Του Χρ. Χριστοδούλου-Βόλου*
Η πρόσφατη παρέμβαση της Προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, στο συνέδριο La REF του γαλλικού επιχειρηματικού συνδέσμου MEDEF στο Παρίσι, στις 27 Αυγούστου, άνοιξε μια ιδιαίτερα σημαντική συζήτηση για το μέλλον της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Η αναφορά της σε περίπου €10 τρισ. ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων που παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αδρανείς σε τραπεζικές καταθέσεις δεν ήταν τυχαία. Το μήνυμα ήταν ξεκάθαρο: η Ευρώπη δεν στερείται πλούτου ούτε κεφαλαίων. Στερείται των μηχανισμών που θα μπορούσαν να μετατρέψουν ένα μεγαλύτερο μέρος αυτού του πλούτου σε επενδύσεις για την ευρωπαϊκή οικονομία, την τεχνολογία, τη βιομηχανία και, πλέον, την άμυνα.
Για την Κύπρο, όμως, η συζήτηση αυτή έχει μια πολύ ιδιαίτερη σημασία. Η κυπριακή κοινωνία γνωρίζει καλύτερα από πολλές άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες πόσο ευαίσθητο είναι το θέμα των τραπεζικών καταθέσεων. Η εμπειρία της οικονομικής κρίσης του 2013 έχει αφήσει βαθύ αποτύπωμα στη συλλογική μνήμη. Για τον Κύπριο πολίτη, η κατάθεση στην τράπεζα δεν είναι απλώς ένα χρηματοοικονομικό προϊόν. Είναι συνδεδεμένη με την ασφάλεια, την αποταμίευση μιας ζωής, τη σύνταξη, την οικογενειακή περιουσία και, κυρίως, με την εμπιστοσύνη στο τραπεζικό σύστημα.
Γι’ αυτό οποιαδήποτε συζήτηση στις Βρυξέλλες για την «κινητοποίηση» των αποταμιεύσεων των Ευρωπαίων πρέπει στην Κύπρο να αντιμετωπίζεται με ιδιαίτερη προσοχή.
Η δήλωση της φον ντερ Λάιεν δεν σημαίνει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση σχεδιάζει να κατασχέσει ή να δεσμεύσει τις καταθέσεις των πολιτών. Η ουσία της ευρωπαϊκής πολιτικής βρίσκεται στη δημιουργία ενός συστήματος που θα ενθαρρύνει τους πολίτες να μετατρέπουν, εθελοντικά, μέρος των αποταμιεύσεών τους σε επενδύσεις.
Ωστόσο, για την Κύπρο η διάκριση αυτή είναι καθοριστική. Η εμπιστοσύνη των καταθετών δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη. Μετά το 2013, οποιαδήποτε πολιτική ή δημόσια δήλωση που δημιουργεί την εντύπωση ότι οι αποταμιεύσεις των πολιτών αποτελούν ένα «διαθέσιμο απόθεμα» για οικονομικούς ή πολιτικούς σκοπούς μπορεί να προκαλέσει ανησυχία.
Αυτός ακριβώς είναι ο λόγος για τον οποίο η ευρωπαϊκή πολιτική πρέπει να στηριχθεί αποκλειστικά σε εθελοντικά κίνητρα, διαφάνεια και ισχυρή προστασία των αποταμιευτών. Την ίδια στιγμή, όμως, η νέα ευρωπαϊκή στρατηγική μπορεί να δημιουργήσει και σημαντικές ευκαιρίες για την κυπριακή οικονομία.
Η Κύπρος είναι μια μικρή, ανοικτή οικονομία με ισχυρό χρηματοπιστωτικό και επαγγελματικό τομέα. Διαθέτει σημαντική τεχνογνωσία στις χρηματοοικονομικές υπηρεσίες, στη διαχείριση επενδύσεων, στα επενδυτικά ταμεία, στη ναυτιλία και στις διεθνείς επιχειρηματικές υπηρεσίες.
Εάν η Ευρωπαϊκή Ένωση προχωρήσει πραγματικά στη δημιουργία μιας πιο ενιαίας και αποτελεσματικής αγοράς κεφαλαίων, η Κύπρος θα μπορούσε να διεκδικήσει ενεργότερο ρόλο ως περιφερειακό χρηματοοικονομικό και επενδυτικό κέντρο. Αυτό θα μπορούσε να σημαίνει περισσότερες ευκαιρίες για κυπριακές επιχειρήσεις να αντλήσουν κεφάλαια, αλλά και για την Κύπρο να προσελκύσει επενδυτικά ταμεία και εταιρείες που αναζητούν πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά.
Η μεγάλη πρόκληση για την Κύπρο είναι ότι οι μικρές οικονομίες συχνά δυσκολεύονται περισσότερο να εξασφαλίσουν χρηματοδότηση για καινοτόμες επιχειρήσεις. Ένας νέος Κύπριος επιχειρηματίας που αναπτύσσει μια εταιρεία τεχνολογίας, τεχνητής νοημοσύνης ή κυβερνοασφάλειας μπορεί να έχει μια εξαιρετική ιδέα, αλλά να μην διαθέτει εύκολη πρόσβαση στα μεγάλα κεφάλαια που χρειάζονται για διεθνή ανάπτυξη.
Αυτό ακριβώς είναι ένα από τα προβλήματα που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προσπαθεί να αντιμετωπίσει: να επιτρέψει στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις όχι μόνο να δημιουργούνται στην Ευρώπη, αλλά και να αναπτύσσονται στην Ευρώπη.
