Νέο κύκλο συζητήσεων ως προς τη βιωσιμότητα -κυρίως- του έργου της ηλεκτρικής διασύνδεσης στην Κύπρο, έχει προκαλέσει η πρόσφατη συμφωνία εισόδου της γαλλικής Meridiam ως πλειοψηφικού μετόχου στην εταιρεία Great Sea Interconnector (GSI).
Από τη μία εκφράζεται-μεταξύ άλλων-η θέση ότι από μία διασύνδεση τα οφέλη θα είναι πολλαπλά, τόσο για την χώρα μας, όσο και για τους καταναλωτές, οι οποίοι θα απολαμβάνουν κατά πολύ φθηνότερο ηλεκτρικό ρεύμα, ενώ από την άλλη, οι ανησυχίες για το τελικό κόστος και τον κίνδυνο εκτροχιασμού των δημοσίων οικονομικών γίνονται εντονότερες, λόγω του γεγονότος πολλές πτυχές του έργου παραμένουν ακόμη ασαφείς.
Αυτό είναι το τρίτο μέρος της σειράς «Φάκελος GSI» του InBusinessNews.
Διαβάστε στους δύο συνδέσμους, τα πρώτα δύο μέρη:
Φάκελος GSI: Πόσο θα κοστίσει τελικά στην Κύπρο; - Υπόθεση εργασίας του InBusinessNews
Φάκελος GSI: Ποιο είναι το οικονομικό όφελος για την Κύπρο; Από το κόστος στην οικονομική αξία
Αξίζει, πάντως, να αναφερθεί πως σύμφωνα με την αρχική εκτίμηση, το κόστος της ηλεκτρικής διασύνδεσης αναμένεται να αγγίξει τα 1,9 δισεκατομμύρια ευρώ, ενώ βάσει πρόσφατης εκτίμησης μέλους της Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας Κύπρου (ΡΑΕΚ) το κόστος δεν αποκλείεται να ξεπεράσει ακόμη και τα 3 δις ευρώ.
Ανεξαρτήτως, όμως, του τελικού κόστους και με βάση τα όσα έχουν συμφωνηθεί μεταξύ Λευκωσίας και Αθήνας και αποτυπώνονται τόσο στις αποφάσεις των ρυθμιστικών αρχών των δύο χωρών (ΡΑΕΚ και ΡΑΑΕΥ), όσο και με το Πλαίσιο Κατανόησης στο οποίο κατέληξαν οι Κυβερνήσεις Κύπρου και Ελλάδας και υπογράφηκε τον Σεπτέμβριο του 2024, οι Κύπριοι καταναλωτές θα επωμιστούν και θα πληρώσουν το 63%, ενώ οι Έλληνες καταναλωτές το 37%.
Επίσης, σε περίπτωση που το έργο δεν ολοκληρωθεί λόγω γεωπολιτικών γεγονότων, το σχετικό κόστος που θα προκύψει μέχρι τη διακοπή του, θα κατανεμηθεί εξ ημισείας στους καταναλωτές Κύπρου και Ελλάδας.
Η ευρωπαϊκή χρηματοδότηση και τι θα πληρώσει η Δημοκρατία
Επιπρόσθετα θα πρέπει να τονιστεί πως από το τελικό κόστος, θα πρέπει να αφαιρεθούν 657 εκατομμύρια ευρώ που θα καταβάλει η Κομισιόν στο πλαίσιο ευρωπαϊκής χρηματοδότησης του έργου και 125 εκατ. ευρώ που δεσμεύτηκε να καταβάλει η Κυπριακή Δημοκρατία στον ΑΔΜΗΕ κατά την κατασκευαστική περίοδο.
Ενδεχομένως από το κόστος, να αφαιρεθούν στο μέλλον άλλα 100 εκατ. ευρώ που η Κυπριακή Δημοκρατία σκοπεύει να επενδύσει στο μετοχικό κεφάλαιο του GSI και τα οποία θα προέλθουν από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Σημειώνεται πως σε ό,τι αφορά την πιθανή επένδυση της Κυπριακής Δημοκρατίας στο μετοχικό κεφάλαιο του GSI, ακόμη δεν έχει ληφθεί τελική απόφαση, καθώς η Λευκωσία αναμένει τη μελέτη δέουσας επιμέλειας που διενεργεί αυτή η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων (ΕΤΕπ) και η οποία αναμένεται να ολοκληρωθεί τις επόμενες εβδομάδες.
Τι θα πληρώσουμε
Ως εκ τούτου, εάν το τελικό κόστος της διασύνδεσης δεν διαφοροποιηθεί και κλειδώσει στα 1,9 δις ευρώ και από αυτό το ποσό αφαιρεθούν οι προαναφερθείσες χρηματοδοτήσεις (675+125 εκατ. ευρώ), τότε το υπόλοιπο 1,1 -περίπου- δις ευρώ θα το καταβάλουν οι Κύπριοι και οι Έλληνες καταναλωτές. Ειδικότερα, οι Κύπριοι θα καταβάλουν 693 εκατ. ευρώ και οι Έλληνες 407 εκατ. ευρώ.
Σε περίπτωση, δε, που αυτό αγγίξει ή ξεπεράσει τα 3 δις ευρώ, τότε οι Κύπριοι καταναλωτές θα πληρώσουν πέραν του 1,4 δις ευρώ και οι Έλληνες καταναλωτές πέραν των 814 εκατ. ευρώ.
Εξάλλου και στην βάση των υφιστάμενων συμφωνιών, η απόσβεση του έργου θα γίνει εντός ενός χρονικού διαστήματος 25 έως και 35 χρόνων, ενώ ο ΑΔΜΗΕ τα πρώτα 17 χρόνια λειτουργίας της διασύνδεσης θα λαμβάνει ρυθμιζόμενη προνομιακή απόδοση (WACC) 8,3%, ενώ τα επόμενα χρόνια 4,3%.
Οι «υπέρ», οι «κατά» και οι «ενδιάμεσοι»
Το InBusinessNews, με αφορμή τις τελευταίες εξελίξεις γύρω από το έργο της ηλεκτρικής διασύνδεσης, επικοινώνησε με διάφορους φορείς -πολιτικούς, ακαδημαϊκούς και επαγγελματίες του τομέα ενέργειας- και καταγράφει τις θέσεις τους, οι οποίες σε κάποιες εκ των περιπτώσεων είναι ακόμη και εκ διαμέτρου αντίθετες.
