powered by cbn INB-DIGITAL-EDITIONS LOGO-PNG-108
Powered byEurobank - Οικονομία | Κύπρος

Μάκης Κεραυνός: Η τεχνητή νοημοσύνη φέρνει ανατροπές σε εργασία και οικονομία - Οι προκλήσεις για την Κύπρο

Σημαντικές αλλαγές στην αγορά εργασίας, στη λειτουργία του κράτους και στη διαμόρφωση της οικονομικής πολιτικής φέρνει η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, με τον Υπουργό Οικονομικών, Μάκη Κεραυνό, να προειδοποιεί για τον κίνδυνο διεύρυνσης των κοινωνικών ανισοτήτων και συγκέντρωσης οικονομικής και πολιτικής ισχύος στα χέρια μεγάλων τεχνολογικών εταιρειών.

Παράλληλα, υπογραμμίζει ότι η αξιοποίηση της νέας τεχνολογίας μπορεί να αποτελέσει καθοριστικό παράγοντα ενίσχυσης της παραγωγικότητας, της ανταγωνιστικότητας και της αποτελεσματικότητας του δημόσιου τομέα.

Μιλώντας την Τρίτη, στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, στο πλαίσιο της ετήσιας διάλεξης του Υπουργού Οικονομικών, με θέμα «Η Τεχνητή Νοημοσύνη στην Υπηρεσία Άσκησης Οικονομικής Πολιτικής», ο κ. Κεραυνός χαρακτήρισε την τεχνητή νοημοσύνη ως τη σημαντικότερη τεχνολογική επανάσταση του 21ου αιώνα, επισημαίνοντας ότι οι επιπτώσεις της επεκτείνονται πέραν της οικονομίας, επηρεάζοντας την κοινωνική οργάνωση και τις παγκόσμιες γεωπολιτικές ισορροπίες.

Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στις επιπτώσεις στην απασχόληση, επικαλούμενος εκτιμήσεις του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, σύμφωνα με τις οποίες περίπου το 60% των εργαζομένων στις προηγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες απασχολείται σε επαγγέλματα με μεγάλη έκθεση στην τεχνητή νοημοσύνη. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι αυτό δεν συνεπάγεται αντίστοιχη απώλεια θέσεων εργασίας, τονίζοντας την ανάγκη επένδυσης στην εκπαίδευση, στην επανακατάρτιση και στην απόκτηση νέων ψηφιακών δεξιοτήτων, με ιδιαίτερη μέριμνα για τους νέους εργαζομένους.

Αναφερόμενος στην αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης από το κράτος, σημείωσε ότι μπορεί να συμβάλει στην αποτελεσματικότερη παρακολούθηση της οικονομίας, στη βελτίωση των οικονομικών προβλέψεων, στον εντοπισμό ύποπτων φορολογικών συναλλαγών και στην καλύτερη διαχείριση των δημόσιων δαπανών.

Ξεκαθάρισε, παράλληλα, ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα αντικαταστήσει ορισμένες εργασίες, όχι όμως τους δημόσιους υπαλλήλους, υπογραμμίζοντας ότι ο ανθρώπινος παράγοντας παραμένει καθοριστικός.

Σε ό,τι αφορά την Κύπρο, ο Υπουργός Οικονομικών αναφέρθηκε στις ενέργειες που βρίσκονται σε εξέλιξη για την εφαρμογή του ευρωπαϊκού Κανονισμού για την Τεχνητή Νοημοσύνη, γνωστοποιώντας ότι το εθνικό νομοθετικό πλαίσιο βρίσκεται στο στάδιο ολοκλήρωσης.

Παράλληλα, ανέφερε ότι ολοκληρώνεται εντός των ημερών τεχνοοικονομική μελέτη, η οποία εξετάζει τις ανάγκες σε ανθρώπινο δυναμικό, τεχνογνωσία, υποδομές και πόρους για την αποτελεσματική εφαρμογή του νέου πλαισίου.

Καταλήγοντας, ο κ. Κεραυνός έθεσε το δίλημμα κατά πόσο η τεχνητή νοημοσύνη θα οδηγήσει σε μια κοινωνία μεγαλύτερης ευημερίας ή σε ένα περιβάλλον έντονων ανισοτήτων και κοινωνικού αποκλεισμού.

Όπως υπογράμμισε, η απάντηση θα εξαρτηθεί από τις πολιτικές επιλογές που θα γίνουν σήμερα, επισημαίνοντας ότι το ζητούμενο δεν είναι η προσαρμογή της οικονομικής πολιτικής στην τεχνολογία ως αυτοσκοπός, αλλά η αξιοποίησή της προς όφελος της κοινωνίας και του ανθρώπου.

