Σημαντικές αλλαγές στο συνταξιοδοτικό σύστημα της Κύπρου προβλέπει το προτεινόμενο πλαίσιο μεταρρύθμισης που κατέθεσε σήμερα στους κοινωνικούς εταίρους το Υπουργείο Εργασίας και το οποίο στοχεύει στην ενίσχυση των χαμηλών συντάξεων, στη μείωση του κινδύνου φτώχειας και στη μακροχρόνια βιωσιμότητα του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΤΚΑ).
Σύμφωνα με επεξηγηματικό σημείωμα που παρουσίασε ο Υπουργός Εργασίας, Μαρίνος Μουσιούττας, η όλη μεταρρύθμιση βασίζεται στους σχεδιασμούς της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ILO) και επικεντρώνεται στον πρώτο πυλώνα του συνταξιοδοτικού συστήματος.
- Διαβάστε ακόμη: Νίκος Χριστοδουλίδης: Στο επίκεντρο της συνταξιοδοτικής μεταρρύθμισης οι χαμηλοσυνταξιούχοι και οι νέες γενιές - Το μήνυμα που στέλνει (βίντεο)
Κεντρικό στοιχείο του νέου σχεδιασμού αποτελεί η αναθεωρημένη βασική σύνταξη, η οποία θα υπολογίζεται με βάση το σύνολο του εγγεγραμμένου χρόνου ασφάλισης. Στον χρόνο αυτό θα μπορούν να περιλαμβάνονται τόσο οι περίοδοι για τις οποίες καταβλήθηκαν εισφορές όσο και περίοδοι με εισφορές επιδοτούμενες από το κράτος.
Κεντρικός στόχος της μεταρρύθμισης, πάντως, είναι να ενισχυθούν ιδιαίτερα άτομα με χαμηλότερες αποδοχές ή περιορισμένη ασφαλιστική συμμετοχή.
Σε ό,τι αφορά επιμέρους πτυχές, αξίζει να σημειωθεί πως το όριο συνταξιοδότησης παραμένει στα 65 έτη, ενώ όσοι επιλέγουν να συνεχίσουν να εργάζονται μέχρι τα 67 θα μπορούν να εξασφαλίσουν αυξημένη σύνταξη, καταβάλλοντας τις αντίστοιχες εισφορές.
Πάντως, για τον υπολογισμό της επανασχεδιασμένης βασικής σύνταξης προβλέπεται συντελεστής που κλιμακώνεται από 1,1 στην ηλικία των 63 ετών έως 1,5 στα 67.
Προκλήσεις του συνταξιοδοτικού συστήματος και σκοπός της μεταρρύθμισης
Σύμφωνα, πάντως, με τα όσα καταγράφονται στο επεξηγηματικό σημείωμα του Υπουργείου Εργασίας, το συνταξιοδοτικό σύστημα της Κύπρου αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις καθότι δεν διασφαλίζει την ανθεκτικότητα της προστασίας των συνταξιούχων από τη φτώχεια, ούτε και επαρκές συνταξιοδοτικό εισόδημα για όλους τους δικαιούχους, δεν αντιμετωπίζει επαρκώς τις ανισότητες του συνταξιοδοτικού εισοδήματος μεταξύ των δύο φύλων, ενώ η συμμετοχή του κράτους στη χρηματοδότηση του συστήματος είναι περίπλοκη και αναποτελεσματική.
Στη βάση των πιο πάνω, η προτεινόμενη λύση για τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης στην Κύπρο αποσκοπεί, μέσω ενός δικαιότερου, ορθολογιστικότερου και απλούστερου τρόπου, (i) στη διασφάλιση ενός επαρκούς και ανθεκτικού συνταξιοδοτικού εισοδήματος, (ii) στην περαιτέρω μείωση του κινδύνου φτώχειας των συνταξιούχων, (iii) στην αναβάθμιση της σημασίας που έχει η εργασία και η αποταμίευση, (iv) στην ενίσχυση της αποκριτικότητας και προσαρμοστικότητας του συστήματος, (v) στη μακροπρόθεσμη οικονομική βιωσιμότητα του, λαμβάνοντας υπόψη τον αντίκτυπο στα δημόσια οικονομικά, και (vi) στη συμμόρφωση με τα διεθνή πρότυπα (συμβάσεις ΔΟΕ και Συμβουλίου της Ευρώπης), υιοθετώντας καλές πρακτικές άλλων κρατών.