Ειδικότερα το IBN ζήτησε και παρουσιάζει αυτούσιες τις θέσεις του τέως Υπουργού Ενέργειας, Γιώργου Παπαναστασίου, του τέως Προέδρου της ΡΑΕΚ, Δρ. Ανδρέα Πουλλικκά, του του Προέδρου του ΔΗΚΟ, Νικόλα Παπαδόπουλου, του τέως Γενικού Ελεγκτή και Προέδρου του Κινήματος «Άλμα», Οδυσσέα Μιχαηλίδη, του Προέδρου του ΣΑΗ, Γιώργου Χρυσοχού, του Προέδρου του ΣΕΑΠΕΚ, Φάνου Καραντώνη, καθώς και του Καθηγητή Κωνσταντίνου Χατζηστάσου.
Γιώργος Παπαναστασίου, τέως Υπουργός Ενέργειας
}Δεν μπορείς ένα έργο να το βλέπεις αποσπασματικά με οικονομικούς όρους. Πρέπει να το δεις σε συνάρτηση με τα ενεργειακά και τα γεωπολιτικά και παράλληλα να διαχειριστείς όλες τις προκλήσεις που μπορεί να αντιμετωπίσει-τεχνικές, οικονομικές, γεωπολιτικές.~
Μόνο και μόνο το γεγονός ότι ακόμη και οι πιο δυσκολόπιστοι άρχισαν πλέον να αλλάζουν γνώμη -ειδικά πολιτικοί που λαμβάνουν αποφάσεις και ουσιαστικά διαμορφώνουν την πολιτική-, είναι κάτι το αξιοσημείωτο.
Η πρόσφατη δήλωση του Προέδρου της Δημοκρατίας ότι μόλις εκδοθεί η NAVTEX, η Κυπριακή Δημοκρατία θα καταβάλει το ποσό που έχει συμφωνηθεί, είναι ένα fair play στην βάση και του Πλαισίου Κατανόησης που υπογράφτηκε τον Σεπτέμβριο του 2024, το οποίο αποσκοπούσε στο να διασφαλίσει για τον Κύπριο καταναλωτή ότι υπάρχει μία οροφή για αυτό το έργο, τουλάχιστον ενόσω αυτό είναι υπό κατασκευή. Δηλαδή, 125 εκατομμύρια ευρώ, τα οποία θα καταβληθούν σε πέντε δόσεις, 25 εκατ. ευρώ κάθε έτος.
Με βάση, δε, το Πλαίσιο Κατανόησης, τα υπόλοιπα χρήματα που θα πρέπει να καταβληθούν στον φορέα υλοποίησης (ΑΔΜΗΕ), ο φορέας θα τα λάβει μόλις ολοκληρωθεί το έργο και ο Κύπριος καταναλωτής θα δει τα οφέλη.
Πρέπει να πω ότι ήταν μία δύσκολη διαπραγμάτευση, αλλά ουσιαστικά διασφάλιζε την Κυπριακή Δημοκρατία να μην είναι εκτεθειμένη σε νούμερα τα οποία δεν ήταν ακόμα καθορισμένα, διότι για τέτοιου είδους έργα με ορίζοντα 30-35 χρόνων είναι με παραδοχές που δουλεύουν τα business plan.
Παραδοχές σημαίνει, υποθέτεις ποια είναι η τιμή του ηλεκτρισμού, υποθέτεις ποια θα είναι η κατανάλωση, υποθέτεις ποιες θα είναι οι ροές, υποθέτεις σε ποιες τιμές θα ρέει ηλεκτρικό ρεύμα. Όλα αυτά είναι υποθέσεις. Με αυτή τη λογική είναι που πήγαμε και σε οίκους, έγιναν οι μελέτες και κατέδειξαν ότι ο Κύπριος καταναλωτής θα επωφελείται με 63% και άρα θα πληρώσει το 63% του έργου, ενώ ο Έλληνας καταναλωτής με την λειτουργία της διασύνδεσης θα επωφελείται με 37% και ως εκ τούτου θα πληρώσει το 37% του έργου.
Επιπρόσθετα, οι μελέτες κατέληξαν στο εξής: η επιβάρυνση για τον Κύπριο καταναλωτή εάν η απόσβεση θα γίνει σε ορίζοντα 25 χρόνων θα είναι 0,8 σεντ την κιλοβατώρα, ενώ εάν θα είναι σε ορίζοντα 35 χρόνων θα είναι 1,2 σεντ την κιλοβατώρα.
Εάν δει κάποιος τα γραφήματα για τις τιμές από την ημέρα λειτουργίας της ανταγωνιστικής αγοράς ηλεκτρισμού έως σήμερα με τις αντίστοιχες τιμές στην Ελλάδα, διαπιστώνει ότι η Ελλάδα είναι φθηνότερη κατά 8-9 σεντ την κιλοβατώρα από την Κύπρο, ενώ κατά τους καλοκαιρινούς μήνες μπορεί να είναι ακόμη και κατά 15 σεντ φθηνότερη.
Οι ηλεκτρικές διασυνδέσεις βλέπουν συνήθως ροές ρεύματος από τις φθηνές παραγωγές προς τις ακριβές παραγωγές. Οπόταν με αυτή τη λογική, θα βλέπεις μία ροή ηλεκτρικής ενέργειας χαμηλότερου κόστους από μία πιθανή ροή προς την κυπριακή αγορά, η οποία σήμερα ταλαιπωρείται από υψηλές τιμές ηλεκτρισμού λόγω των αστοχιών που είχαμε για τα διάφορα ενεργειακά έργα. Λόγω αυτών των αστοχιών, μία ηλεκτρική διασύνδεση είναι διασφάλιση προμήθειας, αλλά και διασφάλιση χαμηλότερου κόστους ηλεκτρικής ενέργειας απ’ ό,τι φάνηκε και από τα γραφήματα που βλέπουμε και παρακολουθούμε από την ημέρα ανοίγματος της ανταγωνιστικής αγοράς.
Με αφορμή τις πρόσφατες εξελίξεις, άρχισαν όλοι οι οικονομολόγοι, λογιστές, κλπ, και βλέπουν πολύ αποσπασματικά το έργο, καθαρά με οικονομικούς όρους και μιλούν για βιωσιμότητα. Πρέπει να σοβαρευτούμε μέσα σε αυτόν τον τόπο. Εδώ μας τελειώνει το ρεύμα και δεν έχουμε εναλλακτική. Αντιλαμβάνεται κανείς τι θα συμβεί εάν πάει σε black out μία χώρα, επειδή θα χρειαστεί μήνες να επανέλθει σε κανονική λειτουργία; Υπολόγισαν ποιο είναι το κόστος ενός black out ή υποθέτουν ότι η Κύπρος δεν θα φτάσει σε ένα τέτοιο σημείο; Εδώ ολόκληρη Ισπανία έπαθε black out και είδαμε τι έπαθε.
