Ο Τράμπ ξεκινά σήμερα τον παγκόσμιο εμπορικό πόλεμο-Οι κίνδυνοι και οι δυσοίωνες προβλέψεις
InBusinessNews 11:17 - 02 Απριλίου 2025

Με πολεμικό οίστρο ασυνήθιστο ακόμη και για τον ίδιο, ο Ντόναλντ Τραμπ έχει εκ των προτέρων ονομάσει την 2α Απριλίου ως Ημέρα Απελευθέρωσης (Liberation Day). Με αντίστοιχο τρόπο και τα μέσα ενημέρωσης ανά τον κόσμο περιγράφουν τις αναμενόμενες για σήμερα εξαγγελίες δασμολογικής πολιτικής του Τραμπ ως κήρυξη «Παγκόσμιου Εμπορικού Πολέμου».
Μόνο που αυτό τον πόλεμο κινδυνεύει να τον πολεμά μόνος του ο ένοικος του Λευκού Οίκου με τις εμμονές του.
Ήδη από την δεκαετία του '80 ως συχνός καλεσμένος των καναλιών ο επιχειρηματίας Τραμπ διεκτραγωδούσε την ανισορροπία των εμπορικών σχέσεων των ΗΠΑ με την Ιαπωνία που «τους ρουφούσε το αίμα», σαν να ήταν αυτή «που κέρδισε τον παγκόσμιο πόλεμο».
Η ιερεμιάδα του Τραμπ είχε πραγματική βάση – την οποία η τότε αμερικανική κυβέρνηση θέλησε να θεραπεύσει με τις Συμφωνίες Plaza, πιέζοντας την Ιαπωνία να υιοθετήσει πολιτικές ανατίμησης του νομίσματός της.
Ως πρόεδρος, πάλι, την περίοδο 2017-2021, ο Ντόναλντ Τραμπ είχε μετατοπίσει την εστίασή του στην Κίνα, πλέον τον κύριο αναδυόμενο ανταγωνιστή των ΗΠΑ, εξαπολύοντας έναν πρώτο γύρο εμπορικού πολέμου, που εμφανίσθηκε ως η υλοποίηση της δικής του «Τέχνης του Ντιλ».
Στη δεύτερη προεδρία Τραμπ τα πράγματα μοιάζουν διαφορετικά. Οι δασμοί δεν μοιάζουν πλέον ως μοχλός για την απόσπαση μιας συμφωνίας, αλλά και ως στόχος καθαυτοί – και πάντως έχουν πλέον παγκόσμιο ορίζοντα.
Ή αν υπήρξαν αρχικά απλώς ένα μέσον, σύντομα κατέληξαν στην αυτοπαγίδευση αυτού που το μεταχειρίσθηκε – και υποχρεώνεται στο εξής να συνεχίσει να χτυπά στα τυφλά, εφόσον οι προηγούμενες απειλές του δεν εντυπωσίασαν τους συνομιλητές του.
Η «Τέχνη του Ντηλ» δεν λειτουργεί: ούτε εμπορικά, ούτε και γεωπολιτικά, αν κρίνουμε από το πώς εντέλει δικαιώνονται όσοι υποστήριζαν ότι στο ζήτημα του πολέμου της Ουκρανίας η Ρωσία απλώς αγόρασε χρόνο, χάρη στον Τραμπ, ώστε να σκληρύνει τις αξιώσεις της. (Στον δε οικονομικό τομέα ο Βλαντίμιρ Πούτιν τόνισε στην βαρυσήμαντη ομιλία του προς την επιχειρηματική ηγεσία της Ρωσίας στις 18 Μαρτίου ότι η αλλαγή μοντέλου είναι οριστική και δεν θα πρέπει να προσβλέπει σε μία επιστροφή στις προ των κυρώσεων ελεύθερες συναλλαγές με τη Δύση).
Αν κάπου λειτουργεί ακόμη η μέθοδος Τραμπ αυτή μάλλον είναι η Ευρώπη, η οποία, παρά την υψηλή ρητορική της, υποστέλλει τη σημαία του «οφθαλμόν αντί οφθαλμού», έχοντας μεταθέσει για τα μέσα του μηνός την ενδεχόμενη ανακοίνωση των αντιμέτρων της.
Σύμφωνα με το Eurointelligence, η Ιταλία και η (άλλοτε πολύ «ακτιβιστική» στα εμπορικά ζητήματα) Γαλλία έχουν πραγματικά τρομάξει από την απειλή Τραμπ για επιβολή δασμών της τάξης του 200% στα ευρωπαϊκά κρασιά, με τον Γάλλο πρωθυπουργό Φρανσουά Μπαϊρού μάλιστα να δηλώνει ότι ήταν λάθος η επιβολή δασμών από μέρους της Ε.Ε. στο αμερικανικό ουίσκι.
Η Κίνα, εν τω μεταξύ, ακολουθεί μια περισσότερο «ταοϊστική» προσέγγιση: αντί να επικεντρώνεται στο πώς θα απαντήσει στον Τραμπ, αφοσιώνεται στο πώς θα τον προσπεράσει, επιμένοντας σε μεγαλύτερες δόσεις ‘παγκοσμιοποίησης».
Αυτό ήταν το νόημα της υποδοχής στο Πεκίνο του επιτρόπου Εμπορίου της Κομισιόν, Μάρος Σέφτσοβιτς, σε αναζήτηση μιας "ανακωχής” στις διμερείς εμπορικές σχέσεις, αλλά και της υπόσχεσης του Σι Τζινπινγκ προς τους επικεφαλής μεγάλων επιχειρήσεων όλου του κόσμου (από τη BMW μέχρι την AstraZeneca) ότι η χώρα του «θα ανοίγει όλο και περισσότερο».
