powered by cbn INB-DIGITAL-EDITIONS LOGO-PNG-108

Μυρσίνη Αριστείδου, σκηνοθέτρια του «Κράτα Με»: Να αρχίσουμε να αντιμετωπίζουμε τον κινηματογράφο ως έναν πραγματικό επαγγελματικό κλάδο

Στην πρώτη μας συζήτηση (διάβασέ την ΕΔΩ), η σκηνοθέτρια της ταινίας «Κράτα με / Hold Onto Me», Μυρσίνη Αριστείδου, μίλησε για μέσα από την προσωπική και δημιουργική του διαδρομή, για την ιδέα που γεννήθηκε και εξελίχθηκε μέσα στα χρόνια, τα γυρίσματα, τους ανθρώπους μπροστά και πίσω από την κάμερα, τις δυσκολίες και τα συναισθήματα που συνόδευσαν ένα ταξίδι οκτώ ετών, μέχρι την βράβευση στο Sundance και τη βράβευση και τον δρόμο που ανοίγεται για τα Όσκαρ.

Υπάρχει, όμως, και μια άλλη πλευρά της ίδιας ιστορίας. Αυτή που δεν φαίνεται στην οθόνη. Πώς χρηματοδοτείται μια ανεξάρτητη ταινία, πόσο δύσκολο είναι να συγκεντρωθούν τα χρήματα, πόσο κρίσιμος είναι ο ρόλος του κράτους, γιατί οι ιδιώτες επενδυτές αντιμετωπίζουν τον κινηματογράφο ως επένδυση υψηλού ρίσκου και τι σημαίνει στην πράξη να γυρίζεις μια διεθνή συμπαραγωγή σε μια μικρή αγορά όπως η Κύπρος;

Στη δεύτερη αυτή συνέντευξη, η Μυρσίνη Αριστείδου μιλά στο InBusinessNews για το οικονομικό και τεχνικό παρασκήνιο του «Κράτα με». Από το σύνθετο χρηματοδοτικό μοντέλο και τα χρόνια αναμονής, μέχρι τον εξοπλισμό που χρειάστηκε να έρθει από το εξωτερικό, την έλλειψη εξειδικευμένου ανθρώπινου δυναμικού και τις υποδομές που χρειάζεται η Κύπρος για να αποκτήσει πραγματική κινηματογραφική βιομηχανία.

Το «Κράτα με» είναι συμπαραγωγή Κύπρου, Ελλάδας και Δανίας, με συμμετοχή και αμερικανικών φορέων. Πώς στήθηκε αυτή η χρηματοδοτική και παραγωγική αλυσίδα;

Χτίστηκε σταδιακά και σε βάθος πολλών ετών. Η ταινία είναι κυπριακή, ελληνική και δανέζικη συμπαραγωγή. Από την Κύπρο συμμετέχουν η One Six One Films και η Filmblades, από τη Δανία η Fredo Pictures και από την Ελλάδα η Graal Films.

Η χρηματοδότηση προήλθε από διαφορετικές πηγές και χώρες, μεταξύ άλλων από το Υφυπουργείο Πολιτισμού της Κύπρου, το Ινστιτούτο Κινηματογράφου της Δανίας, το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου Οπτικοακουστικών Μέσων και Δημιουργίας και την ΕΡΤ, ενώ υπήρξε και αμερικανική υποστήριξη, μεταξύ άλλων από το Black Family Film Foundation του NYU, και τους executive producers Pleasant Bay Pictures και το Mango Productions.

Αυτό είναι αρκετά χαρακτηριστικό του ευρωπαϊκού ανεξάρτητου κινηματογράφου. Δεν υπάρχει συνήθως ένας χρηματοδότης που έρχεται και καλύπτει την ταινία. Χτίζεις ένα πολύ σύνθετο παζλ κομμάτι-κομμάτι.

Πόσο δύσκολο ήταν να συγκεντρωθούν τα χρήματα; Και ποιο ήταν το μεγαλύτερο εμπόδιο στα οκτώ χρόνια;

Πολύ δύσκολο. Και ίσως το μεγαλύτερο εμπόδιο δεν ήταν μία συγκεκριμένη απόρριψη ή ένα συγκεκριμένο ποσό. Ήταν ο χρόνος.