Την ίδια ώρα, δεν μπορείς ένα έργο να το βλέπεις αποσπασματικά με οικονομικούς όρους. Πρέπει να το δεις σε συνάρτηση με τα ενεργειακά και τα γεωπολιτικά και παράλληλα να διαχειριστείς όλες τις προκλήσεις που μπορεί να αντιμετωπίσει-τεχνικές, οικονομικές, γεωπολιτικές.
Πριν λίγες μέρες ο πρώην Υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ για θέματα Ενεργειακών Πόρων, Τζέφρι Πάιατ, μας είπε το μεγαλύτερο εμπόδιο για να προχωρήσει το έργο δεν είναι η Τουρκία, αλλά η Κυπριακή Δημοκρατία και πως χρησιμοποιούμε την Τουρκία για να μην το κάνουμε. Αυτό είναι κάτι που πρέπει να μας προβληματίσει πιστεύω.
Νικόλας Παπαδόπουλος, Πρόεδρος ΔΗΚΟ
}Το κόστος του έργου είναι καθορισμένο και υπολογίζεται γύρω στα 2 δισεκατομμύρια ευρώ. Όσοι λένε πως δεν ξέρουμε το κόστος και ότι περίπου θα καταστραφεί η κυπριακή οικονομία, απλά λένε ψέματα.~
Το βασικό πρόβλημα της Κύπρου είναι ότι είμαστε μία μικρή και απομονωμένη αγορά και γι’ αυτό έχουν αναπτυχθεί ολιγοπώλια και μονοπώλια στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, με τη συμβατική παραγωγή της ΑΗΚ και με την παραγωγή ενέργειας από Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.
Υπάρχει ολιγοπώλιο και μονοπώλιο στους δύο βασικούς τομείς παραγωγής ηλεκτρισμού, εξού κι έχουμε το δεύτερο πιο ακριβό επιχειρηματικό ρεύμα στην Ευρώπη, επειδή οι επιχειρήσεις επιδοτούν το οικιστικό, και το έβδομο πιο ακριβό οικιστικό ρεύμα.
Επομένως το πρώτο βασικό πλεονέκτημα που θα δώσει ο GSI είναι ότι για πρώτη φορά θα έχουμε πραγματικό ανταγωνισμό στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας. Και ο ανταγωνισμός από μόνος του θα οδηγήσει τις τιμές προς τα κάτω. Αλλά πλέον δεν μιλούμε στο κενό. Έχουμε ήδη τα πρώτα νούμερα, τα οποία έχει συλλέξει ο Ευρωπαίος ρυθμιστής, σύμφωνα με τα οποία από την 1η Οκτωβρίου 2025 που λειτουργεί η ανταγωνιστική αγορά ηλεκτρισμού, το κόστος παραγωγής ηλεκτρισμού στην Κύπρο είναι κατά μέσο όρο 8 σεντ την κιλοβατώρα πιο ακριβή από την Ελλάδα, ενώ το καλοκαίρι κατά μέσο όρο ήταν 15 σεντ πιο ακριβή. Άρα μιλάμε για 30% πιο φθηνό ρεύμα και τους καλοκαιρινούς μήνες σχεδόν 50% πιο φθηνό ρεύμα σε σχέση με την Κύπρο.
Συνεπώς και επειδή οι περισσότεροι θέτουν θέμα για το κόστος της ηλεκτρικής διασύνδεσης, ξεχνώντας να πουν το όφελος που θα έχουμε από την διασύνδεση, σήμερα, εάν ίσχυαν τα προαναφερθέντα νούμερα, η κυπριακή οικονομία θα είχε τον τελευταίο χρόνο μία εξοικονόμηση της τάξεως των 185 εκατομμυρίων ευρώ, μόνο και μόνο από το φθηνότερο ηλεκτρικό ρεύμα που θα μας προσέφερε η Ελλάδα. Με αυτό δεδομένο, τα επόμενα 25 με 30 ή και 35 χρόνια που είναι ο μέγιστος χρόνος απόσβεσης του έργου, θα έχουμε εξοικονομήσεις δισεκατομμυρίων μόνο από τη διαφορά στις τιμές παραγωγής ενέργειας.
Και αυτό δεν είναι το μόνο όφελος που θα έχουμε, αφού ο ανταγωνισμός θα αναγκάσει και τους άλλους παραγωγούς ενέργειας στην Κύπρο να μειώσουν τις τιμές τους, γιατί δεν θα μπορούν να ανταγωνιστούν με τον GSI. Ως εκ τούτου, είναι πολλαπλάσια τα οφέλη για την κυπριακή οικονομία και μιλάμε για δισεκατομμύρια ευρώ σε όφελος.
Από την άλλη έχουμε το κόστος του έργου, το οποίο είναι καθορισμένο και υπολογίζεται γύρω στα 2 δισεκατομμύρια ευρώ. Είναι με βάση αυτό το κόστος που έχει κάνει μελέτη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και αποφάσισε να χρηματοδοτήσει το έργο με 657 εκατ. ευρώ.
Επιπρόσθετα πρέπει να τονιστεί ότι το κόστος του έργου δεν θα το πληρώσει η Κυπριακή Δημοκρατία. Θα το καταβάλει η Ε.Ε., θα το καταβάλουν επενδυτές -όπως την Meridiam- και θα υπάρξει και χρηματοδότηση, η οποία θα αποπληρώνεται με βάση την λειτουργία του έργου. Η Κυπριακή Δημοκρατία έχει συμφωνηθεί ότι θα πληρώσει 125 εκατ. ευρώ σε αρχικό στάδιο και στη συνέχεια θα μπαίνει ένα τέλος πάνω στον λογαριασμό των καταναλωτών. Οι υπολογισμοί που έκανε η κυπριακή πλευρά, είναι ότι αυτό το τέλος επιβάρυνσης κυμαίνεται μεταξύ 0,7 με 1,2 σεντ την κιλοβατώρα και ανάλογα με τον χρονικό ορίζοντα απόσβεσης του έργου.