5630095037632159 2

 

Αυτούσια η ομιλία του Υπουργού Οικονομικών:

Αξιότιμε κύριε Πρύτανη,

Αξιότιμε κύριε Κοσμήτορα,

Αξιότιμα μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας,

Αγαπητοί φοιτητές και φοιτήτριες,

Οι οικονομικές Αρχές συνδυάζουν τα χαρίσματα της πολιτικής και της επιστήμης. Στην πραγματικότητα η οικονομική επιστήμη είναι μια κοινωνική επιστήμη. Αυτό υποδηλώνει το βασικό αντικείμενό της, που είναι η κοινωνία και η βελτίωση του επιπέδου ευημερίας των ανθρώπων.

Βασικά η οικονομική επιστήμη κατά την άποψή μου, μελετά με επιστημονικό και αμερόληπτο τρόπο τις διάφορες επιλογές των ανθρώπων στην καθημερινή διαβίωση τους και πως αλληλοεπιδρούν μεταξύ τους. Μελετά την οικονομική συμπεριφορά των φυσικών προσώπων στις καθημερινές επιλογές τους, και τις αποφάσεις τους σε σχέση με την κατοικία που επιθυμούν, την επαγγελματική ενασχόληση, τις καταναλωτικές συνήθειες άρα την ζήτηση αγαθών, αλλά και την προσφορά αγαθών και υπηρεσιών. Ταυτόχρονα μελετά τις αλληλοεπιδράσεις αυτών των δραστηριοτήτων και τις σχέσεις που προκύπτουν στην παραγωγική διαδικασία, τη διαμόρφωση επιχειρήσεων και τη λήψη των αποφάσεων τους.

Βέβαια η εξέταση από την οικονομική επιστήμη του αντικειμένου της δεν περιορίζεται σε τοπικό επίπεδο γεωγραφικά, αλλά η μελέτη απλώνεται και στο συσχετισμό των συμπεριφορών τόσο των οικονομούντων ατόμων όσο και των επιχειρήσεων σε υπερεθνικό επίπεδο, συσχετισμούς και εξαρτησιάκες σχέσεις πλέον πολύπλοκες, από τις οποίες αναγκαστικά δημιουργούνται και πολιτικές σχέσεις που κατ’ ανάγκη δεν συμβαδίζουν πάντοτε με τις οικονομικές ορθολογικές επιλογές και τότε είναι δυνατό να δημιουργούνται στρεβλώσεις, να δημιουργούνται ανισορροπίες, προκλήσεις που καλείται η οικονομική πολιτική να τις αντιμετωπίσει, με την εισαγωγή επιστημονικών μεθόδων στα πολιτικά ζητήματα.

Ενδεικτικά, ως πολιτικά ζητήματα, μπορούν να αναφερθούν η διαχείριση των σπανίζοντων πόρων, η αποτελεσματικότητα της διαχείρισης των πόρων αυτών και η κοινωνική δικαιοσύνη, δηλαδή ο τρόπος της κατανομής του οφέλους των πόρων μεταξύ της κοινωνίας, πως θα μπορούσαν να ανταποκριθούν τα οικονομούντα άτομα και οι επιχειρήσεις σε κάποια κίνητρα και ποια θα πρέπει να είναι τα κίνητρα.

Και εδώ η οικονομική επιστήμη γίνεται πολύπλοκη, εισάγονται θεσμοί όπως το εμπόριο, οι αγορές, η επίδραση της τεχνολογίας, ο ανταγωνισμός, η διαμόρφωση των τιμών και οι επιπτώσεις στην ευημερία, στην παραγωγή πλούτου και μετά έρχεται η κατανομή πλούτου, η οικονομική ανάπτυξη και η οικονομική μεγέθυνση.

Τελικός στόχος η ικανοποίηση των αναγκών, η καλύτερη αξιοποίηση των πόρων, η δικαιότερη κατανομή του οφέλους και γενικά η βελτίωση του επιπέδου ευημερίας των ανθρώπων, όχι μόνο σε μια παρούσα φάση, αλλά και διασφάλισή της στο μέλλον.

Βέβαια το αόρατο χέρι του Adam Smith, δεν ρυθμίζει τα πάντα και έρχεται η οικονομική πολιτική των κυβερνήσεων, μέσα από διάφορους τύπους οικονομικής πολιτικής χρησιμοποιώντας τα βασικά εργαλεία που της παρέχει η οικονομική επιστήμη, να δώσει κατευθύνσεις, να κάνει διορθώσεις σε πολλές οικονομικές παραμέτρους, όπως οι τιμές των πρώτων υλών, οι τιμές των προϊόντων και ο έλεγχος, να καθοριστούν κατώτατοι μισθοί, ενοίκια, η τιμή των καυσίμων, οι φορολογικοί συντελεστές, οι συντάξεις, το κόστος υγεία και παρά πολλά άλλα.

