powered by cbn INB-DIGITAL-EDITIONS LOGO-PNG-108

Το λάθος δίλημμα: γεωργία ή καθαρή ενέργεια

Η γεωργική γη αποτελεί πολύτιμο και περιορισμένο παραγωγικό πόρο. Γι’ αυτό και η προστασία της αποτελεί θεμιτό στόχο δημόσιας πολιτικής. Το ίδιο, όμως, ισχύει και για την ανάγκη αύξησης της παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ), ιδιαίτερα σε μια χώρα όπως η Κύπρος, η οποία εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από ρυπογόνα ορυκτά καύσιμα.

Οι δύο αυτοί στόχοι μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαίνονται ανταγωνιστικοί, καθώς διεκδικούν τη χρήση του ίδιου πόρου, της γης. Δεν είναι, όμως, κατ’ ανάγκη ασύμβατοι μεταξύ τους. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι ποιος από τους δύο πρέπει να υπερισχύσει, αλλά πώς μπορούν να συνδυαστούν αποτελεσματικά.

Από οικονομική άποψη, η γη αποτελεί σπάνιο παραγωγικό συντελεστή. Η χρήση της για έναν σκοπό συνεπάγεται κόστος ευκαιρίας, καθώς περιορίζει τη δυνατότητα αξιοποίησής της για κάποιον άλλο σκοπό. Αυτό όμως δεν συνεπάγεται ότι διαφορετικές χρήσεις της γης είναι πάντοτε αμοιβαία αποκλειόμενες.

Όταν δύο χρήσεις γίνονται συμπληρωματικές

Σε αυτό ακριβώς το σημείο αποκτούν ιδιαίτερη σημασία τα αγροφωτοβολταϊκά συστήματα. Ανάλογα με το είδος της καλλιέργειας και τον σχεδιασμό τους, μπορούν να επιτρέψουν την παράλληλη αξιοποίηση της ίδιας έκτασης τόσο για γεωργική παραγωγή όσο και για παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Από οικονομική άποψη, αυτό σημαίνει ότι δύο φαινομενικά ανταγωνιστικές και αμοιβαία αποκλειόμενες χρήσεις της γης μπορούν, υπό προϋποθέσεις, να μετατραπούν σε συμπληρωματικές.

Στην οικονομική θεωρία, η κοινή αξιοποίηση ενός παραγωγικού συντελεστή σε περισσότερες από μία δραστηριότητες δημιουργεί μεγαλύτερη συνολική αξία από την αποκλειστική χρήση του σε μία μόνο δραστηριότητα.

Για παράδειγμα, η σκίαση που προσφέρουν τα φωτοβολταϊκά πάνελ μπορεί, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, να περιορίζει την εξάτμιση του νερού και, κατ’ επέκταση, τις ανάγκες άρδευσης ορισμένων καλλιεργειών, κάτι ιδιαίτερα σημαντικό σε μια χώρα όπως η Κύπρος, όπου οι υψηλές θερμοκρασίες και το έντονο υδατικό στρες αποτελούν διαχρονικές προκλήσεις.

Με τον τρόπο αυτό, η συνδυασμένη παραγωγή γεωργικών προϊόντων και ηλεκτρικής ενέργειας στην ίδια έκταση μπορεί να αυξήσει τη συνολική οικονομική απόδοση της γης, ενισχύοντας κατ’ επέκταση τη γαιοπρόσοδο, χωρίς να απαιτείται η πλήρης εγκατάλειψη της γεωργικής χρήσης.

Υπάρχει, όμως, και μια δεύτερη κατηγορία οφελών, τα οποία δεν περιορίζονται στον ίδιο τον παραγωγό αλλά διαχέονται ευρύτερα στην οικονομία και την κοινωνία. Η παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ΑΠΕ περιορίζει τις αρνητικές εξωτερικότητες που συνδέονται με τη χρήση ορυκτών καυσίμων, μειώνοντας τις εκπομπές και το συνακόλουθο κοινωνικό κόστος της ρύπανσης. Παράλληλα, μπορεί να περιορίσει την εξάρτηση από εισαγόμενα καύσιμα και να ενισχύσει την ενεργειακή ασφάλεια, δημιουργώντας πρόσθετα οφέλη.

Η οικονομική λογική της αναλογικότητας

Η ύπαρξη ενός θεμιτού στόχου δημόσιας πολιτικής δεν σημαίνει ότι οποιοδήποτε μέτρο για την επίτευξή του είναι και οικονομικά ορθολογικό.

Ένας οριζόντιος περιορισμός στην ανάπτυξη αγροφωτοβολταϊκών συστημάτων μπορεί να αντιμετωπίζει με τον ίδιο τρόπο περιπτώσεις που διαφέρουν ουσιωδώς ως προς την ποιότητα και την πραγματική χρήση της γης, το είδος της καλλιέργειας, το ποσοστό κάλυψης και τη δυνατότητα συνέχισης της γεωργικής παραγωγής.