Εγώ δέχομαι να το στρογγυλοποιήσουμε στο ένα σεντ την κιλοβατώρα. Άρα θα έχεις όφελος 8 σεντ πιο φθηνό ρεύμα την κιλοβατώρα και τέλος 1 σεντ την κιλοβατώρα. Ως εκ τούτου, το καθαρό σου κέρδος θα είναι 7 σεντ την κιλοβατώρα. 170 και πλέον εκατ. ευρώ όφελος τον χρόνο μόνο και μόνο από το πιο φθηνό ρεύμα για τα επόμενα 35 χρόνια. Κι επαναλαμβάνω, δεν θα είναι μόνο αυτό το όφελος. Θα είναι και ο ανταγωνισμός που θα οδηγήσει το κόστος του ρεύματος προς τα κάτω για όλους. Επομένως, θα είναι στο πολλαπλάσιο το όφελος.
Η εισήγηση της ΡΑΕΚ ήταν να μπει ένας τέλος 0,7 σεντ την κιλοβατώρα. Αυτή την εισήγηση δεν την εφαρμόσαμε ποτέ, γιατί συμφωνήσαμε ότι θα καταβάλει τα 125 εκατ. ευρώ η Κυβέρνηση και όχι ο καταναλωτής. Μετά που θα ξεκινήσει να εφαρμόζεται το τέλος, ένα περίπου υπολογίζεται ότι κάπου εκεί θα κυμαίνεται. Συνεπώς, όσοι λένε πως δεν ξέρουμε το κόστος και ότι περίπου θα καταστραφεί η κυπριακή οικονομία, απλά λένε ψέματα. Αυτά είναι τα οικονομικά δεδομένα που έχουμε μπροστά μας. Αυτό που συνήθως είναι που λεν και θέλουν να συγχύζουν τον κόσμο, είναι τι θα γίνει εάν ξεφύγει το κόστος του έργου. Εάν ξεφύγει το κόστος του έργου, θα είναι απειροελάχιστη η διαφορά του τέλους επιβάρυνσης.
Επομένως αυτό είναι το οικονομικό σκέλος του έργου και οτιδήποτε άλλο λέγεται είναι κινδυνολογία.
Σε ό,τι αφορά τις ανησυχίες που εκφράζονται αναφορικά με τον κίνδυνο να σταματήσει το έργο η Τουρκία, πρέπει να τονιστεί ότι δεν θα έχουμε καθαρή ζημιά επειδή δεν θα ολοκληρωθεί το έργο. Κι η Τουρκία θα μας σταματήσει-εάν μας σταματήσει-μόλις ξεκινήσουμε, δεν θα περιμένει να ολοκληρώσουμε το έργο κατά 99,9%. Άρα, πρώτον, το κόστος θα είναι πολύ χαμηλότερο και δεύτερον, δεν θα είναι με δική μας υπαιτιότητα που θα σταματήσει το έργο.
Στην βάση των πιο πάνω, είναι κινδυνολογία που καλλιεργείται, γιατί προφανώς εκείνοι που θέλουν να συνεχίσουν τα μονοπώλια και τα ολιγοπώλια δεν θέλουν να γίνει το έργο και για αυτό πάντα υπερτονίζουν τους δυνητικούς κινδύνους. Αυτό το έργο, όμως, θα γίνει, είτε αρέσει σε κάποιους, είτε δεν αρέσει, επειδή πρώτον το θέλει η Ευρωπαϊκή Ένωση, δεύτερον, πλέον το θέλει η Γαλλία, τρίτον, το θέλει η Ελλάδα, τέταρτον, το θέλει το Ισραήλ πέμπτον, το θέλουν οι ΗΠΑ και άλλα οικονομικά συμφέροντα.
Συνήθως κάποιοι συγχύζουν το σκέλος Ισραήλ-Κύπρου με το σκέλος Κύπρος-Κρήτη. Το Κύπρος-Κρήτη είναι ευρωπαϊκό έργο και είναι αυτό που θα προχωρήσει, ενώ το Κύπρος-Ισραήλ δεν είναι ευρωπαϊκό έργο και για να προχωρήσει πρέπει να γίνουν άλλες μελέτες, άλλοι χρηματοδοτικοί σχεδιασμοί, που μπορεί να γίνουν, αλλά θα πάρει πάνω από πέντε χρόνια να γίνουν, εφόσον προχωρήσει αυτό το σκέλος του έργου.
Άρα, στο παρόν στάδιο, μιλάμε μόνο για το σκέλος Κύπρος-Κρήτη κι όλα δείχνουν ότι τώρα που μπήκε και η Γαλλία μέσα, τις επόμενες μέρες θα εκδοθούν οι NAVTEX και θα προχωρήσει το έργο.
Δρ. Ανδρέας Πουλλικκάς, τέως Πρόεδρος της ΡΑΕΚ, Καθηγητής Ενεργειακών Συστημάτων-Frederick University
}Οι τοποθετήσεις για το GSI πρέπει να βασίζονται σε τεκμηριωμένα στοιχεία και ολοκληρωμένη αξιολόγηση κόστους, οφέλους και στρατηγικής αξίας, και όχι σε προσωπικές εκτιμήσεις ή υποθέσεις χωρίς ανάλυση.~
Η οικονομική πτυχή της ηλεκτρικής διασύνδεσης Great Sea Interconnector (GSI) δεν μπορεί να αποτιμηθεί με έναν μόνο αριθμό που αφορά το κεφαλαιουχικό κόστος ή με την απλουστευμένη λογική «63/37 άρα τόσο θα πληρώσει ο Κύπριος καταναλωτής». Στα Έργα Κοινού Ενδιαφέροντος της Ε.Ε., η ανάκτηση του κόστους είναι υπολειμματική αφού πρώτα αφαιρούνται οι ευρωπαϊκές επιχορηγήσεις και τα έσοδα της αγοράς (congestion rents) από το επιτρεπόμενο έσοδο του έργου και μόνο το μικρό υπόλοιπο κατανέμεται στα τιμολόγια μέσω του Μηχανισμού Διασυνοριακής Κατανομής Κόστους (CBCA). Έτσι, ένα μεγάλο συνολικό κόστος δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε αντίστοιχη επιβάρυνση στον λογαριασμό ηλεκτρισμού.
Η αξιολόγηση του GSI δεν πρέπει να περιορίζεται στο άμεσο κόστος ή στη σημερινή επίδραση στους λογαριασμούς ηλεκτρισμού. Πρόκειται για μια μακροπρόθεσμη ενεργειακή υποδομή, η αξία της οποίας πρέπει να κριθεί με ορίζοντα αρκετών δεκαετιών και σε συνάρτηση με τις μελλοντικές ανάγκες της Κύπρου. Η διασύνδεση δημιουργεί τις προϋποθέσεις για σύζευξη των τιμών ηλεκτρισμού με την ευρύτερη ευρωπαϊκή αγορά, μειώνοντας σταδιακά το κόστος της απομόνωσης και ενισχύοντας τον ανταγωνισμό.
