Το ότι η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας μπορεί να καλυφθεί, νοουμένου πως δεν προκύψουν βλάβες στις μονάδες παραγωγής, καταδεικνύει πόσο εύθραυστο είναι το ηλεκτρικό σύστημα της χώρας μας. Η επάρκεια, όμως, δεν μπορεί να παραμένει εγκλωβισμένη σε θεωρητικές προσεγγίσεις. Αντιθέτως, επιβάλλει πολιτική βούληση, σαφή χρονοδιαγράμματα, επιτάχυνση αδειοδοτήσεων και στενή συνεργασία δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, με γνώμονα τα μακροπρόθεσμα συμφέροντα των καταναλωτών.
Η κυπριακή πραγματικότητα
Τα δεδομένα αποδεικνύουν ξεκάθαρα ότι η επάρκεια του ηλεκτρικού συστήματος της Κύπρου βρίσκεται σε κρίσιμα επίπεδα. Η γενικότερα αυξανόμενη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας, η γήρανση υφιστάμενων μονάδων παραγωγής, η αναγκαία λειτουργία των μονάδων αφαλάτωσης και οι καθυστερήσεις στην υλοποίηση σημαντικών ενεργειακών έργων, μας έχουν οδηγήσει στη σημερινή κατάσταση.
Δεν φτάσαμε όμως σε αυτό το οριακό σημείο από τη μια μέρα στην άλλη. Αυτή η εικόνα διαμορφώθηκε σταδιακά, επειδή δεν λήφθηκαν οι αναγκαίες αποφάσεις και δεν προχώρησαν με την απαιτούμενη ταχύτητα οι λύσεις που θα μπορούσαν να είχαν ενισχύσει την επάρκεια του συστήματος.
- Διαβάστε επίσης: Το ρεύμα μπορεί να γίνει πιο φτηνό. Μπορούμε να το αντέξουμε;
Το αποτέλεσμα είναι το ηλεκτρικό σύστημα της χώρας μας να λειτουργεί με περιορισμένα περιθώρια ασφαλείας. To πιο ανησυχητικό είναι ότι οι λύσεις βρίσκονται ενώπιον μας, αλλά δεν προχωρούν με την ταχύτητα με την οποία θα έπρεπε, δεδομένης της κρισιμότητας της κατάστασης. Ανά πάσα στιγμή, μια σοβαρή τεχνική αστοχία μπορεί να επιβαρύνει ακόμα περαιτέρω το σύστημα και να επιφέρει εκτεταμένες διακοπές ηλεκτροδότησης. Oι εκ περιτροπής διακοπές, που εφαρμόστηκαν στις 22 Ιουλίου, δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως μια κανονικότητα. Είναι ένα μέτρο προστασίας του συστήματος για να αποφευχθεί το σοβαρό ενδεχόμενο ενός γενικευμένου black out.
Οι λύσεις βρίσκονται ενώπιον μας
Η ενεργειακή ασφάλεια μιας χώρας δεν μπορεί να στηρίζεται στην αποφυγή του χειρότερου σεναρίου κάθε φορά που το σύστημα φτάνει στα όριά του. Χρειάζεται πρόληψη, εφεδρείες, επενδύσεις και έγκαιρες αποφάσεις.
Την ώρα που η επάρκεια «ακροβατεί» σε τεντωμένο σχοινί, εξακολουθεί να παραμένει εκτός λειτουργίας μια ιδιωτική επένδυση που είναι σε θέση να προσθέσει άμεσα νέα παραγωγική ισχύ στο σύστημα, καθώς έχουν ήδη πραγματοποιηθεί οι αναγκαίες μετατροπές ώστε να μπορεί να λειτουργήσει υπό τις σημερινές συνθήκες μέχρι την έλευση του φυσικού αερίου. Η έναρξη λειτουργίας του πρώτου ιδιωτικού ηλεκτροπαραγωγού σταθμού στη χώρα μας δεν αφορά μόνο την αύξηση της διαθέσιμης ενέργειας. Συνδέεται άμεσα με τη μείωση της εξάρτησης από τις υφιστάμενες παραγωγικές υποδομές, τη δημιουργία εναλλακτικών επιλογών για την αγορά και τους καταναλωτές και, κατ’ επέκταση, με ένα πιο ανθεκτικό ηλεκτρικό σύστημα.
Επιπρόσθετα, ένα σημαντικό εργαλείο για την ενίσχυση της ασφάλειας εφοδιασμού, τη μείωση της εξάρτησης από ακριβά συμβατικά καύσιμα και τη δημιουργία ενός πιο ευέλικτου συστήματος ηλεκτροπαραγωγής, είναι το φυσικό αέριο. Ωστόσο, το χρονοδιάγραμμα για την έλευσή του έχει μετακινηθεί επανειλημμένα, ενώ το τερματικό εισαγωγής υγροποιημένου φυσικού αερίου στο Βασιλικό έχει μετατραπεί σε ένα εξαιρετικά πολύπαθο και κοστοβόρο έργο. Ένα έργο από το οποίο εξαρτάται η λειτουργία της μονάδας 6 της ΑΗΚ στον Ηλεκτροπαραγωγό Σταθμό Βασιλικού.