Η οικονομική αξιολόγηση ενός τέτοιου περιορισμού απαιτεί τη σύγκριση του πρόσθετου οφέλους από την προστασία της γεωργικής γης με το πρόσθετο κόστος που συνεπάγεται ο αποκλεισμός της παράλληλης ενεργειακής αξιοποίησής της.

Εάν ο ίδιος στόχος μπορεί να επιτευχθεί με λιγότερο περιοριστικά μέσα, όπως τεχνικές προδιαγραφές, όρια κάλυψης, υποχρέωση διατήρησης της γεωργικής δραστηριότητας ή αξιολόγηση ανά περίπτωση, τότε ένας γενικός περιορισμός μπορεί να είναι υπερβολικός, εφόσον ενδέχεται να αποκλείει οφέλη από την παράλληλη ενεργειακή αξιοποίηση της γης χωρίς να δημιουργεί αντίστοιχα μεγαλύτερο όφελος από την πρόσθετη προστασία της.

Όταν αλλάζουν οι κανόνες αφού δεσμευθεί το κεφάλαιο

Υπάρχει, τέλος, και ο ρυθμιστικός κίνδυνος. Οι επενδύσεις σε έργα ΑΠΕ απαιτούν σημαντικές αρχικές δαπάνες για γη, μελέτες, αδειοδοτήσεις και τεχνικό σχεδιασμό, μεγάλο μέρος των οποίων είναι μη ανακτήσιμο. Όσο περισσότερο κεφάλαιο έχει ήδη δεσμευθεί, τόσο πιο εκτεθειμένος γίνεται ο επενδυτής σε μεταγενέστερη αλλαγή των κανόνων.

Αυτό είναι το γνωστό στην οικονομική θεωρία ως πρόβλημα ομηρίας (hold-up problem), δηλαδή η έκθεση του επενδυτή σε μεταγενέστερη μεταβολή του ρυθμιστικού πλαισίου αφού έχει ήδη δεσμεύσει σημαντικά μη ανακτήσιμα κεφάλαια.

Οι συνέπειες, όμως, δεν περιορίζονται στους υφιστάμενους επενδυτές. Οι μελλοντικοί επενδυτές προεξοφλούν τον αυξημένο ρυθμιστικό κίνδυνο και απαιτούν υψηλότερη απόδοση για να δεσμεύσουν κεφάλαια, αυξάνοντας έτσι το κόστος χρηματοδότησης των επενδύσεων. Ως αποτέλεσμα, ορισμένα έργα μπορεί να καταστούν λιγότερο ελκυστικά ή να μην υλοποιηθούν καθόλου.

Γι’ αυτό η προβλεψιμότητα της ρύθμισης δεν είναι απλώς ζήτημα νομικής ασφάλειας. Είναι βασική οικονομική προϋπόθεση για τη χρηματοδότηση μακροπρόθεσμων επενδύσεων και, ευρύτερα, για τη διαμόρφωση ενός πλαισίου που επιτρέπει την αποτελεσματική αξιοποίηση των διαθέσιμων παραγωγικών πόρων.

Υπό αυτό το πρίσμα, η σωστή δημόσια πολιτική δεν χρειάζεται να επιλέξει ανάμεσα στη γεωργία και την καθαρή ενέργεια. Χρειάζεται να διαμορφώσει κανόνες οι οποίοι, όπου αυτό είναι τεχνικά και οικονομικά εφικτό, να επιτρέπουν τη συνύπαρξή τους, να αξιοποιούν τις μεταξύ τους συμπληρωματικότητες και να λαμβάνουν υπόψη τα ευρύτερα κοινωνικά οφέλη που μπορούν να προκύψουν.

Αυτό ακριβώς επιδιώκει η καλή ρύθμιση, η εξισορρόπηση και των δύο επιδιώξεων κατά τρόπο που να μεγιστοποιεί τη συνολική κοινωνική αξία και παραγωγικότητα της γης ως σπάνιου παραγωγικού συντελεστή.

*Ο Δρ. Παναγιώτης Αγησιλάου είναι οικονομολόγος με ειδίκευση στα οικονομικά του ανταγωνισμού και Διευθύνων Σύμβουλος της Trojan Economics, της μοναδικής εταιρείας στην Κύπρο που παρέχει εξειδικευμένη οικονομική ανάλυση και συμβουλευτικές υπηρεσίες σε θέματα ανταγωνισμού, συγκεντρώσεων επιχειρήσεων, κρατικών ενισχύσεων, ρύθμισης αγορών και εμπορικών διαφορών. Κατέχει διδακτορικό τίτλο και δύο μεταπτυχιακούς τίτλους στα Οικονομικά από κορυφαία βρετανικά πανεπιστήμια, ενώ έχει αναγνωριστεί από το Lexology Index (πρώην Who’s Who Legal) ως ένας από τους σημαντικότερους οικονομολόγους παγκοσμίως σε θέματα ανταγωνισμού.

Ροή Ειδήσεων

Hellenic Bank Χορηγός Ροής INB
ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