Παράλληλα, θα επιτρέπει όχι μόνο την εισαγωγή ηλεκτρικής ενέργειας όταν αυτό είναι αναγκαίο, αλλά και την εξαγωγή πλεονάζουσας παραγωγής, ιδιαίτερα από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, προς τα συνδεδεμένα συστήματα.
Με αυτόν τον τρόπο, η Κύπρος θα μπορεί να αξιοποιεί καλύτερα το δυναμικό της σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, να περιορίζει τις περικοπές καθαρής ενέργειας και να μετατρέψει τη σημερινή ενεργειακή απομόνωση σε δυνατότητα ενεργού συμμετοχής και προσφοράς στην ευρωπαϊκή και περιφερειακή αγορά ηλεκτρισμού.
Η συζήτηση, επομένως, πρέπει να εξετάζει όχι μόνο τι πληρώνουμε σήμερα, αλλά και τι ενεργειακές, οικονομικές και στρατηγικές δυνατότητες δημιουργούμε για τις επόμενες γενιές.
Παράλληλα, η οικονομική αποτίμηση δεν μπορεί να αγνοήσει την ενεργειακή ασφάλεια και τη στρατηγική αξία του έργου. Σήμερα η Κύπρος είναι το τελευταίο κράτος‑μέλος της Ε.Ε. με ηλεκτρικά απομονωμένο σύστημα, κάτι που συνεπάγεται αυξημένα κόστη εφεδρειών, περιορισμένη ενσωμάτωση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και απουσία πρόσβασης στην εσωτερική αγορά ηλεκτρισμού.
Η διασύνδεση GSI δεν είναι απλώς «ένα καλώδιο», αλλά κρίσιμη υποδομή που τερματίζει την ηλεκτρική απομόνωση και τοποθετεί την Κύπρο ως ηλεκτρικό διάδρομο της Ανατολικής Μεσογείου και τμήμα του οικονομικού διαδρόμου IMEC.
Η διασύνδεση και η αποθήκευση είναι συμπληρωματικές: η αποθήκευση καλύπτει κυρίως τη χρονική μετατόπιση ενέργειας και τη γρήγορη τοπική απόκριση, ενώ η διασύνδεση καλύπτει τη γεωγραφική μεταφορά ενέργειας, επιτρέποντας εισαγωγές αλλά και εξαγωγές πλεονάζουσας παραγωγής.
Γι’ αυτό, σε ένα μελλοντικό ηλεκτρικό σύστημα με υψηλή διείσδυση ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και οι δύο θα είναι αναγκαίες, καθώς μαζί ενισχύουν την ευελιξία, περιορίζουν το κόστος της απομόνωσης και δημιουργούν πρόσθετη, μακροχρόνια οικονομική και στρατηγική αξία για την Κύπρο και τις επόμενες γενιές.
Για να καταστεί ο δημόσιος διάλογος πιο τεκμηριωμένος και διαφανής, οι τοποθετήσεις για το GSI πρέπει να βασίζονται σε τεκμηριωμένα στοιχεία και ολοκληρωμένη αξιολόγηση κόστους, οφέλους και στρατηγικής αξίας, και όχι σε προσωπικές εκτιμήσεις ή υποθέσεις χωρίς ανάλυση.
Οδυσσέας Μιχαηλίδης, τέως Γενικός Ελεγκτής, Πρόεδρος του Κινήματος «Άλμα»
}Εγώ δεν βλέπω ότι αυτή τη στιγμή, όπως είναι τα πράγματα, υπάρχουν ενδείξεις ότι το έργο είναι συμφέρον για τον Κύπριο καταναλωτή. Μπορεί να είναι συμφέρον για αυτούς που θα το κάνουν, όχι για τον Κύπριο καταναλωτή.~
Βασικά υπάρχουν δύο πτυχές οι οποίες αφορούν τους πολίτες. Η μία είναι η επιβάρυνση μέσω του κρατικού προϋπολογισμού και η δεύτερη είναι η επιβάρυνση που θα προκύψει στους λογαριασμούς τους ως καταναλωτές ηλεκτρικού ρεύματος. Η πρώτη πτυχή είναι πιο απλή να την αντιληφθούμε, ενώ η δεύτερη πτυχή έχει μία ιδιαιτερότητα: το κόστος του έργου μπορεί να εκτιναχθεί, αλλά για τους μετόχους της εταιρείας που θα το υλοποιήσει παραμένει βιώσιμο, ουσιαστικά επειδή αυτοί έχουν μία απόφαση από την ΡΑΕΚ, η οποία αφήνει ανοικτό το ενδεχόμενο κάλυψης και αυξήσεων της δαπάνης, εάν κρίνει ότι αυτές δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του φορέα υλοποίησης. Με βάση, λοιπόν, αυτή την απόφαση, εάν έρθει ο φορέας υλοποίησης και πει ‘προηγουμένως ήταν 2 δις ευρώ το έργο και τώρα είναι 3 δις ευρώ το έργο, αλλά δεν φταίω εγώ για την αύξησή του’, η ΡΑΕΚ του άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο να έρθει και να του καλύψει αυτές τις δαπάνες.
Ακόμα και να μην υλοποιηθεί το έργο, αυτοί έχουν νομικό έρεισμα απαιτήσουν να αποζημιωθούν, εάν πείσουν πως η μη υλοποίηση του έργου ήταν εκτός των δικών τους δυνατοτήτων και ελέγχου. Για παράδειγμα, μπορεί να κληθούμε να πληρώσουμε έναν λογαριασμό 300-400 εκατ. ευρώ, χωρίς καν να γίνει το έργο. Αυτό το κόστος, όμως, θα μετακυληστεί στους λογαριασμούς ρεύματος για κάποια χρόνια, χωρίς να κερδίσουμε ή να πάρουμε οτιδήποτε.
Με αυτόν τον τρόπο, ο φορέας υλοποίησης έχει σε μεγάλο βαθμό εγγυημένη απόδοση και ως εκ τούτου για εκείνον το έργο είναι βιώσιμο, κάτι με το οποίο εμείς διαφωνούμε.
Εμείς αυτό που λέμε είναι ότι υπάρχει σοβαρός κίνδυνος οι φορείς υλοποίησης του έργου να συνεχίσουν να θεωρούν πως τους συμφέρει να ασχοληθούν με αυτό το θέμα, λόγω των δικών μας δεσμεύσεων.