Πολλές φορές όμως δεν επιτυγχάνονται τα επιθυμητά αποτελέσματα της εφαρμογής οικονομικών πολιτικών αλλά επιπλέον δημιουργούν επιπτώσεις οι οποίες δεν ήταν δυνατό να προβλεφθούν και έγκαιρα να ερμηνευθούν.

Επομένως, με ικανοποίηση βρίσκομαι σήμερα ανάμεσά σας, στο πλαίσιο του πολύ χρήσιμου θεσμού που έχει πλέον καθιερωθεί, δηλαδή την ετήσια Διάλεξη του Υπουργού Οικονομικών εδώ στο Πανεπιστήμιο Κύπρου. Θεωρώ ιδιαίτερη τιμή να έχω την ευκαιρία να πω κάποιες απόψεις σε ένα πνευματικό ίδρυμα υψηλού επιπέδου, όπως το Πανεπιστήμιο Κύπρου και να συνομιλήσω με αξιόλογα άτομα.

Επειδή οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι δεν άφησαν τίποτα πίσω, ούτε γι’ αυτά που έγιναν, ούτε γι’ αυτά που γίνονται αλλά ούτε και γι’ αυτά που θα γίνουν.

Θα ήθελα ν’ αναφερθώ στον αρχαίο Έλληνα φιλόσοφο Αριστοτέλη, ο οποίος στα «Πολιτικά», έγραψε ότι, «αν κάθε εργαλείο μπορούσε να εκτελεί μόνο του το έργο του, δεν θα χρειάζονταν ούτε βοηθοί ούτε δούλοι». Το είπε ως μια εκτίμηση. Μήπως όμως εμείς είμαστε η πρώτη γενιά που το ζει; Και το ερώτημα που εκείνος δεν χρειάστηκε να απαντήσει είναι σήμερα δικό μας: τι κάνουμε ως ανθρωπότητα, όταν τα εργαλεία αρχίζουν να δουλεύουν από μόνα τους;

Αλλά επιτρέψετε μου πρώτα να επικεντρωθώ γύρω από το θέμα της τεχνητής νοημοσύνης, ή όπως ο Πρόεδρος Trump προτιμά να την αποκαλεί ως υπερ-νοημοσύνη («super intelligence») και πώς αυτή μπορεί να τεθεί στην υπηρεσία άσκησης οικονομικής πολιτικής. Πώς μπορούμε, δηλαδή, να αξιοποιήσουμε καλύτερα ως κράτος τις τεχνολογικές εξελίξεις για να ενισχύσουμε την παραγωγικότητα, να δημιουργήσουμε νέες ευκαιρίες ανάπτυξης και να βελτιώσουμε την ποιότητα της δημόσιας διοίκησης, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι τα οφέλη της προόδου κατανέμονται πιο δίκαια στην κοινωνία.

Η ραγδαία ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης, έχει φέρει μια σύνδεση μεταξύ του ψηφιακού και του φυσικού κόσμου. Η ραγδαία εξέλιξη των εφαρμογών της τα τελευταία χρόνια έφερε αλλαγές που πολύ λίγοι, εκτός του Αριστοτέλη, θα μπορούσαν να φανταστούν.

Η τεχνητή νοημοσύνη αποτελεί τη σημαντικότερη τεχνολογική επανάσταση του 21ου αιώνα. Οι εφαρμογές της επηρεάζουν την εργασία, τη λειτουργία της κρατικής μηχανής και των επιχειρήσεων, την παραγωγικότητα, την καινοτομία, τη ροή και το μέγεθος της πληροφορίας, την καινοτομία, καθαρίζει σημαντικές αλλαγές στη διάρθρωση των οικονομιών αλλά και της παγκόσμιας οικονομίας, οδηγεί σε μετασχηματισμό της κοινωνικής οργάνωσης.

Ταυτόχρονα είναι σαφώς ευδιάκριτο γεγονός ότι η τεχνολογική επανάσταση που φέρει η τεχνητή νοημοσύνη, έχει αρχίσει να προκαλεί μια αναδιάρθρωση της εξουσίας, όπου οι τεχνολογικοί κολοσσοί ανταγωνίζονται ακόμα με μεγάλες δημοκρατικές δυνάμεις στο χώρο της παγκόσμιας επιρροής.

Αυτό προδιαγράφει ξεκάθαρα η προσθήκη καρεκλών στις συνόδους των ηγετών των ισχυρότερων χωρών, σε επικεφαλείς των τεχνολογικών κολοσσών.

