορολογικό βάρος μπορεί να συγκρίνεται δυσμενώς με άλλες δικαιοδοσίες με χαμηλότερους συντελεστές.
Σε ό,τι αφορά τη λειτουργία των επιχειρήσεων, ο κ. Σταύρου ανέφερε ότι δεν αναμένονται ουσιαστικές αλλαγές σε επιχειρησιακές στρατηγικές, εφοδιαστικές αλυσίδες ή λειτουργικά αποτυπώματα. Ανάλογα με τον κλάδο και το προφίλ της κάθε επιχείρησης, σημείωσε ότι ενδέχεται να υπάρξει μεγαλύτερη έμφαση στη βελτιστοποίηση της αποδοτικότητας και των πολιτικών τιμολόγησης.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην κατάργηση των κανόνων της λογιστικής διανομής μερισμάτων, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για διόρθωση μιας μακροχρόνιας διαρθρωτικής ανισορροπίας εις βάρος των Κύπριων μετόχων. Όπως ανέφερε, η αλλαγή αυτή μειώνει το διοικητικό βάρος και καθιστά τη λειτουργία των επιχειρήσεων με τοπικούς μετόχους πιο ελκυστική και αποδοτική. Παρά το γεγονός ότι θα μπορούσε να εκληφθεί ως μέτρο με περιορισμένο αντίκτυπο, ο ίδιος υποστήριξε ότι η επίδρασή του είναι ουσιαστική, καθώς βελτιώνει τη διαχείριση ταμειακών ροών, μειώνει τον πραγματικό φορολογικό συντελεστή για τους μετόχους και αναμένεται να ενισχύσει τις επενδυτικές στρατηγικές στην εγχώρια αγορά.
Αναφερόμενος στη μείωση της φορολογίας στα μερίσματα από 17% σε 5%, τη χαρακτήρισε ιδιαίτερα σημαντική, τονίζοντας ότι επηρεάζει άμεσα Κύπριους φορολογικούς κατοίκους, μετόχους και επενδυτές που επιδιώκουν υψηλότερες καθαρές αποδόσεις από τις δραστηριότητές τους.
Σε συνέχεια των τοποθετήσεων που προηγήθηκαν στο πάνελ, ο κ. Σταύρου αναφέρθηκε και στις αλλαγές που αφορούν τη φορολογία φυσικών προσώπων, σημειώνοντας ότι πρόκειται για μια πτυχή που συχνά παραβλέπεται στη δημόσια συζήτηση. Όπως ανέφερε, ενώ οι αλλαγές είναι καλοδεχούμενες, η εισαγωγή πολλαπλών φορολογικών εκπτώσεων έχει αυξήσει την πολυπλοκότητα του συστήματος. Έθεσε το ερώτημα κατά πόσο ορισμένα από αυτά τα μέτρα θα μπορούσαν να υλοποιηθούν μέσω επιδοτήσεων, κάτι που θα διατηρούσε το σύστημα απλούστερο και θα επέκτεινε τα οφέλη και σε άτομα κάτω από το αφορολόγητο όριο. Αναγνώρισε ωστόσο ότι, εφόσον τα μέτρα είχαν κοινωνικό χαρακτήρα, η επιλογή των εκπτώσεων αποτελεί πολιτική απόφαση.
Σε ό,τι αφορά την ανταγωνιστικότητα, υπογράμμισε ότι απαιτούνται περαιτέρω κίνητρα, αναφέροντας ως παραδείγματα την αύξηση των ορίων σε συγκεκριμένα καθεστώτα και την επέκταση φορολογικών πιστώσεων για φόρους εξωτερικού. Τόνισε ότι η διαφοροποίηση έναντι άλλων χωρών προϋποθέτει προσεκτική μελέτη και καινοτόμες προσεγγίσεις, οι οποίες δεν περιορίζονται κατ’ ανάγκη σε φορολογικά κίνητρα.
Επισήμανε επίσης ότι ορισμένες αλλαγές στον τομέα της εφαρμογής της νομοθεσίας, ιδίως σε θέματα είσπραξης και εκτίμησης φόρων, ενδέχεται να αυξήσουν την αβεβαιότητα. Ως παράδειγμα ανέφερε την επέκταση της περιόδου τήρησης αρχείων και των χρονικών ορίων παραγραφής σε επτά έτη, σημειώνοντας ότι, με το επίπεδο τεχνολογίας που υπάρχει σήμερα, θα ανέμενε κανείς μείωση και όχι αύξηση αυτών των χρονικών ορίων.
Κλείνοντας, ο κ. Σταύρου υπογράμμισε ότι η μεταρρύθμιση είχε δύο βασικούς στόχους: αφενός τη συμμόρφωση με τις διεθνείς απαιτήσεις διαφάνειας και το πλαίσιο του Pillar Two, και αφετέρου τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας και της ελκυστικότητας της Κύπρου για ξένες επενδύσεις, απομακρύνοντας ταυτόχρονα το στίγμα του φορολογικού παραδείσου. Από τοπικής σκοπιάς, τόνισε ότι η προσπάθεια επικεντρώθηκε στη δημιουργία ισορροπίας μεταξύ επιχειρήσεων και φυσικών προσώπων, καθώς και μεταξύ τοπικών και διεθνών επιχειρήσεων, διορθώνοντας στρεβλώσεις που είχαν προκύψει διαχρονικά.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στις μικρές επιχειρήσεις, σημειώνοντας ότι αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της κυπριακής οικονομίας και ότι η ανταγωνιστικότητα δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τους φορολογικούς συντελεστές, αλλά και από το συνολικό ρυθμιστικό βάρος που καλούνται να διαχειριστούν. Τέλος, εξέφρασε τη θέση ότι η μεταρρύθμιση θα έπρεπε να είχε συμπεριλάβει και άλλους φόρους, όπως τον ΦΠΑ, επισημαίνοντας ότι οι φόροι, άμεσοι και έμμεσοι, αποτελούν ενιαίο σύνολο για την οικονομία.







