powered by cbn INB-DIGITAL-EDITIONS LOGO-PNG-108

Το ρεύμα μπορεί να γίνει πιο φτηνό. Μπορούμε να το αντέξουμε;

Έφτασε η ώρα να ξεκινήσουν να ακούγονται κάποια σημαντικά δεδομένα για τον ηλεκτρισμό. Ας ξεκινήσουμε από την κοινή παραδοχή πως το ηλεκτρικό ρεύμα στην Κύπρο είναι ακριβό. Το ζήτημα είναι ότι πρέπει να κάνουμε πολύ περισσότερα για να μειωθεί το κόστος για τους καταναλωτές.

Το ερώτημα που αναδεικνύεται τις τελευταίες ημέρες είναι κατά πόσο ψάχνουμε τον πραγματικό λόγο που πληρώνουμε ακριβά ή αν, για ακόμα μια φορά, ψάχνουμε να βρούμε έναν «αποδιοπομπαίο τράγο». Από την απάντηση, θα εξαρτηθεί και το τελικό αποτέλεσμα. Είναι έτοιμοι οι άμεσα εμπλεκόμενοι να αναλάβουν τις όποιες ευθύνες τους αναλογούν και να σηκώσουν μανίκια για να διορθώσουν τα κακώς έχοντα ή θα τα κρύψουμε για ακόμα μια φορά κάτω από το χαλί;

Είναι αλήθεια ότι την περίοδο της ενεργειακής κρίσης, αρκετά φωτοβολταϊκά πάρκα είχαν σημαντικά αυξημένα έσοδα. Οι τιμές της συμβατικής παραγωγής εκτοξεύθηκαν και μαζί τους αυξήθηκε η αποζημίωση συγκεκριμένων κατηγοριών ΑΠΕ. Τα οικονομικά δεδομένα όμως του 2026, δεν είναι ίδια με εκείνα του 2022. Το 2024 οι περικοπές ΑΠΕ στο δίκτυο διανομής έφτασαν περίπου το 29%. Το 2025 στο 47% και στους πρώτους πέντε μήνες του 2026 ξεπέρασαν το 65% της δυνητικής ηλιακής παραγωγής. Αυτό αλλάζει άρδην τα οικονομικά δεδομένα ενός φωτοβολταϊκού πάρκου.

Δεν μπορούμε να υποστηρίζουμε ότι ένα πάρκο «παράγει με 5-8 σεντς» και να συγκρίνουμε αυτόν τον αριθμό με την τιμή πώλησης, όταν μεγάλο μέρος της ενέργειας που θα μπορούσε να παράξει δεν του επιτρέπεται καν να φτάσει στο δίκτυο. Τα δάνεια, η επένδυση και τα λειτουργικά έξοδα συνεχίζουν να υπάρχουν, είτε το πάρκο παράγει είτε βρίσκεται σε περικοπές.

Από την 1η Οκτωβρίου 2025 λειτουργεί η Ανταγωνιστική Αγορά Ηλεκτρισμού. Δεν υπάρχει κάποιο γενικό καθεστώς που να εγγυάται στα μεγάλα εμπορικά φωτοβολταϊκά τιμή 25 σεντ/kWh. Η ενέργεια διατίθεται μέσω της αγοράς.

Η μέχρι σήμερα δημοσιευμένη ανάλυση του Δρ. Ανδρέα Προκοπίου καθώς επίσης και άλλες αναλύσεις, υπολογίζουν τη μεσοσταθμική τιμή πώλησης της ηλιακής ενέργειας στην αγορά περίπου στα 14 σεντς/kWh, όχι στα 25 σεντς. Στην ίδια ανάλυση, ακόμη και αν η τιμή της ηλιακής παραγωγής περιοριζόταν στα 11 σεντς/kWh, η επίδραση στη μεσοσταθμική τιμή της αγοράς υπολογίζεται κοντά στο 2% και όχι στο 20%. Άρα το 20% για το οποίο γίνεται λόγος τις τελευταίες ημέρες, μπορεί εύκολα κανείς να διαπιστώσει ότι δεν είναι εφικτό.

Παρόλο που εργάστηκα και εργάζομαι στον τομέα των ΑΠΕ και της αγοράς ηλεκτρισμού, τόσο στο εξωτερικό όσο στην Κύπρο, δεν πιστεύω ότι οι ιδιώτες παραγωγοί πρέπει να μένουν εκτός κριτικής. Το αντίθετο. Όπου υπάρχουν υπέρμετρα κέρδη πρέπει να αποδεικνύονται με στοιχεία και, όπου χρειάζεται, να αντιμετωπίζεται ανάλογα.