Τα κύρια συστατικά
Τα κύρια συστατικά της προτεινόμενης μεταρρύθμισης είναι:
- σαφής ρόλος για τις διάφορες συνιστώσες του συνταξιοδοτικού συστήματος,
- ενοποιημένη και επαρκή παροχή ενός βασικού συνταξιοδοτικού εισοδήματος κοινωνικής ασφάλισης για όσους συμμετέχουν στο σύστημα,
- επανασχεδιασμός του Γενικού Σχεδίου Κοινωνικών Ασφαλίσεων, περιλαμβανομένου και του ανταποδοτικού μέρους του, η οποία είναι η κύρια συνιστώσα του συνταξιοδοτικού συστήματος,
- βελτίωση της επάρκειας των συντάξεων, και
- διαφανή και αποτελεσματική κρατική συμβολή στην χρηματοδότηση του συστήματος.
Πρόσθετες μεταρρυθμίσεις
Επιπρόσθετα, με την προτεινόμενη μεταρρύθμιση επιδιώκονται και πρόσθετες μεταρρυθμίσεις του συνταξιοδοτικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης. Ειδικότερα, επιχειρείται επανασχεδιασμός του Επιδόματος Χαμηλοσυνταξιούχου (ΕΧΣ), για περαιτέρω προστασία από τη φτώχεια και αναπλήρωση εισοδήματος συνταξιούχων με χαμηλά εισοδήματα, και αναθεώρηση της επενδυτικής πολιτικής του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων και η διαμόρφωση ενός νέου πλαισίου διακυβέρνησης των επενδύσεων του.
Σχεδιασμός νέου συνταξιοδοτικού
Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο σημείωμα, με την προτεινόμενη μεταρρύθμιση δημιουργείται ένα νέο, πιο απλό συνταξιοδοτικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης με βάση την υπάρχουσα δομή, με στοχευμένη αναδιανομή εισοδήματος και ορθολογική συμμετοχή του κράτους στη χρηματοδότηση του.
Βασικό συστατικό της προτεινόμενης λύσης είναι η χορήγηση μιας αξιοπρεπούς σύνταξης για τους ασφαλισμένους του συνταξιοδοτικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, η οποία ενισχύει την καθολικότητα του με απλό, αποτελεσματικό και αποδοτικό τρόπο.
Η εν λόγω σύνταξη συνεισφέρει ουσιαστικά στο στόχο της μείωσης του κινδύνου φτώχειας των συνταξιούχων και του συνταξιοδοτικού χάσματος μεταξύ των δύο φύλων καθώς επίσης και της καλύτερης στόχευσης των συνταξιοδοτικών εισοδημάτων, διασφαλίζοντας έτσι την αλληλεγγύη εντός των γενεών.
Παράλληλα, το νέο συνταξιοδοτικό σύστημα εισαγάγει μια αναθεωρημένη βασική σύνταξη, το ύψος της οποίας καθορίζεται βάσει του συνολικού εγγεγραμμένου χρόνου ασφάλισης (σε μήνες θεμελιωτικής ασφάλισης), είτε από πληρωμένες ή επιδοτούμενες από το κράτος εισφορές.
Η εν λόγω σύνταξη, η οποία στην ουσία επαναπροσδιορίζει τη βασική σύνταξη του ΤΚΑ, έχει αυξημένο βαθμό αναδιανομής, λόγω του τρόπου υπολογισμού της και των αυξημένων σε έκταση επιδοτούμενων ετών ασφάλισης.