Τον περασμένο Σεπτέμβριο συμμετείχα στο άτυπο Συμβούλιο των Υπουργών Οικονομικών της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο Δουβλίνο, όπου η μία μέρα ήταν αφιερωμένη στην τεχνητή νοημοσύνη και η Γενική Διευθύντρια του ΔΝΤ (Διεθνές Νομισματικού Ταμείου) παρουσίασε τις επιπτώσεις της τεχνητής νοημοσύνης στις ευρωπαϊκές οικονομίες, στην αγορά εργασίας, τον Δημόσιο Τομέα, στην ενέργεια αλλά και στη γεωπολιτική ισορροπία.

Το μεγάλο ερώτημα ήταν πώς εξελίσσεται ο ρόλος του Υπουργού Οικονομικών μέσα από τη διαμόρφωση οικονομικής πολιτικής, απέναντι σε μια τεχνολογία τόσο δυναμική.

Προφανώς, ο Υπουργός Οικονομικών παραμένει ο θεματοφύλακας των υγιών δημόσιων οικονομικών ως μια σταθερή αρχή ενώ παράλληλα θα πρέπει να διασφαλίζει τις προϋποθέσεις για βελτίωση της παραγωγικότητας, της ανταγωνιστικότητας, τη συνέχιση των επενδύσεων και την προσαρμογή της οικονομίας στα νέα δεδομένα που δημιουργούνται με την τεχνητή νοημοσύνη.

Αναμφίβολα, η αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης στον δημόσιο τομέα αποτελεί ίσως μία από τις πιο άμεσες ευκαιρίες για τη βελτίωση της καθημερινής λειτουργίας του κράτους.

Να πω όμως πρώτα, σε γενικότερο πλαίσιο, ότι εμείς οι υπεύθυνοι χάραξης οικονομικής πολιτικής, καλούμαστε να δημιουργήσουμε τις κατάλληλες συνθήκες ώστε η οικονομία μας στο σύνολο της και πέραν του δημόσιου τομέα, να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες που προσφέρει η τεχνητή νοημοσύνη.

Οι πρόσφατες αναλύσεις από σημαντικούς Διεθνείς Οργανισμούς αναδεικνύουν ακριβώς αυτή τη διάσταση, τις σημαντικές δηλαδή δυνατότητες αύξησης της παραγωγικότητας και, ταυτόχρονα, την ανάγκη προσαρμογής των οικονομιών μας σε ένα περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα και ταχύτατες αλλαγές.

Όπως είναι γνωστό, η παραγωγικότητα αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους προσδιοριστικούς παράγοντες της οικονομικής ανάπτυξης σε βάθος χρόνου. Καθορίζει το βαθμό που μπορούμε να παράγουμε με τους διαθέσιμους ανθρώπινους και υλικούς πόρους και πόσο ανταγωνιστικές είναι οι επιχειρήσεις.

Η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί σημαντικές δυνατότητες προς αυτή την κατεύθυνση. Μπορεί να επιταχύνει την επεξεργασία μεγάλου όγκου πληροφοριών, να αυτοματοποιήσει επαναλαμβανόμενες εργασίες, να ενισχύσει την ακρίβεια των προβλέψεων και να υποστηρίξει την ανάπτυξη νέων προϊόντων και υπηρεσιών. Παράλληλα, μπορεί να διευκολύνει την έρευνα και την καινοτομία, επιτρέποντας την ταχύτερη αξιοποίηση και τον συνδυασμό υφιστάμενης γνώσης.

Οι επιπτώσεις όμως της τεχνητής νοημοσύνης ίσως διαφοροποιούνται χρονικά! Δηλαδή βραχυπρόθεσμα οδηγεί σε αύξηση της παραγωγικότητας και σε περιορισμένες μεταβολές στη διάρθρωση της απασχόλησης, μέσω αυτοματοποίησης επιμέρους εργασιών και την ανάλυση δεδομένων. Θα δούμε το κόστος να μειώνεται στις επιχειρήσεις, στο εμπόριο, στις τράπεζες καθώς και βελτίωση στη λήψη αποφάσεων.

Μεσοπρόθεσμα αναμένεται ότι η τεχνητή νοημοσύνη θα ενσωματώνεται από τις επιχειρήσεις και τις Υπηρεσίες σε όλα τα στάδια της αλυσίδας παραγωγής με μια ραγδαία αύξηση της παραγωγικότητας με αποτέλεσμα πολύ βελτιωμένους ρυθμούς ανάπτυξης.

