Η κυπριακή οικονομία και το εγχώριο χρηματοοικονομικό σύστημα συνέχισαν να επιδεικνύουν σημαντική ανθεκτικότητα το 2025, παρά το ιδιαίτερα αβέβαιο διεθνές περιβάλλον και την αυξημένη γεωπολιτική ένταση, ωστόσο επιβάλλεται επαγρύπνηση, καθώς οι κίνδυνοι για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα παραμένουν αυξημένοι, ανέφερε την Τρίτη η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, σε ανακοίνωσή της για τη δημοσίευση της ετήσιας Έκθεσης Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας (ΕΧΣ) για το περασμένο έτος.
Σύμφωνα με την ΚΤΚ, η ΕΧΣ εστιάζει στους σημαντικότερους μεσοπρόθεσμους κινδύνους για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα και αξιολογεί τους παράγοντες, που στηρίζουν την ανθεκτικότητα του χρηματοοικονομικού συστήματος έναντι πιθανών δυσμενών εξελίξεων, ενώ επιπλέον, παρουσιάζει τις αποφάσεις μακροπροληπτικής πολιτικής και άλλες δράσεις που λαμβάνει η ΚΤΚ για τη διασφάλιση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας.
Όπως αναφέρεται, η προσέγγιση της ΕΧΣ είναι προληπτική και στοχεύει στην έγκαιρη αναγνώριση και αξιολόγηση δυνητικών κινδύνων. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΧΣ εξετάζει τις πιθανές επιπτώσεις ακραίων, αλλά εύλογων σεναρίων στο χρηματοοικονομικό σύστημα, χωρίς να προδικάζει την εκδήλωση κρίσεων. Η ισορροπημένη και τεκμηριωμένη προσέγγιση της ΕΧΣ καθίσταται ιδιαίτερα σημαντική σε ένα διεθνές περιβάλλον, που χαρακτηρίζεται από αυξημένη αβεβαιότητα, ταχείες οικονομικές εξελίξεις και εντεινόμενες γεωπολιτικές προκλήσεις, συμπληρώνεται σχετικά.
Σε μήνυμά της με αφορμή τη δημοσίευση της ΕΧΣ, η Προϊσταμένη της Γενικής Διεύθυνσης Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας και Εξυγίανσης της ΚΤΚ, Πάνη Καραμάνου, επισημαίνει ότι οι γεωπολιτικές και οικονομικές εντάσεις, σε συνδυασμό με την αυξημένη αβεβαιότητα σε παγκόσμιο επίπεδο, διαμορφώνουν τις προοπτικές για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα. «Συνεπώς, η διατήρηση ισχυρών κεφαλαίων και επαρκών αποθεμάτων ρευστότητας είναι ουσιώδης για τη διασφάλιση της ανθεκτικότητας του χρηματοοικονομικού τομέα. Επιπλέον, η συστηματική ενσωμάτωση γεωπολιτικών, μακροοικονομικών, κλιματικών και κυβερνοκινδύνων στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, καθώς και η ενίσχυση της εταιρικής διακυβέρνησης, αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη διατήρηση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας», προσέθεσε.
Αναφορικά με τις κατηγορίες κινδύνων, η ΚΤΚ αναφέρει ότι η κυπριακή οικονομία και το εγχώριο χρηματοοικονομικό σύστημα συνέχισαν να επιδεικνύουν σημαντική ανθεκτικότητα, παρά το ιδιαίτερα αβέβαιο διεθνές περιβάλλον και την αυξημένη γεωπολιτική ένταση, ωστόσο επιβάλλεται επαγρύπνηση.
Ειδικότερα, αναφέρεται ότι η οικονομική δραστηριότητα παρέμεινε ισχυρή, τα δημόσια οικονομικά συνέχισαν να βελτιώνονται, και η χώρα διατήρησε την πιστοληπτική της αξιοπιστία, επιβεβαιώνοντας τη θετική πορεία της κυπριακής οικονομίας τα τελευταία χρόνια.
Προστίθεται ότι ο τραπεζικός τομέας συνέχισε να επιδεικνύει υψηλό βαθμό ανθεκτικότητας και να συμβάλλει ουσιαστικά στη διατήρηση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας, υποστηριζόμενος από ισχυρή κερδοφορία, βελτιωμένη ποιότητα ενεργητικού και επαρκή κεφαλαιακά και ρευστοποιήσιμα αποθέματα, ενώ παράλληλα, η περαιτέρω βελτίωση της ποιότητας του ενεργητικού και η συνεχιζόμενη μείωση των μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων ενίσχυσαν την ικανότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων να απορροφούν ενδεχόμενους κραδασμούς και να ανταποκρίνονται αποτελεσματικά σε δυσμενείς εξελίξεις. Επιπλέον, τα μη τραπεζικά χρηματοοικονομικά ιδρύματα έχουν επιδείξει μέχρι σήμερα ικανοποιητικό βαθμό ανθεκτικότητας έναντι της μεταβλητότητας των αγορών.