Τονίζεται πως η αναθεωρημένη βασική σύνταξη ενισχύει ιδιαίτερα την προστασία προσώπων με χαμηλότερες αποδοχές ή περιορισμένη ασφαλιστική συμμετοχή, καθώς και προσώπων των οποίων η ασφαλιστική ιστορία επηρεάζεται από περιόδους φροντίδας, αναπηρίας, σπουδών ή μετάβασης στην αγορά εργασίας - επιδοτούμενα έτη ασφάλισης.
Περαιτέρω, η αναθεωρημένη βασική σύνταξη θα αντικαταστήσει την μέχρι σήμερα βασική σύνταξη του ΤΚΑ και θα ενισχύει την επάρκεια, ενώ o σχεδιασμός της συμπληρωματικής (αναλογικής) σύνταξης του ΤΚΑ, η οποία συνεχίζει να έχει ανταποδοτικό χαρακτήρα, θα τυγχάνει αναπροσαρμογής (εξακολουθεί να συνδέεται με τις ασφαλιστικές μονάδες της συμπληρωματικής ασφάλισης).
Βάσει των σχεδιασμών, δικαιούχοι της αναθεωρημένης βασικής σύνταξης θα είναι όλοι οι εγγεγραμμένοι στο νέο σύστημα κοινωνικής ασφάλισης και θα πληρούν τις ελάχιστες προϋποθέσεις ασφάλισης, ενώ δικαιούχοι της αναπροσαρμοσμένης συμπληρωματικής σύνταξης από το ΤΚΑ θα είναι όλοι οι εργαζόμενοι που θα πληρούν τις ελάχιστες προϋποθέσεις εισφορών.
Επισημαίνεται ότι η χρηματοδότηση της αναθεωρημένης βασικής σύνταξης θα γίνεται μέσω των εισφορών των εργαζομένων και των εργοδοτών, των εισφορών των ατόμων που δεν ασκούν επικερδή επαγγελματική δραστηριότητα και των οποίων η αδράνεια δεν καλύπτεται από επιδοτούμενες εισφορές, καθώς και από το κράτος, μέσω επιδοτήσεων και μεταφορών για κάλυψη επιδοτούμενων εισφορών για λογαριασμό ατόμων που δικαιολογημένα είναι εκτός αγοράς εργασίας.
Επίσης, η χρηματοδότηση της συμπληρωματικής σύνταξης του ΤΚΑ θα γίνεται μέσω των εισφορών των εργαζομένων και των εργοδοτών.
Επιπρόσθετα, το επανασχεδιασμένο ΕΧΣ, ως συμπλήρωμα της σύνταξης από το ΤΚΑ, θα ενσωματώνει με πιο ολοκληρωμένο και αποτελεσματικό τρόπο την προστασία από τη φτώχεια, με την υποβοήθηση της αναπλήρωσης του εισοδήματος των χαμηλόμισθων εργαζομένων.
Επανασχεδιασμένη βασική σύνταξη γήρατος: Μηνιαίο ποσό σύνταξης, το οποίο υπολογίζεται με συντελεστή που κλιμακώνεται από 1,1 στην ηλικία των 63 ετών έως 1,5 στην ηλικία των 67 ετών (με αύξηση κατά 0,1 ανά έτος για τις ενδιάμεσες ηλικίες 64, 65 και 66), εφαρμοζόμενο για κάθε μήνα εγγεγραμμένης ασφάλισης (με βάση 12 μήνες ανά έτος).
Το όριο συνταξιοδότησης παραμένει στην ηλικία των 65 ετών. Αν κάποιος επιλέξει να συνεχίσει να εργάζεται μέχρι τα 67 έτη θα μπορεί να λάβει αυξημένη σύνταξη με την ανάλογη καταβολή εισφορών μέχρι τα 67 έτη.