Ως εκ τούτου, νιώθουμε ότι έχουμε μπλέξει με τις ενέργειες της ΡΑΕΚ και των Κυβερνήσεων Αναστασιάδη-Χριστοδουλίδη και δεν ξέρουμε πώς θα ξεμπλέξουμε με αυτό το πράγμα. Εγώ δεν βλέπω ότι αυτή τη στιγμή, όπως είναι τα πράγματα, υπάρχουν ενδείξεις ότι το έργο είναι συμφέρον για τον Κύπριο καταναλωτή. Μπορεί να είναι συμφέρον για αυτούς που θα το κάνουν, όχι για τον Κύπριο καταναλωτή. Εδώ ήταν οριακά εντάξει το έργο όταν το κόστος ήταν 1,9 δις ευρώ. Τώρα ήρθε ο Αντιπρόεδρος της ΡΑΕΚ και μας είπε ότι το κόστος από 1,9 δις ευρώ μπορεί να φθάσει και τα 3 δις ευρώ. Μα όταν μας λέει η ΡΑΕΚ αυτό σήμερα, πώς μπορούμε να είμαστε σίγουροι ότι εάν αύριο η εταιρεία έρθει και ζητήσει 3 δις ευρώ, ότι η Αρχή θα αρνηθεί να εγκρίνει αυτό το ποσό;
Συνεπώς, οι ανησυχίες μας είναι πολλές και επιβάλλεται να ξεκαθαριστούν πολλά πράγματα προτού να προχωρήσει η υλοποίηση του έργου.
Γιώργος Χρυσοχός, Πρόεδρος Συνδέσμου Αγοράς Ηλεκτρισμού (ΣΑΗ)
}Δεν μπορεί να λέμε και να ξαναλέμε ότι πρέπει να γίνει μία διασύνδεση, απλά για να γίνει, χωρίς να αποδεικνύεται η βιωσιμότητά της. Επιβάλλεται και πρέπει να βγαίνουν οι αριθμοί~.
Προφανώς είναι καλό για την αγορά ηλεκτρισμού και είμαστε υπέρ της άρσης της ενεργειακής απομόνωσης της Κύπρου. Οι διασυνδέσεις σαν αρχή είναι πάρα πολύ καλές. Μεγαλώνει η αγορά, σου προσφέρουν νέες επιλογές και ευκαιρίες, αλλά πρέπει να είναι βιώσιμες. Δεν μπορεί να λέμε και να ξαναλέμε ότι πρέπει να γίνει μία διασύνδεση, απλά για να γίνει, χωρίς να αποδεικνύεται η βιωσιμότητά της. Επιβάλλεται και πρέπει να βγαίνουν οι αριθμοί. Κι όταν λέμε να βγαίνουν οι αριθμοί, εννοούμε ότι πρέπει το αποτέλεσμα στον καταναλωτή από τη δημιουργία αυτής της διασύνδεσης να είναι χαμηλότερο σε σχέση με το τι ισχύει σήμερα. Μέχρι σήμερα, όμως, και με βάση τα δεδομένα που έχουμε ενώπιον μας, δεν φαίνεται ότι θα είναι χαμηλότερο. Κι αυτό, επειδή η επιβάρυνση που θα επιβληθεί στους καταναλωτές μέχρι να αποσβεστεί το κόστος της διασύνδεσης θα είναι τόσο μεγάλη, της τάξεως του 20-30% αύξηση στην χονδρική τιμή ηλεκτρισμού, μετά που θα έρθει και το φυσικό αέριο, που καμία πιο φθηνή-θεωρητικά-εισαγωγή ρεύματος από την Ελλάδα δεν θα μπορεί να την καλύψει. Ουσιαστικά η διαφορά της τιμής του ρεύματος που θα φέρνουμε από την Ελλάδα μέσω του καλωδίου, δεν θα μπορεί να καλύψει την αύξηση που θα επιβληθεί για απόσβεση του κόστους κατασκευής του έργου. Συνεπώς, επιβάλλεται να γίνει πρώτα οικονομικά βιώσιμη η διασύνδεση και μετά να προχωρήσει η υλοποίησή της.
Πέραν των προαναφερθέντων και μιλώντας για καθαρά ενεργειακά θέματα, οι χώρες οι οποίες είναι διασυνδεδεμένες, έχουν όλες υπερπαραγωγή από ΑΠΕ. Άρα δεν μπορεί να υπάρχουν ποσότητες εμπορίας ΑΠΕ την στιγμή που όλοι περικόπτουν την περίσσεια τους παραγωγή. Θα εξάγουμε εμείς στην Ελλάδα που και αυτή κάνει περικοπές; Πώς μπορεί να γίνει αυτό; Ουσιαστικά είναι αδύνατον κάτι τέτοιο και ως εκ τούτου δεν θα μπορούμε να εξάγουμε ρεύμα που παράγουμε από ΑΠΕ προς την Ελλάδα. Άρα κι εδώ υπάρχουν ζητήματα που χρήζουν διευκρινίσεων και πρέπει να απαντηθούν προτού προχωρήσει το έργο.
Φάνος Καραντώνης, Πρόεδρος του Συνδέσμου Εταιρειών Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας
}Η ευχή όλων μας είναι να μην αυξηθεί τελικά το κόστος της ενέργειας για τον καταναλωτή, γιατί εγώ προσωπικά δεν είμαι αισιόδοξος πως αυτή η διασύνδεση θα βοηθήσει στο να μειωθεί σημαντικά η τιμή της ενέργειας~.