Όταν μια ταινία χρειάζεται τόσα χρόνια για να χρηματοδοτηθεί, είτε λόγω απορρίψεων είτε απλώς λόγω της αναμονής που συνεπάγεται όλη αυτή η γραφειοκρατική διαδικασία, πρέπει συνεχώς να κρατάς ζωντανό το ενδιαφέρον των συνεργατών σου, να ξανακάνεις αιτήσεις, να προσαρμόζεις προϋπολογισμούς, να περιμένεις αποτελέσματα, να αντιμετωπίζεις αλλαγές και ταυτόχρονα να προστατεύεις τον πυρήνα της ταινίας.

Και υπάρχει ένα τεράστιο ψυχολογικό κόστος σε αυτό. Για χρόνια πρέπει να συνεχίζεις να λες στους άλλους, αλλά και στον ίδιο σου τον εαυτό, «θα γίνει», ενώ στην πραγματικότητα δεν έχεις καμία εγγύηση ότι θα γίνει ποτέ. Νομίζω ότι αυτό ήταν το δυσκολότερο κομμάτι: να συνεχίζεις να πιστεύεις στην ταινία αρκετά ώστε να μην την εγκαταλείψεις.

 

5601674710344515 BTS MA & MP by Sofia Anastasiou

 

Πόσο σημαντική είναι σήμερα η κρατική χρηματοδότηση για μια κυπριακή ταινία και πόσο μπορεί πραγματικά να στηρίξει μια παραγωγή μεγάλου μήκους;

Είναι απολύτως απαραίτητη, ιδιαίτερα σε μια χώρα με τόσο μικρή εσωτερική αγορά. Δεν μπορείς ρεαλιστικά να περιμένεις ότι μια ανεξάρτητη κυπριακή ταινία θα χρηματοδοτηθεί αποκλειστικά από τα μελλοντικά της εισιτήρια. Η κρατική χρηματοδότηση είναι επομένως η βάση πάνω στην οποία μπορείς στη συνέχεια να χτίσεις συμπαραγωγές και να διεκδικήσεις χρηματοδότηση από άλλες χώρες.

Αλλά για να είναι πραγματικά αποτελεσματικό ένα σύστημα, δεν αρκεί μόνο να υπάρχουν χρήματα. Χρειάζονται συνέπεια, σταθερά χρονοδιαγράμματα, ταχύτητα στις αποφάσεις και μια μακροπρόθεσμη πολιτική για τον κινηματογράφο.

Χρειάζεται επίσης να αρχίσουμε να αντιμετωπίζουμε τον κινηματογράφο ως έναν πραγματικό επαγγελματικό κλάδο. Μια ταινία δεν είναι μόνο ένα πολιτιστικό προϊόν. Είναι μια ολόκληρη παραγωγή που απασχολεί δεκάδες ανθρώπους, δημιουργεί θέσεις εργασίας, συνεργασίες και τεχνογνωσία και μπορεί να ταξιδέψει πολύ πέρα από τα σύνορα της χώρας. Αν θέλουμε να αναπτυχθεί πραγματικά ο κυπριακός κινηματογράφος, χρειάζεται να δημιουργήσουμε τις συνθήκες μέσα στις οποίες οι άνθρωποι μπορούν να τον αντιμετωπίζουν ως επάγγελμα και όχι ως κάτι που κάνουν περιστασιακά ανάμεσα σε άλλες δουλειές.

Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να βρεθούν ιδιώτες επενδυτές στην Κύπρο ή εκτός, που να είναι διατεθειμένοι να βάλουν χρήματα σε μια ταινία χωρίς να έχουν εγγυημένη εμπορική απόδοση;

Είναι εξαιρετικά δύσκολο. Ο κινηματογράφος είναι από τη φύση του μια επένδυση πολύ υψηλού ρίσκου. Μπορείς να έχεις μια εξαιρετική ταινία, πολύ καλούς συντελεστές και όλες τις σωστές προϋποθέσεις και πάλι να μην ξέρεις αν θα βρει διανομή, αν θα φτάσει στο κοινό ή αν θα επιστρέψει ποτέ τα χρήματα που επενδύθηκαν. Οι πιθανότητες, ειδικά στον ανεξάρτητο κινηματογράφο, είναι εναντίον σου.