Επαναπροσδιορισμένη συμπληρωματική σύνταξη
Για υφιστάμενους συνταξιούχους θα διενεργείται σύγκριση μεταξύ της συνολικής υφιστάμενης σύνταξης γήρατος και της αντίστοιχης συνολικής σύνταξης γήρατος που προκύπτει βάσει της μεταρρύθμισης, με εφαρμογή συντελεστή απόδοσης 1,25% για τη συμπληρωματική σύνταξη. Εάν το άθροισμα της νέας, επανασχεδιασμένης βασικής σύνταξης και της νέας συμπληρωματικής σύνταξης (με συντελεστή απόδοσης 1,25%) είναι μικρότερο από το υφιστάμενο ποσό, ο συνταξιούχος θα εξακολουθεί να λαμβάνει το ποσό που δικαιούται βάσει του υφιστάμενου συστήματος.
Για νέους συνταξιούχους μέσα στην πενταετή μεταβατική περίοδο (2027-2031), θα διενεργείται αντίστοιχη σύγκριση της συνολικής σύνταξης γήρατος με το υφιστάμενο σύστημα και της συνολικής σύνταξης γήρατος που προκύπτει βάσει της μεταρρύθμισης. Εάν το άθροισμα της νέας, επανασχεδιασμένης βασικής σύνταξης και της νέας συμπληρωματικής σύνταξης (με συντελεστή απόδοσης 1,25%) είναι μικρότερο από το ποσό που προκύπτει με το υφιστάμενο σύστημα, τότε θα επανυπολογίζεται η συμπληρωματική σύνταξη με συντελεστή απόδοσης της συμπληρωματικής σύνταξης το 1,34%.
Για όλους τους νέους συνταξιούχους μετά την πενταετή μεταβατική περίοδο, δηλ. από το 2032 και εντεύθεν, θα ισχύει ο συντελεστής απόδοσης της συμπληρωματικής σύνταξης 1,34% οριζόντια για όλους τους εν λόγω συνταξιούχους, με την προσθήκη πρόνοιας στο νόμο για δυνητική αύξηση εισφορών αναλόγως των οικονομικών αποτελεσμάτων που θα καταδείξει αναλογιστική μελέτη που θα διενεργηθεί πριν από το 2032.
Παράλληλα, όλους τους νέους συνταξιούχους αναμορφώνονται οι παροχές λόγω ανικανότητας, χηρείας και ορφάνιας καθώς και οι σχετικές προσαυξήσεις για εξαρτώμενα πρόσωπα.
Διευκρινίζεται, δε, ότι η μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος θα περιλαμβάνει μεταβατικές ρυθμίσεις που θα ισχύσουν τόσο για τους υφιστάμενους όσο και τους μελλοντικούς συνταξιούχους.
Πλεονεκτήματα μεταρρύθμισης
Σύμφωνα, εξάλλου, με το επεξηγηματικό σημείωμα, τα κύρια πλεονεκτήματα της προτεινόμενης μεταρρύθμισης περιλαμβάνουν:
- επέκταση της κάλυψης στους δικαιούχους του συνταξιοδοτικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, μέσω της χορήγησης της αναθεωρημένης βασικής σύνταξης από το ΤΚΑ,
- διασφάλιση ενός βασικού ύψους εισοδήματος για τους δικαιούχους του συνταξιοδοτικού συστήματος κοινωνικής ασφάλισης,
- περισσότερη προστασία υπέρ των ατόμων με χαμηλά εισοδήματα μειώνοντας έτσι το κίνδυνο της φτώχειας κατά τη διάρκεια της συνταξιοδότησης τους,
- κάθε πρόσθετη εισφορά κοινωνικών ασφαλίσεων θα αυξάνει το συνταξιοδοτικό εισόδημα και έτσι θα λειτουργεί ως κίνητρο για εργασία και εισφορά πέραν της αναθεωρημένης βασικής,
- καλύτερη αντιμετώπιση του συνταξιοδοτικού χάσματος μεταξύ των φύλων, κυρίως λόγω της χορήγησης της αναθεωρημένης βασικής σύνταξης, η οποία είναι πιο γενναιόδωρη και έχει περισσότερο αναδιανεμητικό χαρακτήρα σε σχέση με τη μέχρι σήμερα βασική σύνταξη του ΤΚΑ,
- εξορθολογισμό της χρηματοδότησης του κράτους προς το συνταξιοδοτικό σύστημα κοινωνικής ασφάλισης,
- ενίσχυση της οικονομικής διακυβέρνησης του ΤΚΑ και κατ’ επέκταση την καλύτερη διασφάλιση των συνταξιοδοτικών δικαιωμάτων των ασφαλισμένων καθώς και της δικαιοσύνης μεταξύ των γενεών, μέσω της αναθεωρημένης επενδυτικής πολιτικής και της υιοθέτησης ενός νέου πλαισίου διακυβέρνησης των επενδύσεων, και
- βελτίωση της επάρκειας του συνταξιοδοτικού εισοδήματος των εργαζομένων, με το άθροισμα της αναθεωρημένης βασικής και συμπληρωματικής (αναλογικής) σύνταξης να παρέχει ένα καλό ποσοστό αναπλήρωσης του εργασιακού εισοδήματος κατά την αφυπηρέτηση.