Ωστόσο, η ανθεκτικότητα αυτή δοκιμάζεται από τις συνεχιζόμενες συγκρούσεις στην ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, τη συνεχιζόμενη σύγκρουση μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας και τις εντεινόμενες τάσεις γεωοικονομικού κατακερματισμού, οι οποίες συντηρούν ένα περιβάλλον υψηλής αβεβαιότητας, αναφέρει η ΚΤΚ στη συνέχεα, σημειώνοντας πως οι εξελίξεις αυτές ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά τις διεθνείς αγορές ενέργειας, τις εφοδιαστικές αλυσίδες, το διεθνές εμπόριο και τις χρηματοοικονομικές ροές, καθώς και τις προοπτικές της παγκόσμιας και κυπριακής οικονομίας.
«Ως μικρή και ανοικτή οικονομία, η Κύπρος παραμένει ιδιαίτερα ευάλωτη σε εξωτερικούς κραδασμούς, ενώ η πιθανότητα υλοποίησης δυσμενών σεναρίων εξακολουθεί να είναι αυξημένη. Τυχόν περαιτέρω επιδείνωση των γεωπολιτικών συνθηκών θα μπορούσε να εντείνει τις πληθωριστικές πιέσεις, να διαβρώσει τα πραγματικά εισοδήματα των νοικοκυριών και να συμπιέσει τα περιθώρια κέρδους των επιχειρήσεων, επηρεάζοντας αρνητικά την ικανότητά τους να εξυπηρετούν το χρέος τους και αυξάνοντας τους κινδύνους για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα. Ο συνολικός αντίκτυπος στην οικονομική δραστηριότητα και το χρηματοοικονομικό σύστημα θα εξαρτηθεί σε σημαντικό βαθμό από την ένταση, τη διάρκεια και τη γεωγραφική έκταση των συγκρούσεων», υπογραμμίζεται περαιτέρω.
Συμπληρώνεται ότι η αυξανόμενη ψηφιοποίηση του χρηματοοικονομικού τομέα καθιστά την κυβερνοασφάλεια κρίσιμο παράγοντα για τη διατήρηση της επιχειρησιακής συνέχειας, ιδίως υπό το πρίσμα της αυξανομένης συχνότητας και πολυπλοκότητας των κυβερνοεπιθέσεων σε ένα επιβαρυμένο γεωπολιτικό περιβάλλον και της ανάπτυξης προηγμένων μοντέλων αιχμής (frontier AI models - FAIM).
Αναφορά γίνεται επίσης και στις προκλήσεις από τις τροποποιήσεις στο Πλαίσιο Εκποιήσεων, οι οποίες, όπως σημειώνεται, ενδέχεται να επηρεάσουν αρνητικά την κουλτούρα πληρωμών, τη χρηματοοικονομική σταθερότητα και τις προσδοκίες ανάκτησης των πιστωτικών ιδρυμάτων, επισημαίνοντας πως παρότι οι τροποποιήσεις αποσκοπούν στην προστασία των δανειοληπτών, ενδέχεται να οδηγήσουν σε αυστηρότερα δανειοδοτικά κριτήρια, υψηλότερο κόστος δανεισμού, αποτελέσματα αντίθετα προς τον επιδιωκόμενο σκοπό τους.
Προστίθεται ότι σε αυτό το περιβάλλον αυξημένων προκλήσεων, η ΚΤΚ συνέχισε να ενισχύει τη μακροπροληπτική θωράκιση του χρηματοοικονομικού συστήματος, με την αύξηση του αντικυκλικού κεφαλαιακού αποθέματος ασφαλείας (CCyB) στο 1,5% από τον Ιανουάριο 2026, η αναθεώρηση των κεφαλαιακών απαιτήσεων για τα εγχώρια συστημικά σημαντικά ιδρύματα (O-SII), τη διατήρηση των υφιστάμενων δανειοδοτικών ορίων, καθώς και την ενίσχυση του Ταμείου Εγγύησης Καταθέσεων να αποτελούν σημαντικές παρεμβάσεις που στοχεύουν στην ενδυνάμωση της ανθεκτικότητας του τραπεζικού συστήματος έναντι μελλοντικών κλυδωνισμών.
«Το κυπριακό χρηματοοικονομικό σύστημα παραμένει ισχυρό και επαρκώς θωρακισμένο, ωστόσο το εξωτερικό περιβάλλον εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από αυξημένη αβεβαιότητα και αναδυόμενους κινδύνους. Ως εκ τούτου, η διατήρηση ισχυρών κεφαλαίων και αποθεμάτων ρευστότητας, η συστηματική ενσωμάτωση γεωπολιτικών, μακροοικονομικών, κλιματικών και κυβερνοκινδύνων στη διαδικασία λήψης στρατηγικών αποφάσεων, η ενίσχυση της εταιρικής διακυβέρνησης, καθώς και η συνέχιση συνετής δημοσιονομικής πολιτικής αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για τη διαφύλαξη της χρηματοοικονομικής σταθερότητας και της ανθεκτικότητας της κυπριακής οικονομίας έναντι μελλοντικών κραδασμών», καταλήγει η Έκθεση.