Εμείς ήμασταν εξαιρετικά τυχεροί. Η ταινία κατάφερε να φτάσει στο Sundance, να κερδίσει το Βραβείο Κοινού, να ταξιδέψει διεθνώς και να αποκτήσει διανομή σε διάφορες χώρες. Αλλά αυτό δεν μπορείς να το γνωρίζεις όταν ζητάς από κάποιον να επενδύσει, ούτε μπορείς να του το υποσχεθείς. Για κάθε ταινία που καταφέρνει να έχει μια τέτοια πορεία, υπάρχουν πάρα πολλές άλλες που δεν βρίσκουν ποτέ τον ίδιο δρόμο.

Οπότε νομίζω ότι πρέπει να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς με τους ιδιώτες επενδυτές. Δεν μπορείς να παρουσιάζεις μια ανεξάρτητη ταινία σαν μια ασφαλή οικονομική επένδυση, γιατί δεν είναι. Κάποιος που επιλέγει να τη στηρίξει πρέπει να καταλαβαίνει το ρίσκο και να πιστεύει και σε κάτι πέρα από την άμεση οικονομική απόδοση: στην ίδια την ταινία, στους ανθρώπους που τη δημιουργούν και στην αξία που μπορεί να αποκτήσει αν τελικά καταφέρει να βρει τον δρόμο της.

Ποιο είναι το μεγαλύτερο κόστος σε μια κινηματογραφική παραγωγή που ο θεατής δεν αντιλαμβάνεται ποτέ βλέποντας την ταινία;

Ο χρόνος και οι άνθρωποι. Ο θεατής βλέπει δύο ώρες στην οθόνη, αλλά πίσω από αυτές μπορεί να υπάρχουν χρόνια δουλειάς από εκατοντάδες ανθρώπους.

Δεν βλέπει τα χρόνια που χρειάστηκε για να γραφτεί και να ξαναγραφτεί το σενάριο, τις αμέτρητες εκδοχές του, τις συζητήσεις και τις αλλαγές μέχρι να βρεις τι πραγματικά είναι η ταινία. Δεν βλέπει τη διαδικασία επιλογής των ηθοποιών, τις πρόβες, την προετοιμασία τους και όλη τη δουλειά που χρειάζεται για να χτιστεί ένας χαρακτήρας. Δεν βλέπει τους μήνες προετοιμασίας για τα γυρίσματα, την αναζήτηση τοποθεσιών, τα σκηνικά, τα κοστούμια, τον σχεδιασμό κάθε σκηνής και όλες τις αποφάσεις που πρέπει να έχουν παρθεί πριν καν ανοίξει η κάμερα.

Και μετά υπάρχουν τα ίδια τα γυρίσματα, όπου σχεδόν τίποτα δεν πηγαίνει ακριβώς όπως το έχεις φανταστεί. Ο χρόνος είναι περιορισμένος, κάτι αλλάζει, κάτι δεν λειτουργεί, ο καιρός δεν συνεργάζεται, μια σκηνή πρέπει να ξαναστηθεί και πρέπει συνεχώς να βρίσκεις λύσεις εκείνη τη στιγμή. Και όταν τελειώσουν τα γυρίσματα, αρχίζει μια καινούργια, εξίσου μεγάλη διαδικασία: το μοντάζ, οι αμέτρητες εκδοχές και οι συνεχείς αλλαγές, ο ήχος, η μουσική, η χρωματική επεξεργασία, οι υπότιτλοι και όλο το τεχνικό υλικό που χρειάζεται για να μπορέσει η ταινία τελικά να προβληθεί και να ταξιδέψει.

Και φυσικά δεν βλέπει όλες τις απορρίψεις και τις αποτυχίες που προηγήθηκαν. Τις αιτήσεις που δεν εγκρίθηκαν, τις χρηματοδοτήσεις που δεν ήρθαν, τα σχέδια που κατέρρευσαν, τους ατελείωτους κύκλους συζητήσεων, διορθώσεων και αλλαγών. Πολλές φορές δουλεύεις για εβδομάδες ή μήνες πάνω σε κάτι που τελικά δεν θα χρησιμοποιηθεί ποτέ.

Υπάρχει ένας ολόκληρος μηχανισμός και μια τεράστια ποσότητα ανθρώπινης και δημιουργικής εργασίας πίσω από κάθε δευτερόλεπτο που βλέπεις στην οθόνη. Και το παράδοξο είναι ότι, όταν όλα αυτά έχουν γίνει σωστά, ο θεατής δεν πρέπει να τα βλέπει. Βλέπει απλώς την ταινία.