Για την Κύπρο, αυτή η προοπτική θα μπορούσε να είναι ιδιαίτερα σημαντική. Η χώρα διαθέτει ανθρώπινο δυναμικό υψηλής εκπαίδευσης, πανεπιστήμια, αναπτυσσόμενο τεχνολογικό οικοσύστημα και γεωγραφική θέση που τη συνδέει με τρεις ηπείρους. Αυτό που συχνά λείπει είναι η πρόσβαση σε μεγαλύτερες δεξαμενές κεφαλαίων.
Μια πραγματική ευρωπαϊκή αγορά επενδύσεων θα μπορούσε, θεωρητικά, να επιτρέψει σε μια κυπριακή επιχείρηση να αντλήσει χρηματοδότηση από επενδυτές στη Γερμανία, τη Γαλλία, την Ολλανδία ή τη Σκανδιναβία χωρίς τα σημερινά εμπόδια και τον κατακερματισμό των αγορών.
Υπάρχει όμως και η στρατηγική διάσταση. Η Ευρώπη εισέρχεται σε μια εποχή όπου η οικονομική ανάπτυξη, η τεχνολογία και η ασφάλεια συνδέονται όλο και περισσότερο. Οι επενδύσεις στην κυβερνοασφάλεια, στα μη επανδρωμένα συστήματα, στις τηλεπικοινωνίες, στους δορυφόρους και στην τεχνητή νοημοσύνη δεν είναι πλέον απλώς εμπορικές επενδύσεις. Αποτελούν μέρος της στρατηγικής ασφάλειας της Ευρώπης.
Για μια χώρα όπως η Κύπρος, που βρίσκεται σε μια γεωπολιτικά ευαίσθητη περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου, η συζήτηση για την ευρωπαϊκή στρατηγική και αμυντική αυτονομία αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Η ενίσχυση της ευρωπαϊκής οικονομικής και τεχνολογικής βάσης δεν είναι ένα αφηρημένο ζήτημα των Βρυξελλών. Μπορεί να επηρεάσει άμεσα τη σταθερότητα και την ασφάλεια της ευρύτερης περιοχής.
Ωστόσο, η κινητοποίηση των ιδιωτικών αποταμιεύσεων προς επενδύσεις δημιουργεί και πραγματικούς κινδύνους. Οι καταθέσεις και οι επενδύσεις δεν έχουν τον ίδιο βαθμό κινδύνου. Οι μετοχές, τα επενδυτικά κεφάλαια και τα εταιρικά ομόλογα μπορούν να προσφέρουν υψηλότερες αποδόσεις, αλλά μπορούν επίσης να οδηγήσουν σε σημαντικές απώλειες.
Για την Κύπρο, με τη δύσκολη εμπειρία του παρελθόντος, η προστασία του μικρού αποταμιευτή πρέπει να αποτελεί απόλυτη προτεραιότητα.
Η Ευρώπη δεν πρέπει να δει τα €10 τρισ. ως ένα «ταμείο» που απλώς περιμένει να χρησιμοποιηθεί. Πρέπει να δημιουργήσει ένα περιβάλλον όπου ο πολίτης θα έχει πραγματική επιλογή, σωστή ενημέρωση και αποτελεσματική προστασία.
Η μεγάλη πρόκληση είναι να επιτευχθεί η σωστή ισορροπία: περισσότερες επενδύσεις χωρίς να υπονομευθεί η ασφάλεια, περισσότερη οικονομική δυναμική χωρίς να χαθεί η εμπιστοσύνη.
Η δήλωση της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν αποκαλύπτει, τελικά, μια βαθύτερη αλλαγή στο ευρωπαϊκό οικονομικό μοντέλο. Η Ευρώπη επιχειρεί να μετατρέψει τον τεράστιο ιδιωτικό της πλούτο σε οικονομική, τεχνολογική και στρατηγική ισχύ.
Για την Κύπρο, το ζητούμενο είναι διπλό. Από τη μία, να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες που μπορεί να δημιουργήσει μια πιο ολοκληρωμένη ευρωπαϊκή αγορά επενδύσεων. Από την άλλη, να υπερασπιστεί με απόλυτη συνέπεια την εμπιστοσύνη και την ασφάλεια των πολιτών της.
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η Ευρώπη θα «πάρει» τις αποταμιεύσεις των πολιτών. Είναι αν θα μπορέσει να δημιουργήσει ένα σύστημα αρκετά αξιόπιστο ώστε οι ίδιοι οι πολίτες να επιλέξουν να επενδύσουν μέρος του πλούτου τους στο μέλλον της Ευρώπης.
Και για την Κύπρο, η οποία έχει πληρώσει ακριβά στο παρελθόν την απώλεια εμπιστοσύνης στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, η απάντηση σε αυτό το ερώτημα δεν μπορεί παρά να είναι μία: καμία νέα ευρωπαϊκή οικονομική στρατηγική δεν μπορεί να πετύχει χωρίς την απόλυτη προστασία του αποταμιευτή και χωρίς την αποκατάσταση και διατήρηση της εμπιστοσύνης του πολίτη.
* Καθηγητής Μακροοικονομετρίας και Χρηματοοικονομικών και Προέδρος του Τμήματος Οικονομικών και Διοίκησης του Πανεπιστήμιου Νεάπολις Πάφος