Το μεγάλο ερώτημα είναι αν αυτή η ανάπτυξη θα κατανέμεται ισόρροπα. Δύσκολα θα μπορούσε κάποιος να τοποθετηθεί θετικά στο ερώτημα, όταν οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες μέσα από τον καθολικό έλεγχο δεδομένων και των τεχνολογικών υποδομών, θα αποκτήσουν μια πολύ μεγάλη ισχύ.

Αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα μια ολιγοπωλιακή διάρθρωση της παγκόσμιας οικονομίας, η οποία θα απλώνεται και στη διαμόρφωση των πολιτικών εξουσιών, ενώ θα δούμε ανισότητες μεταξύ των εργαζομένων και μεταξύ μικρών και μεγάλων επιχειρήσεων.

Στο σημείο αυτό καλούνται οι Κυβερνήσεις να αναλάβουν ενεργό ρόλο σε σχέση με την αναδιανομή του παραγομένου πλούτου, τη φορολόγηση του άυλου κεφαλαίου, στήριξη, της εκπαίδευσης, τη δια βίου μάθηση και την τεχνολογική εκπαίδευση.

Εκτιμάται από πολλούς μελετητές και αναλυτές οικονομολόγους ότι σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα θα υπάρξει μια ισορροπία, με μια οικονομία της αφθονίας όπως θα έλεγε ο Καθηγητής Galbraith, όπου θα έχουμε δραστικά μειωμένο οριακό κόστος παραγωγής και μικρότερο χρόνο εργασίας για τους εργαζομένους.

Βεβαίως, το τελικό αποτέλεσμα θα εξαρτηθεί από την ταχύτητα υιοθέτησης της τεχνολογίας, τις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη και τις δεξιότητες του ανθρώπινου δυναμικού. Στο παρόν στάδιο, οι Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής πρωτοπορούν σε σχέση με το ύψος των επενδύσεων στον τομέα αυτό με 75%, με την Κίνα στο 12-15% και ακολουθεί η Ευρώπη μόλις στο 5%.

Για την Κύπρο, ως μια μικρή και ανοικτή οικονομία, η αξιοποίηση νέων τεχνολογιών μπορεί να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεών μας, να στηρίξει την εξωστρέφεια των υπηρεσιών και να δημιουργήσει νέες δυνατότητες διαφοροποίησης της παραγωγικής μας βάσης.

Βεβαίως, το ζητούμενο, δεν είναι απλώς να χρησιμοποιούμε περισσότερο την τεχνητή νοημοσύνη, αλλά να τη χρησιμοποιούμε με τρόπο που να αυξάνει πραγματικά την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας μας.

Φίλες και φίλοι,

επανέρχομαι στο κύριο ερώτημα αυτής της ομιλίας, δηλαδή, πώς η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην καθημερινή άσκηση οικονομικής πολιτικής.

Η οικονομική πολιτική στηρίζεται στην κατανόηση της πραγματικής κατάστασης της οικονομίας, στην αξιολόγηση εναλλακτικών επιλογών και στην πρόβλεψη των συνεπειών κάθε απόφασης. Παραδοσιακά, η διαδικασία αυτή βασίζεται σε στατιστικά στοιχεία, οικονομικές προβλέψεις, οικονομικά μοντέλα και βεβαίως στην εμπειρία των αρμόδιων τεχνοκρατών.

Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να ενισχύσει σημαντικά όλες τις παραμέτρους διαμόρφωσης οικονομικής πολιτικής.

Πρώτον, μπορεί να βελτιώσει την παρακολούθηση και την πρόβλεψη των οικονομικών εξελίξεων.

Οι παραδοσιακοί δείκτες, όπως το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν, ο πληθωρισμός, η ανεργία και η βιομηχανική παραγωγή, είναι απαραίτητοι για την αξιολόγηση της οικονομίας. Ωστόσο, αρκετοί δημοσιεύονται με χρονική καθυστέρηση ή αναθεωρούνται όταν καθίστανται διαθέσιμα νέα δεδομένα.

Με την κατάλληλη αξιοποίηση δεδομένων υψηλής συχνότητας (high frequency data), μπορούμε να ενισχύσουμε την παρακολούθηση της οικονομικής δραστηριότητας και να αναγνωρίζουμε πιο έγκαιρα μεταβολές σε σημαντικούς δείκτες της οικονομίας, όπως η κατανάλωση, επιχειρηματική δραστηριότητα και άλλα.

Δεύτερον, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να ενισχύσει τον σχεδιασμό και την εφαρμογή της κατάλληλης δημοσιονομικής πολιτικής.

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο αναδεικνύει δύο πεδία με ιδιαίτερη σημασία, τη βελτίωση της διαχείρισης των δημόσιων εσόδων και την αύξηση της αποδοτικότητας των δημόσιων δαπανών.