Για τεχνολογίες ΑΠΕ, η διασύνδεση δεν θα έχει αντίκτυπο, διότι ήδη ζούμε σε μία περίοδο όπου τις μεσημβρινές ώρες η αγορά ηλεκτρισμού εκκαθαρίζει σε μηδενικές τιμές, οι περικοπές είναι στα ύψη και μία ηλεκτρική διασύνδεση δεν θεωρούμε ότι θα δώσει διέξοδο εξαγωγών ενέργειας προς γειτονικές χώρες γιατί τον ίδιο κορεσμό που έχουμε εμείς στην Κύπρο, τον έχει και η Ελλάδα. Θα υπήρχε προοπτική εξαγωγής ή εναλλαγής ενέργειας εάν η ζώνη ώρας είχε διαφορά 3-4 ώρες. Δηλαδή, εάν στέλναμε από την Κύπρο ενέργεια προς την Ινδία. Δεν πιστεύω ότι η Κρήτη, την ώρα που εμείς θα έχουμε κορεσμό, δεν θα έχει και εκείνη. Αυτό το είδαμε να συμβαίνει και στην ίδια την Ελλάδα, με τις διασυνδέσεις που έχει με την Ιταλία, την Αλβανία, τα Βαλκάνια, κλπ, τις οποίες διακόπτει λόγω του ότι φθάνει σε κορεσμό το σύστημά της, αλλά και επειδή ούτε οι γειτονικές της χώρες χρειάζονται την ενέργεια που παράγει. Συνεπώς, για την παραγωγή από ΑΠΕ και συγκεκριμένα από φωτοβολταϊκά συστήματα, δεν βλέπω κάποιον αντίκτυπο, ούτε θετικό, ούτε και αρνητικό. Εκείνο που ενδεχομένως να επηρεάσει, είναι η εγκατάσταση μπαταριών, η οποία θα βοηθήσει στην μετατόπιση της περικοπτόμενης ενέργειας τις βραδινές ώρες, αλλά θα έχει να ανταγωνιστεί με την ενέργεια που μπορεί να έρθει από τη διασύνδεση τις ίδιες ώρες.
Όσον αφορά το κόστος της διασύνδεσης, αυτό σίγουρα είναι ένα θέμα που μας απασχολεί τόσο ως καταναλωτές όσο και ως χρήστες του συστήματος, και θα πρέπει να ξεκαθαριστεί πλήρως.
Εκείνο, όμως, που με προβληματίζει περισσότερο, είναι ότι στη συζήτηση που γίνεται και σχετίζεται-μεταξύ άλλων-και με την οικονομική πτυχή του θέματος, δεν λαμβάνεται υπόψη η εφεδρεία. Δηλαδή, σήμερα επιχειρείς να εγκλωβίσεις μία χώρα με ένα καλώδιο που μπορεί να τροφοδοτεί ένα μεγάλο μέρος των αναγκών, την ώρα που δεν υπάρχει διαθέσιμη εφεδρεία για κάλυψη των αναγκών αυτών σε περίπτωση που πάθει κάποια ζημιά ή βλάβη αυτό το καλώδιο. Αυτή η εφεδρεία, η οποία μου θυμίζει την περίπτωση των αφαλατώσεων που συντηρούσαμε τις μονάδες για να τις έχουμε έτοιμες όταν και εφόσον προκύψει ανάγκη, με αποτέλεσμα να πληρώνουμε περισσότερα σε σχέση με το εάν λειτουργούσαν κανονικά, πόσο συμφέρουσα θα είναι; Δηλαδή, θα μας συμφέρει μία ΑΗΚ και μία PEC -όταν μπει στο σύστημα- να κάθονται και να συντηρούνται για να είναι έτοιμες για να παρέχουν παροχή ρεύματος σε περίπτωση βλάβης του καλωδίου; Πόσο θα είναι αυτό το κόστος; Μπορεί να μας το πει κάποιος; Είναι μήπως άλλα 7-8 σεντ την κιλοβατώρα; Αυτά τα ερωτήματα επιβάλλεται να απαντηθούν για να γνωρίζουμε καλύτερα και πού βαδίζουμε. Και δυστυχώς, από το 2024 μέχρι και σήμερα η πολιτεία και σύσσωμο το σύστημα μας έχουν φιμώσει, γιατί θεωρούν ότι ο λόγος που συζητούμε και παραθέτουμε κάποια θέματα, είναι επειδή εναντιωνόμαστε στην έλευση φθηνής ηλεκτρικής ενέργειας στην Κύπρο. Εμείς, λέμε καλώς να ορίσει. Είναι προς όφελος όλων. Εμείς σε καμία περίπτωση δεν είπαμε ότι όλα αυτά που παραθέτουμε είναι λόγοι για να μην προχωρήσει η διασύνδεση. Επιβάλλεται και πρέπει για τέτοιου είδους έργα να λέμε τα πράγματα με το όνομά τους, διότι αύριο με την ηλεκτρική διασύνδεση μπορεί να έχουμε και πάλι 30 σεντ την κιλοβατώρα λόγω των διαφόρων επιμέρους κόστων που μπορεί να προκύψουν. Η ευχή όλων μας είναι να μην αυξηθεί τελικά το κόστος της ενέργειας για τον καταναλωτή, γιατί εγώ προσωπικά δεν είμαι αισιόδοξος πως αυτή η διασύνδεση θα βοηθήσει στο να μειωθεί σημαντικά η τιμή της ενέργειας.
Επιπρόσθετα είναι άξιον αναφοράς ότι, σε μία χώρα που προσπαθεί να ανοίξει η ανταγωνιστική αγορά και οι νέες παίκτες να εισέλθουν σε αυτή σαν νέοι προμηθευτές, με την ΑΗΚ να κρατά τον έλεγχο της κατάστασης με την συμβατική παραγωγή, η διασύνδεση μπορεί να ανοίξει τον δρόμο για σύναψη διακρατικών συμφωνιών, οι οποίες θα επιτρέψουν σε προμηθευτές να εισάγουν ηλεκτρική ενέργεια και να την διαθέτουν στην αγορά μέσω πιο φθηνών τιμολογίων, αλλά τα ρυθμιστικά έξοδα που θα μπαίνουν για την ανάκτηση των κεφαλαίων θα προσθέτουν επιπρόσθετο κόστος. Κι αυτό είναι κάτι που μας προβληματίζει και μας ανησυχεί και που πρέπει να ξεκαθαριστεί.
Κωνσταντίνος Χατζηστάσου, Καθηγητής στο Τμήμα Μηχανολογίας του Πανεπιστημίου Λευκωσίας
}Υπάρχουν πάρα πολλά πράγματα που πρέπει να απαντηθούν και να διευκρινιστούν σε σχέση με την ηλεκτρική διασύνδεση και πλέον δεν αρκεί απλά να λέμε ότι είναι ανταγωνιστικό το έργο και πως θα αλλάξει τα δεδομένα στον τομέα της ενέργειας~.
Πρόκειται για ένα σύνθετο έργο, για το οποίο δεν γνωρίζουμε το ακριβές κόστος. Η τελευταία εκτίμηση είναι ότι το κόστος υπολογίζεται στο 1,94 δις ευρώ, ενώ η ΡΑΕΚ εκτιμά ότι αυτό μπορεί να εκτοξευθεί ακόμη και στα 3 δις ευρώ. Ενδεικτικά αναφέρω πως το κόστος χαλκού που χρησιμοποιείται για να φτιαχτεί ο πυρήνας του καλωδίου, έχει διπλασιαστεί τα τελευταία πέντε χρόνια. Άρα, υπάρχουν αστάθμητοι παράγοντες, οι οποίοι ανά πάσα στιγμή μπορεί να διαφοροποιήσουν το κόστος του έργου.