Την ίδια στιγμή είχαμε την από κάθε άποψη εντυπωσιακή εξέλιξη της πρώτης μετά από πέντε χρόνια συνάντησης των υπουργών Εμπορίου της Κίνας, της Ιαπωνίας και της Νότιας Κορέας το Σαββατοκύριακο, με στόχο την εμβάθυνση των μεταξύ τους συναλλαγών και την από κοινού αντιμετώπιση της απειλής Τραμπ για την Άπω Ανατολή.
Ότι οι τρεις αυτές χώρες (δύο εκ των οποίων στενοί γεωπολιτικοί σύμμαχοι των ΗΠΑ), οι οποίες χωρίζονται από αντιπαλότητες μεγάλου ιστορικού βάθους, προχωρούν σε ένα τέτοιο βήμα λέει πολλά.
Σε κάθε περίπτωση, η Κίνα δεν δείχνει διατεθειμένη να διαπραγματευθεί και οχυρώνεται προληπτικά με κινήσεις δημοσιονομικής χαλάρωσης (προβλεπόμενο έλλειμμα 4% αντί για 3%), ενδεχομένως σύντομα και νομισματικής, επενδύοντας στην τόνωση της εγχώριας κατανάλωσης (που με ποσοστό μόλις 40% του ΑΕΠ υπολείπεται κατά είκοσι μονάδων του επιπέδου των ανεπτυγμένων οικονομιών).
Φυσικά, πολλά θα εξαρτηθούν από τις λεπτομέρειες όσων πρόκειται να εξαγγελθούν εντός της ημέρας. Θα φθάσουν οι δασμοί την κλίμακα του 25% και για ποιές κατηγορίες προϊόντων; Θα περιλαμβάνουν οριζόντια όλες τις εισαγωγές προς τις ΗΠΑ ή μόνο αυτές από τις «15 βρώμικες» χώρες, οι οποίες διατηρούν παγίως μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα έναντι των ΗΠΑ;
Και ακόμη: Τι είδους ανταπόδοση θα προτιμήσουν οι θιγόμενες χώρες; (Λ.χ. το Βιετνάμ, το οποίο συμπεριλαμβάνεται στους «15», αντί για αντίμετρα, ανακοίνωσε προληπτικά μείωση των δικών του δασμών).
Οι απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα οδηγούν και σε διαφορετικά σενάρια με το χειρότερο όλων, σε περίπτωση γενικευμένου εμπορικού πολέμου να επιφέρει απώλεια 1,4 τρισ. δολαρίων από την παγκόσμια ευημερία και τις ίδιες τις ΗΠΑ να θίγονται με την υψηλότερη πληθωριστική επιβάρυνση της τάξης του 5,5%.
Υπάρχουν και οι συγκριτικώς αισιόδοξοι, όπως η διευθύντρια του ΔΝΤ Κρισταλίνα Γκεοργκίεβα, η οποία δήλωσε ότι δεν αναμένει από τους δασμούς Τραμπ να προκύψουν υφεσιακές τάσεις ή στασιμοπληθωρισμός, παρά μόνο ίσως μια μικρή διόρθωση προς τα κάτω.
Από την άλλη, δεν μπορούμε να υποτιμούμε τις εκτιμήσεις του εμπορικού συμβούλου του Τραμπ, Πίτερ Ναβάρο, ο οποίος αναμένει από τους δασμούς έσοδα της τάξης των 600 δισ. ετησίως για την επόμενη δεκαετία.
Οι συσταλτικές μακρο-οικονομικές επιπτώσεις που θα έχει αυτό στο εσωτερικό δεν μπορούν να χαλιναγωγηθούν παρά μόνο με μεγάλες φοροαπαλλαγές. (Μία άλλη εσωτερική συνέπεια της δασμολογικής πολιτικής Τραμπ είναι ότι παραβιάζεται το γράμμα και το πνεύμα του αμερικανικού Συντάγματος ως προς τις δημοσιονομικές εξουσίες του Κογκρέσου).
Στο κράμα ορθολογισμού και ανορθολογισμού που είναι ο τραμπισμός, ο φαύλος κύκλος της χρηματοπιστωτικοποίησης, του οutsourcing, της οικοδόμησης τεράστιων εμπορικών ελλειμμάτων και χρέους αναγνωρίζεται θαρρετά ως η απειλή για την θέση της Αμερικής (ακόμη και ως στρατιωτικής υπερδύναμης) που όντως είναι.
Όμως η συνταγή που εφαρμόσθηκε συνεργατικά στις Συμφωνίες Plaza δεν μπορεί σήμερα να επαναληφθεί εκβιαστικά σε όλο τον πλανήτη.
Ούτε οι εμπορικές πολιτικές του μεσοπολέμου, που άλλωστε θεωρήθηκε ότι επιδείνωσαν το Κραχ, να επαναληφθούν σε μία εποχή κατά την οποία το μερίδιο του διεθνούς εμπορίου στο αμερικανικό ΑΕΠ είναι πενταπλάσιο (15% έναντι 3%) και οι εφοδιαστικές αλυσίδες διεσπαρμένες ανά τον κόσμο, ώστε η διάκριση των εγχωρίως παραγομένων από τα μη να καθίσταται εντελώς σχετική.
Πόσω μάλλον που η προσέλκυση μεταποίησης εντός συνόρων έχει και πρόσθετες προϋποθέσεις, από το προβλέψιμο περιβάλλον μέχρι το καταρτισμένο εργατικό δυναμικό, τις οποίες οι πολιτικές Τραμπ αντιμάχονται.