Από την πλευρά των εσόδων, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να υποστηρίξει τις φορολογικές και τελωνειακές αρχές στην ανάλυση κινδύνων, στην αναγνώριση ύποπτων συναλλαγών και στην καλύτερη αξιοποίηση των διαθέσιμων πληροφοριών.

Στόχος, βεβαίως, δεν είναι η αδιάκριτη εντατικοποίηση των ελέγχων. Είναι η καλύτερη στόχευσή τους, ώστε οι αρχές να αξιοποιούν αποτελεσματικότερα τους διαθέσιμους πόρους και να περιορίζουν τα περιττά διοικητικά βάρη για τους συνεπείς φορολογουμένους.

Από την πλευρά των δημόσιων δαπανών, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να βοηθήσει, για παράδειγμα, στην ανάλυση των προϋπολογισμών, στον εντοπισμό ασυνήθιστων προτύπων στις δημόσιες συμβάσεις και στην αξιολόγηση της στόχευσης κοινωνικών προγραμμάτων.

Τρίτον, η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να βελτιώσει την αξιολόγηση των οικονομικών πολιτικών.

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σε ένα περιβάλλον όπου οι δημοσιονομικοί πόροι είναι περιορισμένοι και οι ανάγκες αυξανόμενες. Γιατί η πρόκληση για τις κυβερνήσεις δεν είναι μόνο να διαθέτουν επαρκείς πόρους, αλλά και να διασφαλίζουν ότι κάθε ευρώ δημόσιας δαπάνης παράγει το μεγαλύτερο δυνατό οικονομικό όφελος.

Η αποτελεσματική οικονομική πολιτική δεν εξαντλείται στη λήψη μιας απόφασης. Προϋποθέτει συνεχή αξιολόγηση του κατά πόσο η απόφαση επιτυγχάνει τον σκοπό για τον οποίο σχεδιάστηκε.

Ας είμαστε, όμως, σαφείς και ειλικρινείς, η τεχνολογία δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση αποτελεσματικότερης δημόσιας διοίκησης. Χρειάζονται κατάλληλες ψηφιακές υποδομές, αξιόπιστα δεδομένα, εκπαίδευση του ανθρώπινου δυναμικού και σαφές πλαίσιο διακυβέρνησης.

Η τεχνητή νοημοσύνη θα αντικαταστήσει ορισμένες εργασίες όχι όμως τους δημόσιους υπαλλήλους. Θα πρέπει όμως με την τεχνητή νοημοσύνη η Δημόσια Υπηρεσία να σχεδιάζει με επίκεντρο την εξυπηρέτηση του πολίτη, με ταχύτητα και απλές διαδικασίες.

Με άλλα λόγια, ο ανθρώπινος παράγοντας δεν θα πάψει ποτέ να αποτελεί κρίσιμο εργαλείο.

Φίλες και φίλοι,

ο ειδικός σε θέματα τεχνητής νοημοσύνης, κυπριακής καταγωγής και βραβευμένος με Νόμπελ Χημείας Ντέμης Χασάπης, έχει μεταξύ άλλων δηλώσει ότι, «η ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης θα είναι 10 φορές μεγαλύτερη από την βιομηχανική επανάσταση και ίσως πραγματοποιηθεί 10 φορές ταχύτερα».

Είναι προφανές ότι η τεχνολογική πρόοδος δημιουργεί νέες ευκαιρίες, αλλά μεταβάλλει ταυτόχρονα και τη φύση πολλών επαγγελμάτων. Ορισμένες εργασίες θα αυτοματοποιηθούν, άλλες θα εκτελούνται αποτελεσματικότερα με τη βοήθεια της τεχνητής νοημοσύνης, ενώ θα δημιουργηθούν νέοι ρόλοι και επαγγελματικές ειδικότητες.

Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο εκτιμά ότι περίπου το 60% των εργαζομένων στις προηγμένες ευρωπαϊκές οικονομίες απασχολείται σε επαγγέλματα με μεγάλη έκθεση στην τεχνητή νοημοσύνη. Αυτό δεν σημαίνει ότι το 60% των θέσεων εργασίας κινδυνεύει να εξαφανιστεί. Η έκθεση στην τεχνολογία μπορεί να σημαίνει είτε δυνατότητα αύξησης της παραγωγικότητας είτε μεγαλύτερο κίνδυνο υποκατάστασης συγκεκριμένων εργασιών.

Η συνολική επίδραση στην απασχόληση παραμένει αβέβαιη. Είναι, όμως, σαφές ότι οι απαιτούμενες δεξιότητες θα μεταβληθούν και ότι ορισμένοι εργαζόμενοι θα χρειαστούν περισσότερο χρόνο και υποστήριξη για να προσαρμοστούν.