Κύριες διατάξεις
- Διεύρυνση της ασφαλιστικής κάλυψης και αναγνώριση κοινωνικά χρήσιμων περιόδων
Η προτεινόμενη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση, διευρύνει την ασφαλιστική προστασία, πέραν της παραδοσιακής σύνδεσης με την απασχόληση. Προβλέπεται αναγνώριση συντάξιμων αποδοχών, για πολίτες που έχουν τη συνήθη διαμονή τους στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές.
Συγκεκριμένα, θα επιδοτούνται εισφορές για:
- γυναίκες, για περιόδους που συνδέονται με τη φροντίδα τέκνων,
- άτυπους φροντιστές που παρέχουν πλήρη και χωρίς αμοιβή κατ’ οίκον φροντίδα, σε συγγενείς μέχρι 2ου βαθμού,
- άτομα με αναπηρία,
- φοιτητές, και
- νεοεισερχόμενους στην αγορά εργασίας.
Οι περίοδοι αυτές αποσκοπούν στην αποφυγή δημιουργίας συνταξιοδοτικών κενών λόγω κοινωνικών απαιτήσεων ή προσωρινής απουσίας από την αγορά εργασίας, ενώ η αναγνώριση θα εφαρμόζεται με συγκεκριμένους περιορισμούς, ώστε να αποφεύγεται η παράλληλη πίστωση για περιόδους κατά τις οποίες υπάρχει άλλη ασφαλιστική κάλυψη.
Επισημαίνεται πως οι πλασματικές και οι λοιπές ασφαλιστέες αποδοχές κάθε έτους δε μπορούν συνολικά να υπερβαίνουν το ετήσιο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών.
- Νέα υποχρέωση εισφοράς για εισοδηματίες και διεύρυνση της χρηματοδοτικής βάσης
Μέσω της επιδιωκόμενης μεταρρύθμισης, ακόμη, εισάγεται νέα υποχρέωση καταβολής εισφοράς από εισοδηματίες (μέχρι το ετήσιο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών), που είναι πολίτες της Κυπριακής Δημοκρατίας ή κράτους μέλους της ΕΕ ή προσώπων υπηκόων τρίτης χώρας που εμπίπτουν κάτω από το πεδίο εφαρμογής του Κανονισμού ΕΕ, 883/2004 και έχουν τη συνήθη διαμονή τους στις ελεγχόμενες από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας περιοχές, όταν δεν καλύπτονται από άλλη ασφαλιστική υποχρέωση ή αντίστοιχη πίστωση.
Ως εισόδημα θα λαμβάνονται υπόψη, εισοδήματα από αξίωμα, μερίσματα, τόκους, μισθώματα, δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας ή ευρεσιτεχνίας, αμοιβές και άλλα κέρδη από ιδιοκτησία.
Παράλληλα, για μισθωτούς που είναι μέτοχοι της εταιρείας στην οποία εργάζονται, προβλέπει ότι, για τους σκοπούς του ορισμού των αποδοχών, περιλαμβάνονται και τα μερίσματα που λαμβάνουν από την εταιρεία στην οποία απασχολούνται.