 

5601674894721064 s stills-73

 

Ποια ήταν η μεγαλύτερη τεχνική δυσκολία που αντιμετώπισες στα γυρίσματα στην Κύπρο;

Ήταν πολλές. Η ζέστη ήταν σίγουρα μία από τις μεγαλύτερες. Γυρίζαμε μέσα στο κυπριακό καλοκαίρι και είχαμε καύσωνα για εβδομάδες συνεχόμενες. Οι θερμοκρασίες ήταν πραγματικά εξαντλητικές. Είχαμε ανθρώπους στο συνεργείο που δυσκολεύονταν σωματικά και ταυτόχρονα έπρεπε να συνεχίσουμε να δουλεύουμε με βαρύ εξοπλισμό, πολύ σκληρό φυσικό φως και ένα παιδί στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

Αλλά πέρα από τη ζέστη, η μεγαλύτερη δυσκολία είναι ότι κάνεις μια απαιτητική κινηματογραφική παραγωγή σε μια χώρα όπου ουσιαστικά δεν υπάρχει ακόμη ολοκληρωμένη κινηματογραφική βιομηχανία. Για παράδειγμα, δεν υπήρχε στην Κύπρο η κάμερα με την οποία θέλαμε να γυρίσουμε, οπότε έπρεπε να τη φέρουμε από την Ελλάδα, ενώ οι φακοί ήρθαν από τη Δανία. Το ίδιο ισχύει και με τους ανθρώπους. Υπάρχουν πολύ καλοί επαγγελματίες στην Κύπρο, αλλά είναι λίγοι. Αν ο άνθρωπος που χρειάζεσαι σε μια συγκεκριμένη ειδικότητα δεν είναι διαθέσιμος, πολλές φορές δεν υπάρχει δεύτερη ή τρίτη επιλογή και αναγκάζεσαι να φέρεις κάποιον από το εξωτερικό.

Αυτό κάνει τα πάντα πιο περίπλοκα και πιο ακριβά. Σε μια μεγαλύτερη κινηματογραφική βιομηχανία υπάρχει ένα ολόκληρο δίκτυο ανθρώπων, εξοπλισμού και υποδομών γύρω σου. Αν κάτι πάει στραβά, υπάρχει συνήθως κάποια εναλλακτική. Στην Κύπρο αυτό δεν είναι πάντα δεδομένο. Κανείς και τίποτα δεν είναι εύκολα αντικαταστάσιμο, κι αυτό σημαίνει ότι πρέπει να προβλέπεις πολύ περισσότερα πράγματα και να βρίσκεις συνεχώς λύσεις.

Κι όμως, ακόμη και η δυσκολία της ζέστης έγινε τελικά μέρος της κινηματογραφικής γλώσσας της ταινίας. Αυτή η αίσθηση ότι ο αέρας δεν κινείται, ότι οι άνθρωποι δεν έχουν ενέργεια να κινηθούν γρήγορα, ότι ακούς συνέχεια τα τζιτζίκια, είναι ακριβώς ο κόσμος που ήθελα να αποτυπώσω. Οπότε κάποιες από τις συνθήκες που μας δυσκόλεψαν περισσότερο στα γυρίσματα κατέληξαν να είναι και αυτές που έδωσαν στην ταινία την ταυτότητά της.

Η Κύπρος έχει προσπαθήσει τα τελευταία χρόνια να προσελκύσει διεθνείς κινηματογραφικές παραγωγές. Από τη δική σου εμπειρία, τι χρειάζεται να αλλάξει για να γίνει το νησί πραγματικά ανταγωνιστικός κινηματογραφικός προορισμός;

Χρειάζεται πάνω απ’ όλα συνέπεια. Οι διεθνείς παραγωγές δεν επιλέγουν έναν τόπο μόνο επειδή έχει ωραίο καιρό, όμορφες τοποθεσίες ή ένα καλό σύστημα οικονομικών κινήτρων. Χρειάζονται ένα σύστημα που μπορούν να εμπιστευτούν. Σαφείς διαδικασίες, συγκεκριμένα χρονοδιαγράμματα, επαγγελματική διαχείριση, επαρκή συνεργεία και υποδομές όπως και ο απαραίτητος επαγγελματισμός που δυστυχώς υστερεί ακόμη στη Κύπρο.