Σε ό,τι αφορά την είσοδο της Meridiam στο έργο, ακόμη δεν γνωρίζουμε εάν η εταιρεία έχει επενδύσει χρήματα σε αυτό ως προς την υλοποίησή του, διότι αυτή τη στιγμή το μεγαλύτερο διακύβευμα είναι η υλοποίηση του έργου και όχι να αγοράσει απλά κάποιος το μετοχικό κεφάλαιο.
Αυτή τη στιγμή και με δεδομένη την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση (657 εκατ. ευρώ) και την συνεισφορά κατά 225 εκατ. ευρώ από την Κυπριακή Δημοκρατία (125 εκατ. ευρώ με βάση τη συμφωνία που έγινε με την Ελλάδα και 100 εκατ. ευρώ από το Ταμείο Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας), κόστος της επένδυσης ξεπερνά το 1 δις ευρώ, το οποίο ακόμη δεν έχει ξεκαθαριστεί από που θα προέλθει. Ακούσαμε για επενδυτές από Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, Γαλλία, ΗΠΑ, κ.ά., αλλά μέχρι στιγμής δεν έχουν υλοποιηθεί.
Για να μπορεί ένα τέτοιο έργο να είναι βιώσιμο, πρέπει να μπορεί να υλοποιεί τον στόχο για τον οποίο γίνεται. Δηλαδή, μιλάμε για ένα καλώδιο δυναμικότητας 1GW, το οποίο θα εκτείνεται σε μία απόσταση 900 χιλιομέτρων. Αυτό που κάνει το έργο δύσκολο από οικονομικής απόψεως, είναι η μεγάλη απόσταση, η οποία δυσκολεύει τα δεδομένα, αφού αυξάνει το κόστος.
Συνεπώς για να μπορέσει το έργο να είναι βιώσιμο, εννοείται πως πρέπει να είναι σε θέση να εισάγει και να εξάγει ηλεκτρικό ρεύμα. Για να μπορεί να το κάνει, πρέπει να έχουμε πρόσβαση σε ηλεκτροπαραγωγή από ΑΠΕ, διότι βάσει ευρωπαϊκών οδηγιών δεν θα επιχορηγήσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ένα έργο που θα εισάγει ή θα εξάγει ηλεκτρική ενέργεια από συμβατική ηλεκτροπαραγωγή. Με δεδομένο τούτο, πρέπει να αποσαφηνιστεί από πού θα παράγεται αυτή η ενέργεια, πόση θα εισάγεται στην Κύπρο, πόση θα εξάγεται, με τι όρους, με ποιο κόστος ανά κιλοβατώρα, κ.ά. Δεν αρκεί απλά να εισάγουμε ηλεκτρική ενέργεια. Το διακύβευμα είναι εάν θα μπορούμε να εισάγουμε ηλεκτρική ενέργεια τις ώρες που δεν θα μπορούμε να εκμεταλλευτούμε ενέργεια από ΑΠΕ. Άρα είναι μία σειρά από τμήματα που πρέπει να ξεκαθαριστούν.
Για παράδειγμα, εάν χρειαστεί δανεισμός για κάλυψη ενδεχόμενης τρύπας που μπορεί να προκύψει από τυχόν αύξηση του κόστους κατασκευής, με τι όρους θα γίνει αυτός ο δανεισμός; Ποιος θα δανειστεί το επιπρόσθετο ποσό; Ο ΑΔΜΗΕ ή η Meridiam και τι ρόλο θα έχει η Κύπρος;
Επίσης, για να αποσβεστεί το τελικό κόστος της επένδυσης, με τι κόστος θα πρέπει να εισάγεται η ηλεκτρική ενέργεια για να είναι βιώσιμο το έργο και ταυτόχρονα να εισάγει χαμηλότερου κόστους ηλεκτρική ενέργεια;
Όλα αυτά τα ερωτήματα είναι καίριας σημασίας και μπορεί να ανατρέψουν τα δεδομένα που έχουμε σήμερα ενώπιόν μας.
Επιπρόσθετα, μέχρι το 2031 που αναμένεται να ολοκληρωθεί το έργο, τα πράγματα στον τομέα της ενέργειας θα αλλάξουν σημαντικά σε σχέση με σήμερα, αφού θα προχωρήσουμε με την εγκατάσταση μπαταριών, θα μειωθεί το κόστος της αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας από μπαταρίες, θα διευρυνθεί ο ανταγωνισμός με την είσοδο της PEC μόλις εισαχθεί το φυσικό αέριο στην Κυπρο, κ.ο.κ. Άρα υπάρχουν πολλά ζητήματα στα οποία θα πρέπει να εστιάσει και να απαντήσει η νέα μελέτη της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων.
Εμείς ως Πανεπιστήμιο κάνουμε κάποιους υπολογισμούς ως προς το κόστος του καλωδίου, το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας, το κόστος αποθήκευσης ηλεκτρικής ενέργειας, κλπ, αλλά χρειάζεται μία πιο λεπτομερής εκτίμηση των δεδομένων για να μπορέσουμε να έχουμε μία πιο καλή εικόνα. Δηλαδή, δεν μπορούμε να πούμε ναι είναι πιο χαμηλό το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας στην Ελλάδα και για αυτό θα κατακλύσουμε την Κύπρο με φθηνή ενέργεια από την Ελλάδα και θα «κτυπήσουμε» στους ηλεκτροπαραγωγικούς σταθμούς, διότι έχει αναπτυχθεί μία έντονη παραφιλολογία ότι κάποιοι δεν θέλουν να προχωρήσει η διασύνδεση λόγω του ότι έχουν υπερπρονόμια και υπερκέρδη.
Συνεπώς υπάρχουν πάρα πολλά πράγματα που πρέπει να απαντηθούν και να διευκρινιστούν σε σχέση με την ηλεκτρική διασύνδεση και πλέον δεν αρκεί απλά να λέμε ότι είναι ανταγωνιστικό το έργο και πως θα αλλάξει τα δεδομένα στον τομέα της ενέργειας, οδηγώντας σε σημαντική μείωση του κόστους ηλεκτρισμού που πληρώνουν οι καταναλωτές.