- Προαιρετική καταβολή εισφορών από ορισμένα πρόσωπα
Επίσης, δημιουργείται δικαίωμα προαιρετικής καταβολής εισφορών για πρόσωπα που δεν έχουν ασφαλιστέα απασχόληση, δεν υπάγονται στην υποχρέωση εισφοράς εισοδηματιών, δεν καταβάλλουν εισφορά με άλλο τρόπο και δεν έχουν πιστωθεί με εξομοιούμενες ή πλασματικές αποδοχές.
Περαιτέρω, κατά τα πρώτα πέντε έτη παρέχεται δυνατότητα άσκησης του δικαιώματος εξαγοράς ασφαλιστικών μονάδων για προηγούμενα έτη, χωρίς περιορισμό στον αριθμό των ετών αλλά μέχρι μία ασφαλιστική μονάδα ανά έτος.
- Ελάφρυνση της αναλογιστικής μείωσης του 12%
Το ζήτημα της αναλογιστικής αναπροσαρμογής 12% στο 63ο έτος ρυθμίζεται με ελάφρυνση της μείωσης καθότι η πλήρης κατάργηση της επηρεάζει τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του ΤΚΑ.
Θα χορηγηθεί ελάφρυνση στο μισό της περιόδου και όχι μεγαλύτερη των 9 μηνών από την αναλογιστική μείωση όσον αφορά το ποσό της βασικής σύνταξης για όλους τους υφιστάμενους συνταξιούχους, αλλά και τους μελλοντικούς συνταξιούχους που θα συνταξιοδοτηθούν έως και το τελευταίο έτος της μεταβατικής περιόδου (2031).
Τονίζεται ότι η αναλογιστική ελάφρυνση για τις πιο πάνω περιπτώσεις θα είναι εφ’ όρου ζωής.
- Κοινωνική Σύνταξη
Οι υφιστάμενοι δικαιούχοι Κοινωνικής σύνταξης μεταφέρονται στο ΤΚΑ ως ειδική κατηγορία δικαιούχων (θα λογίζονται ως δικαιούχοι μη ανταποδοτικής βασικής σύνταξης γήρατος).
Παράλληλα, όσοι νέοι συνταξιούχοι κατά την πενταετή μεταβατική περίοδο (2027-2031), δεν θα πληρούν τα κριτήρια συνταξιοδότησης γήρατος του ΤΚΑ, θα εξετάζονται βάσει των υφιστάμενων κριτηρίων του σχεδίου Κοινωνικής σύνταξης - εφόσον πληρούν τα κριτήρια αυτά, εντάσσονται στην ίδια ειδική κατηγορία δικαιούχων του ΤΚΑ.
Επέκταση της μεταβατικής περιόδου επιλεξιμότητας - για τους μελλοντικούς δικαιούχους που, βάσει του υφιστάμενου συστήματος, θα πληρούσαν τα κριτήρια Κοινωνικής σύνταξης - από 5 σε 15 έτη από την έναρξη ισχύος του νέου συστήματος. Οι δικαιούχοι αυτοί θα εντάσσονται στην ειδική κατηγορία του ΤΚΑ, με το κόστος παραχώρησης της σύνταξης να καλύπτεται από το ΤΚΑ, λογιζόμενοι ως δικαιούχοι μη ανταποδοτικής βασικής σύνταξης γήρατος, ενώ το κόστος των εισφορών τους θα καλύπτεται είτε από τους ίδιους είτε από το κράτος.
Για τους μελλοντικούς δικαιούχους της περιόδου μεταξύ του 6ου και του 15ου έτους, προστίθεται η προϋπόθεση εγγραφής στο νέο σύστημα για τουλάχιστον το 80% του χρονικού διαστήματος μεταξύ της ημερομηνίας έναρξης ισχύος (1.1.2027) και της ημερομηνίας συνταξιοδότησης του δικαιούχου.