Η Κύπρος έχει τεράστια πλεονεκτήματα. Μέσα σε πολύ μικρές αποστάσεις έχεις πόλη, βουνό, θάλασσα, χωριά και εντελώς διαφορετικά τοπία. Έχεις εξαιρετικό φως και πολύ μεγάλη περίοδο καλού καιρού.

Αλλά οι όμορφες τοποθεσίες από μόνες τους δεν δημιουργούν κινηματογραφική βιομηχανία. Η αξιοπιστία δημιουργεί βιομηχανία.

Τι λείπει σήμερα περισσότερο από την κυπριακή κινηματογραφική βιομηχανία; Χρήματα, υποδομές, τεχνογνωσία, παραγωγοί, διανομή ή μια μεγαλύτερη αγορά;

Δεν νομίζω ότι υπάρχει μία απάντηση, γιατί όλα αυτά συνδέονται. Το βασικό πρόβλημα είναι ότι δεν έχουμε ακόμη ένα ολοκληρωμένο οικοσύστημα. Δεν αρκεί να χρηματοδοτήσεις μια ταινία αν μετά δεν υπάρχει διανομή, ούτε να προσελκύσεις μια ξένη παραγωγή αν δεν επενδύσεις παράλληλα στην τοπική τεχνογνωσία.

Ο κινηματογράφος δεν χτίζεται ταινία με ταινία. Χρειάζεται σταθερή χρηματοδότηση, εκπαίδευση, παραγωγούς, υποδομές, διανομή και κυρίως μια μακροπρόθεσμη στρατηγική, αν θέλουμε να μπούμε σοβαρά σε αυτή τη βιομηχανία.

Είμαστε βέβαια μια πολύ μικρή χώρα και πρέπει να είμαστε ρεαλιστές. Ίσως το πρώτο βήμα να είναι η κινηματογραφική παιδεία και η δημιουργία ανθρώπων με τεχνογνωσία σε όλο το φάσμα του κινηματογράφου. Χώρες όπως η Μάλτα το κατάφεραν, αλλά επένδυσαν πολύ σοβαρά και συστηματικά στον τομέα. Πρέπει λοιπόν πρώτα να αποφασίσουμε αν θέλουμε, ως χώρα, να κάνουμε το ίδιο.

Αν αύριο ένας νέος Κύπριος σκηνοθέτης σου έλεγε «θέλω να κάνω την πρώτη μου μεγάλου μήκους στην Κύπρο», ποια θα ήταν η πρώτη επιχειρηματική συμβουλή που θα του έδινες;

Θα του έλεγα πρώτα να κάνει μικρού μήκους ταινίες. Να μάθει μέσα από αυτές, να κάνει λάθη, να βρει τη δική του κινηματογραφική γλώσσα και να δει πώς ανταποκρίνεται το κοινό και τα φεστιβάλ στη δουλειά του. Αν αυτές οι ταινίες αρχίσουν να βρίσκουν τον δρόμο τους, τότε να προχωρήσει στη μεγάλου μήκους.

Παράλληλα, να βγει όσο περισσότερο μπορεί προς τα έξω. Να συμμετάσχει σε διεθνή εργαστήρια ανάπτυξης, προγράμματα και φεστιβάλ, όχι μόνο για να δημιουργήσει ένα δίκτυο, αλλά για να αποκτήσει γνώση. Να δει πώς δουλεύουν άλλοι σκηνοθέτες και παραγωγοί, πώς αναπτύσσεται και χρηματοδοτείται μια ταινία και πώς λειτουργεί ο κινηματογράφος πέρα από την Κύπρο.

Και όταν έρθει η ώρα της πρώτης μεγάλου μήκους, να επιλέξει πολύ προσεκτικά τους ανθρώπους με τους οποίους θα κάνει αυτή τη διαδρομή. Μπορεί να πάρει χρόνια. Η καλή ιδέα και το ταλέντο είναι μόνο η αρχή. Μετά χρειάζεσαι επιμονή, στρατηγική και ανθρώπους που θα συνεχίσουν να σηκώνουν το τηλέφωνο όταν τα πράγματα δυσκολέψουν.

Γιατί θα δυσκολέψουν.

Ροή Ειδήσεων

Hellenic Bank Χορηγός Ροής INB
ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