Η απάντηση βεβαίως, δεν μπορεί να είναι η αντίσταση στην τεχνολογική πρόοδο. Πρέπει να είναι η προετοιμασία των ανθρώπων για τις αλλαγές που αυτή επιφέρει.

Η εκπαίδευση, η διά βίου μάθηση και η επανακατάρτιση αποκτούν καθοριστική σημασία. Χρειαζόμαστε εργαζομένους με ψηφιακές δεξιότητες, ικανότητα κριτικής σκέψης, δημιουργικότητα και δυνατότητα προσαρμογής σε ένα μεταβαλλόμενο εργασιακό περιβάλλον.

Ταυτόχρονα, πρέπει να ενισχύσουμε τις πολιτικές ενεργού απασχόλησης και να διευκολύνουμε τη μετάβαση των εργαζομένων από επαγγέλματα που συρρικνώνονται σε νέες ή αναπτυσσόμενες δραστηριότητες.

Απαιτείται ιδιαίτερη προσοχή στους νέους μας. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να αυτοματοποιήσει ορισμένες από τις εργασίες μέσω των οποίων οι νέοι αποκτούσαν παραδοσιακά την πρώτη επαγγελματική τους εμπειρία. Αυτό καθιστά ακόμη σημαντικότερη τη σύνδεση της εκπαίδευσης με την αγορά εργασίας και τη δημιουργία ουσιαστικών ευκαιριών επαγγελματικής ένταξης.

Μια ακόμη διάσταση, που συχνά υποτιμάται στη δημόσια συζήτηση, αφορά τις φυσικές και ψηφιακές υποδομές που απαιτούνται για την ανάπτυξη και τη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης.

Η τεχνητή νοημοσύνη απαιτεί σημαντική υπολογιστική ισχύ, κέντρα δεδομένων, δίκτυα επικοινωνιών και αξιόπιστη ηλεκτρική ενέργεια.

Αυτό δημιουργεί μια σημαντική πρόκληση οικονομικής πολιτικής: πώς θα διασφαλίσουμε ότι η ανάπτυξη των νέων τεχνολογιών δεν θα οδηγήσει σε υπερβολικές πιέσεις στις τιμές της ενέργειας ή σε περιορισμούς στην επάρκεια της ηλεκτροδότησης.

Απαιτούνται επενδύσεις στα δίκτυα, καλύτερος ενεργειακός σχεδιασμός, αξιοποίηση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Και βεβαίως, η αυξανόμενη εξάρτηση από ψηφιακές υποδομές δημιουργεί ζητήματα οικονομικής ασφάλειας και κυβερνοασφάλειας.

Κυρίες και κύριοι,

οι προκλήσεις που προκύπτουν από την ανάπτυξη της τεχνητής νοημοσύνης δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν αποκλειστικά σε εθνικό επίπεδο.

Η Ευρωπαϊκή Ένωση διαθέτει ισχυρή ερευνητική βάση και σημαντικό ανθρώπινο δυναμικό. Ωστόσο, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει προκλήσεις στην προσέλκυση ιδιωτικών επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη, στην εμπορική αξιοποίηση της έρευνας και στην ανάπτυξη των απαραίτητων ψηφιακών υποδομών.

Η ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς, η καλύτερη πρόσβαση σε κεφάλαια για καινοτόμες επιχειρήσεις και η ανάπτυξη ευρωπαϊκών τεχνολογικών δυνατοτήτων είναι καθοριστικές προϋποθέσεις για την προώθηση της τεχνητής νοημοσύνης σε ευρωπαικό επίπεδο.

Παράλληλα, απαιτείται ένα κανονιστικό περιβάλλον που προστατεύει τους πολίτες και διασφαλίζει την ασφαλή χρήση της τεχνολογίας, χωρίς να δημιουργεί περιττά εμπόδια στην καινοτομία.

Κυρίες και κύριοι,

επανερχόμενος σε αυτό που είπε ο Αριστοτέλης, το ιστορικό στοίχημα της γενιάς μας είναι αν η εκπλήρωση της προφητείας του Αριστοτέλη θα μας οδηγήσει τελικά σε μια ουτοπία, όπου ο άνθρωπος απελευθερώνεται από τον μόχθο της εργασίας για να ασχοληθεί με τις τέχνες, τη φιλοσοφία και την πολιτική, ή σε μια δυστοπία ακραίου κοινωνικού αποκλεισμού και μεγάλων ανισοτήτων.

Η απάντηση μου στο φιλοσοφικό αυτό ερώτημα είναι ότι θα εξαρτηθεί από τις πολιτικές επιλογές που θα κάνουμε σήμερα.