Ωστόσο, εάν  θέλουμε πραγματικά να αναζητήσουμε γιατί το ρεύμα είναι ακριβό, δεν μπορούμε να επικεντρωνόμαστε μόνο στα φωτοβολταϊκά. Σε ό,τι αφορά το επιχείρημα ότι η ΡΑΕΚ κάποτε «κατάργησε» την υποχρεωτική εγκατάσταση μπαταριών σε φωτοβολταϊκά άνω των 8 MW, χρειάζεται να διευκρινιστεί ότι η επένδυση σε οποιαδήποτε τεχνολογία, όπως αυτή της αποθήκευσης, δεν γίνεται με το να υποχρεώσεις κάποιον να την κάνει. Προωθείται δημιουργώντας το ρυθμιστικό και οικονομικό πλαίσιο, ώστε να αποτελεί βιώσιμη επένδυση, αλλιώς η επένδυση δεν θα γίνει ποτέ.

Υπάρχει όμως και μια μεγαλύτερη συζήτηση που δεν πρέπει να φοβηθούμε να την κάνουμε. Οι επιφυλάξεις απέναντι στην απελευθέρωση και τον ανταγωνισμό δεν εμφανίστηκαν το 2026. Εκφράζονται εδώ και χρόνια από διάφορους φορείς και εκπροσώπους της ΑΗΚ. Είναι απολύτως σεβαστό να έχουν αυτή την άποψη. Είναι όμως εξίσου θεμιτό να διαφωνούμε μαζί τους.

 Διότι ο ανταγωνισμός δεν είναι εχθρός ενός δημόσιου οργανισμού. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η Cyta, η οποία βρίσκεται εδώ και δύο δεκαετίες σε ένα πραγματικά ανταγωνιστικό περιβάλλον. Κατάφερε όμως να προσαρμοστεί, να επενδύσει σωστά και να παραμείνει ένας ισχυρός και κερδοφόρος δημόσιος οργανισμός.

Δεν βλέπω γιατί πρέπει να θεωρούμε ότι η ΑΗΚ χρειάζεται προστασία από τον ανταγωνισμό αντί για την ευκαιρία και την «πίεση» να εξελιχθεί μέσα από αυτόν. Ο ανταγωνισμός επιβραβεύει όσους προσαρμόζονται και δυσκολεύει όσους παραμένουν στάσιμοι. Και αυτό πρέπει να ισχύει για όλους τους φορείς, είτε είναι δημόσιοι είτε είναι ιδιωτικοί.

Το 2025, η ΑΗΚ Παραγωγή με τις γεννήτριες παραγωγής από μαζούτ εξακολουθούσε να αντιπροσωπεύει περίπου το 72,1% της ενέργειας που εισήλθε στο σύστημα. Άρα, αν ψάχνουμε τους λόγους που το ηλεκτρικό ρεύμα παραμένει ακριβό, πρέπει να κοιτάξουμε ολόκληρο το σύστημα.

Τους ιδιώτες παραγωγούς, την ΑΗΚ, τη ΡΑΕΚ, τους Διαχειριστές, την κυβέρνηση, την αγορά, τις περικοπές, την αποθήκευση και κυρίως το κόστος της συμβατικής παραγωγής.

Ο Φειδίας Παναγιώτου, προσωπικά, θεωρώ ότι έκανε καλά που επανάφερε αυτές τις ημέρες στο προσκήνιο το ζήτημα του κόστους του ηλεκτρισμού. Αν όμως η συζήτηση καταλήξει στο ότι απλώς «φταίνε τα φωτοβολταϊκά», τότε θα έχουμε χάσει ξανά την ευκαιρία για να λύσουμε το πραγματικό πρόβλημα. Το σημαντικό, στην παρούσα φάση, είναι όσοι άμεσα χαράσσουν πολιτική για το συγκεκριμένο θέμα, να ξεκινήσουν διάλογο με τους κατάλληλα καταρτισμένους του τομέα, χωρίς καμία κριτική για το οποιοδήποτε υπόβαθρό τους, μακριά από συμφέροντα. Μοναδικός γνώμονας να είναι το συμφέρον της κυπριακής κοινωνίας και οικονομίας στο σύνολό της.

Η εποχή όπου μπορούσαμε να βασίζουμε το ηλεκτρικό μας σύστημα στην καύση μαζούτ, να απορρίπταμε τεράστιες ποσότητες φθηνής ηλιακής ενέργειας και στο τέλος να στέλναμε τον παχυλό λογαριασμό στους καταναλωτές, πρέπει επιτέλους να σταματήσει.

Το ζητούμενο δεν είναι να βρούμε έναν νέο ένοχο. Το ζητούμενο είναι να διορθώσουμε το σύστημα που εξακολουθεί να παράγει ακριβό ηλεκτρισμό, ενώ παρουσιάζει πολλές προοπτικές για περισσότερη, πιο φθηνή και καθαρή ενέργεια.

*Σύμβουλος Ενέργειας

Ροή Ειδήσεων

Hellenic Bank Χορηγός Ροής INB
ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