Πέραν των πιο πάνω, με τη μεταρρύθμιση το κράτος θα αναλάβει την καταβολή εισφορών υπό μορφή επιδόματος, από το έτος εφαρμογής της μεταρρύθμισης και για τα επόμενα 15 έτη, εκ μέρους των δυνητικά μελλοντικών δικαιούχων Κοινωνικής σύνταξης οι οποίοι δεν διαθέτουν την οικονομική δυνατότητα να συνεισφέρουν στο νέο σύστημα - ο εν λόγω πληθυσμός εκτιμάται στο 25%–30% του σχετικού συνόλου των δυνητικά δικαιούχων.
Η επιδότηση αυτών των εισφορών θα προϋποθέτει υποβολή σχετικής αίτησης προς τον αρμόδιο φορέα, για διαπίστωση πλήρωσης των εισοδηματικών κριτηρίων. Σημειώνεται πως, τα εισοδηματικά κριτήρια για την επιδότηση εισφορών θα καθοριστούν από τον αρμόδιο φορέα και θα ισχύουν από 1/1/27.
- Θέσπιση ελάχιστης εγγυημένης αύξησης των €30 για υφιστάμενους συνταξιούχους του ΤΚΑ με σύνταξη έως €600 μηνιαίως
Η θέσπιση ελάχιστης εγγυημένης αύξησης για τους υφιστάμενους συνταξιούχους του ΤΚΑ έως €600 μηνιαίως, προνοεί ελάχιστη αύξηση €30 μηνιαίως για όλους τους εν λόγω συνταξιούχους και η οποία θα καταβληθεί από τον πρώτο μήνα εφαρμογής της μεταρρύθμισης.
- Χρηματοδότηση και μακροχρόνια βιωσιμότητα
Η μεταρρύθμιση συνοδεύεται από αναδιάρθρωση της χρηματοδοτικής βάσης του Ταμείου Κοινωνικών Ασφαλίσεων.
Σύμφωνα με το σημείωμα, το νομοσχέδιο διασαφηνίζει τη χρηματοδότηση των μη ανταποδοτικών παροχών από το Πάγιο Ταμείο της Δημοκρατίας και προβλέπει ειδική κρατική χρηματοδότηση για μέρος των αυξήσεων.
Η μεταρρύθμιση επομένως συνδυάζει ενισχυμένη κοινωνική προστασία με σταδιακή διεύρυνση της χρηματοδοτικής βάσης και μηχανισμούς που συνδέουν την εξέλιξη των παροχών και των εισφορών με τη μακροχρόνια βιωσιμότητα του ΤΚΑ.
Για την αναδιάρθρωση της χρηματοδοτικής βάσης του ΤΚΑ, τερματίζεται ο δανεισμός του κράτους από το Ταμείο Κοινωνικών Ασφαλίσεων, δηλαδή, τα ετήσια πλεονάσματα θα κατατίθενται στον επενδυτικό λογαριασμό του Ταμείου.
Πέραν τούτου, έχουν γίνει ρυθμίσεις αποπληρωμής του υφιστάμενου χρέους του κράτους προς το ΤΚΑ σε βάθος χρόνου. Στις πιο πάνω ρυθμίσεις λαμβάνονται υπόψη η κατάσταση της κυπριακής οικονομίας και η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών.
Κοινωνικός αντίκτυπος
Προκειμένου να γίνει πιο κατανοητός ο κοινωνικός αντίκτυπος της μεταρρύθμισης, το Υπουργείο Εργασίας παρουσίασε αναλυτικό πίνακα, μέσω του οποίου παραθέτει ποικίλα παραδείγματα που αφορούν την αύξηση των συντάξεων του ΤΚΑ κατά την πενταετή μεταβατική περίοδο.
Δείτε τα παραδείγματα:
Τονίζεται πως ισχύει η νέα διάταξη, της πενταετούς μεταβατικής περιόδου (2027-2031), για τον συντελεστή απόδοσης της συμπληρωματικής σύνταξης 1,34% για όλους τους μελλοντικούς συνταξιούχους για τους οποίους η σύνταξη γήρατος θα είναι μικρότερη από το υφιστάμενο σύστημα εάν υπολογιστεί με το συντελεστή απόδοσης της συμπληρωματικής σύνταξης 1.25%.