Η πρόκληση της γενιάς μας δεν είναι απλώς να δημιουργήσουμε μια οικονομία στην οποία οι μηχανές θα μπορούν να εκτελούν όλο και περισσότερες ανθρώπινες εργασίες. Είναι να οικοδομήσουμε μια κοινωνία χωρίς αποκλεισμούς, στην οποία η τεχνολογική πρόοδος θα απελευθερώνει τον άνθρωπο, αντί να τον περιθωριοποιεί.

Στο τέλος της ημέρας, δεν πρέπει να προσαρμόσουμε την οικονομική πολιτική στην τεχνητή νοημοσύνη ως αυτοσκοπό. Είναι να αξιοποιήσουμε την τεχνητή νοημοσύνη για να ασκούμε καλύτερη οικονομική πολιτική, μια πολιτική που δημιουργεί ευημερία, διευρύνει τις ευκαιρίες και υπηρετεί τον άνθρωπο.

Πριν ολοκληρώσω θα ήθελα να σας πω, ως Κυβέρνηση τι κάναμε, τι κάνουμε και πώς προχωρούμε μέχρι στιγμής για το θέμα της Τεχνητής Νοημοσύνης.

Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει ήδη προχωρήσει σε σειρά ενεργειών για την εφαρμογή του Κανονισμού της Ευρωπαϊκής Ένωσης για την Τεχνητή Νοημοσύνη. Με σχετική Απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου έχουν καθοριστεί οι βασικές αρμόδιες Αρχές. Το Υφυπουργείο Έρευνας, Καινοτομίας και Ψηφιακής Πολιτικής έχει τον ευρύτερο συντονιστικό και στρατηγικό ρόλο σε θέματα πολιτικής για την Τεχνητή Νοημοσύνη, περιλαμβανομένης της παρακολούθησης των ευρωπαϊκών εξελίξεων, της διαμόρφωσης της εθνικής στρατηγικής κατεύθυνσης και του συντονισμού των ενεργειών που απαιτούνται για την εφαρμογή του σχετικού πλαισίου σε εθνικό επίπεδο. Ο Επίτροπος Επικοινωνιών έχει οριστεί ως Κοινοποιούσα Αρχή, Αρχή Εποπτείας της Αγοράς και Ενιαίο Σημείο Επαφής. Η Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα έχει οριστεί ως Αρχή Εποπτείας της Αγοράς για συγκεκριμένα συστήματα ΤΝ υψηλού κινδύνου, μεταξύ άλλων στους τομείς της επιβολής του νόμου, της διαχείρισης των συνόρων, της απονομής δικαιοσύνης και της δημοκρατίας. Στο Νομοσχέδιο εφαρμογής του Κανονισμού ΤΝ, το οποίο τέθηκε σε Δημόσια Διαβούλευση, προτείνεται όπως η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (ΚΤΚ) ενεργεί ως Αρχή Εποπτείας της Αγοράς για συστήματα ΤΝ υψηλού κινδύνου που χρησιμοποιούνται από χρηματοοικονομικά ιδρύματα, εφόσον συνδέεται άμεσα με την παροχή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών για τα οποία η ΚΤΚ έχει οριστεί ως αρμόδια αρχή για την χρηματοοικονομική εποπτεία τους.

Παράλληλα, σε εξέλιξη βρίσκεται από τις αρμόδιες Αρχές η ανάπτυξη διαδικασιών για την άσκηση των σχετικών αρμοδιοτήτων, ενώ συμμετέχουν ενεργά στις εργασίες και στους μηχανισμούς συνεργασίας που λειτουργούν σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Επιπρόσθετα, εκπονείται τεχνοοικονομική μελέτη από ανεξάρτητο σύμβουλο, η οποία ολοκληρώνεται εντός των ημερών. Η μελέτη υποστηρίζει τον σχεδιασμό για την εφαρμογή του Κανονισμού σε εθνικό επίπεδο και εξετάζει, μεταξύ άλλων, το προτεινόμενο μοντέλο λειτουργίας, τις διαδικασίες, τις ανάγκες σε ανθρώπινο δυναμικό και τεχνογνωσία, καθώς και τις απαιτούμενες τεχνικές υποδομές και πόρους των αρμόδιων Αρχών.

Το εθνικό νομοθετικό πλαίσιο βρίσκεται στο στάδιο ολοκλήρωσης και θα ρυθμίσει τα ζητήματα που πρέπει να καθοριστούν σε εθνικό επίπεδο για την αποτελεσματική εφαρμογή και επιβολή του Κανονισμού.

Σας ευχαριστώ για την προσοχή σας.

Ροή Ειδήσεων

Hellenic Bank Χορηγός Ροής INB
ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