Το «κλειδί» της αποθήκευσης
Η Κύπρος έχει στη διάθεσή της σημαντική εγκατεστημένη ισχύ από φωτοβολταϊκά, η οποία μπορεί να αξιοποιηθεί πολύ πιο αποτελεσματικά μέσω της αποθήκευσης. Παρά το έντονο επενδυτικό ενδιαφέρον και την ωριμότητα της αγοράς, σημαντικές αιτήσεις για έργα αποθήκευσης εξακολουθούν να εκκρεμούν. Ιδιαίτερο προβληματισμό προκαλεί η στάση του Διαχειριστή Συστήματος Διανομής (ΔΣΔ), ο οποίος αντιμετωπίζει την προσθήκη συστημάτων αποθήκευσης σε υφιστάμενα φωτοβολταϊκά πάρκα με διαδικασίες που παραπέμπουν σε νέες αιτήσεις σύνδεσης, παρότι τα έργα αυτά είναι ήδη αδειοδοτημένα, συνδεδεμένα και σε λειτουργία.
Η προσθήκη όμως της αποθήκευσης θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως η πιο άμεση λύση που μπορεί να μειώσει τις περικοπές πράσινης ενέργειας, και όχι ως μια διαδικασία που εγκλωβίζεται είτε στη γραφειοκρατία είτε στην ανάγκη κάποιων να συνεχίζεται η εξάρτηση από την ΑΗΚ, της οποίας ο ΔΣΔ αποτελεί αναπόσπαστο μέρος.
Κάθε μήνας καθυστέρησης έχει πραγματικό κόστος. Αποθαρρύνει επενδύσεις εκατομμυρίων, περιορίζει τη δυνατότητα αξιοποίησης περισσότερης και φθηνότερης ενέργειας από ΑΠΕ, συντηρεί στρεβλώσεις στην αγορά και οδηγεί σε απώλεια πράσινης ενέργειας, η οποία θα μπορούσε να αποθηκευτεί και να χρησιμοποιηθεί όταν το σύστημα τη χρειάζεται. Αντ’ αυτού, το σύστημα συνεχίζει να στηρίζεται σε ακριβότερη συμβατική παραγωγή, με πρόσθετο κόστος καυσίμων και δικαιωμάτων εκπομπών ρύπων, το οποίο τελικά μετακυλίεται στους καταναλωτές.
Το ζήτημα στην προκειμένη δεν αφορά μόνο την ασφάλεια του ενεργειακού συστήματος, αλλά επίσης την ανταγωνιστικότητα της οικονομίας και κατά επέκταση όλη την κυπριακή κοινωνία. Όσο λιγότερες παραγωγικές μονάδες και εναλλακτικές λύσεις υπάρχουν, τόσο μεγαλύτερη παραμένει η εξάρτηση του συστήματος από τις υφιστάμενες παραγωγικές υποδομές. Αυτό όχι απλώς δεν βοηθά τη δημιουργία μιας πραγματικά Ανταγωνιστικής Αγοράς Ηλεκτρισμού, αλλά δημιουργεί συνθήκες περαιτέρω ενίσχυσης της ήδη δεσπόζουσας θέσης της ΑΗΚ. Σε μια περίοδο κατά την οποία το ηλεκτρικό σύστημα βρίσκεται υπό πίεση, δεν υπάρχει η πολυτέλεια να παραμένουν δεσμευμένες επενδύσεις που μπορούν να προσφέρουν άμεσα λύσεις.
Μια σύγχρονη αγορά ηλεκτρισμού
Είναι αδιαμφισβήτητο πως η Κύπρος βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με μια πραγματικότητα που δεν επιτρέπει άλλες καθυστερήσεις. Για να αποκατασταθεί η επάρκεια, χρειάζεται η απαιτούμενη πολιτική βούληση για να προχωρήσουν τα έργα, ένα σταθερό και προβλέψιμο ρυθμιστικό περιβάλλον και ταχύτερες διαδικασίες αδειοδότησης.
Είναι επιβεβλημένο η χώρα μας να αξιοποιήσει τα εργαλεία που έχει ήδη στη διάθεσή της. Τα περιθώρια στενεύουν. Οι αποφάσεις που θα ληφθούν από τώρα και στο εξής, θα καθορίσουν εάν η Κύπρος θα επενδύσει επιτέλους σε ένα ασφαλές, επαρκές και ανταγωνιστικό ηλεκτρικό σύστημα τόσο για τις τωρινές όσο και τις επόμενες γενιές.







