Σημαντικές νομοτεχνικές και ουσιαστικές αλλαγές στο υπό συζήτηση νομοσχέδιο που αφορά τον Χρηματοοικονομικό Επίτροπο και τη διαδικασία υποβολής παραπόνων και εκποιήσεων εξετάστηκαν στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Οικονομικών τη Δευτέρα, με βασικό σημείο αντιπαράθεσης το κατά πόσο οι αποφάσεις του Επιτρόπου θα πρέπει να είναι δεσμευτικές για τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.
Παράταση προθεσμιών και αλλαγές στη διαδικασία
Εκ μέρους του Υπουργείου Οικονομικών αναφέρθηκε ότι οι περισσότερες τροποποιήσεις αφορούν νομοτεχνικές διορθώσεις και αναθεώρηση ορισμών. Ωστόσο, έγιναν και ουσιαστικές παρεμβάσεις, κυρίως ως προς τα χρονικά περιθώρια.
Μεταξύ άλλων η προθεσμία των 21 ημερών αυξάνεται σε 30, για προσφυγή στην Επίτροπο μετά τη λήψη ειδοποίησης, η περίοδος εντός της οποίας τα εμπλεκόμενα μέρη πρέπει να αναζητήσουν λύση επεκτείνεται από 15 σε 30 ημέρες και εισάγεται περίοδος προστασίας από εκποίηση διάρκειας 60 ημερών, κατά την οποία ο δανειολήπτης θα μπορεί να απευθυνθεί σε σύμβουλο αφερεγγυότητας.
Παράλληλα, το αίτημα προς τον Επίτροπο θα υποβάλλεται από τη στιγμή που ο δανειολήπτης παραλάβει την επιστολή τύπου Ι. Προστέθηκε επίσης πρόνοια σύμφωνα με την οποία, αν επιλέξιμος οφειλέτης παραβιάσει οποιονδήποτε όρο της συμφωνίας αναδιάρθρωσης, το αδειοδοτημένο ίδρυμα θα μπορεί να συνεχίσει τη διαδικασία πώλησης του δανείου.
Επίσης στο νέο κείμενο γίνεται αναφορά στους λόγους έφεσης επί των αποφάσεων της Χρηματοοικονομικής Επιτρόπου κυρίως σε σχέση με τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.
Η εφαρμογή του νόμου τοποθετείται την 1η Ιουνίου, ενώ, όπως επισημάνθηκε από το ΥΠΟΙΚ, βασική φιλοσοφία των αλλαγών είναι να δοθεί περισσότερος χρόνος στα μέρη και να καταστεί η διαδικασία πιο ευέλικτη σε σχέση με την προσφυγή στα δικαστήρια.
Στο επίκεντρο η δεσμευτικότητα των αποφάσεων
Κεντρικό ζήτημα στη συζήτηση αποτέλεσε η πρόταση ώστε οι αποφάσεις του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου να είναι δεσμευτικές εφόσον γίνονται αποδεκτές από τον καταναλωτή.
Η Χρηματοοικονομικός Επίτροπος Βαλεντίνα Γεωργιάδου στάθηκε ιδιαίτερα στο ζήτημα της δεσμευτικότητας των αποφάσεων του θεσμού, επισημαίνοντας ότι η πρόταση που υπήρχε να καθίστανται δεσμευτικές οι αποφάσεις όταν γίνονται αποδεκτές από τον καταναλωτή επιχειρεί να αντιμετωπίσει την υφιστάμενη ανισορροπία μεταξύ πολιτών και χρηματοοικονομικών επιχειρήσεων.
Όπως εξήγησε, η δυνατότητα αυτή ενισχύει ουσιαστικά τη θέση του καταναλωτή, καθώς σήμερα οι χρηματοπιστωτικοί οργανισμοί διαθέτουν σαφώς ισχυρότερη διαπραγματευτική και οικονομική ισχύ. Κατά την άποψή της, θα πρέπει να διαμορφωθεί ένα πλαίσιο στο οποίο οι αποφάσεις του Επιτρόπου να καθίστανται δεσμευτικές εφόσον γίνουν αποδεκτές από τον δανειολήπτη, και όχι μόνο εφόσον υπάρξει συναίνεση και των δύο μερών, καθώς κάτι τέτοιο στην πράξη ακυρώνει τη χρησιμότητα του θεσμού.
Η ίδια σημείωσε ότι η ρύθμιση αυτή εναρμονίζεται με την ευρωπαϊκή οδηγία για την εναλλακτική επίλυση διαφορών, η οποία αφήνει στα κράτη-μέλη τη διακριτική ευχέρεια να καθορίσουν αν οι αποφάσεις των αντίστοιχων αρχών θα είναι δεσμευτικές ή μη. Διευκρίνισε, ωστόσο, ότι οι συγκεκριμένες πρόνοιες αφορούν αποκλειστικά την εξέταση παραπόνων και διαφορών και δεν σχετίζονται με τη διαδικασία εκποιήσεων.
Αναφερόμενη στο δικαίωμα προσφυγής στα δικαστήρια, η κα Γεωργιάδου υπογράμμισε ότι θα πρέπει να τεθούν σαφείς περιορισμοί ως προς τους λόγους για τους οποίους ένα μέρος μπορεί να αμφισβητήσει μια απόφαση, ώστε να προστατευθεί ο θεσμός από τον κίνδυνο απαξίωσης. Όπως ανέφερε, στόχος είναι το γραφείο του Χρηματοοικονομικού Επιτρόπου να λειτουργεί ως ένα ουσιαστικό πρώτο στάδιο επίλυσης διαφορών, πριν από τη δικαστική διαδικασία, και όχι απλώς ως ένα ενδιάμεσο βήμα χωρίς πρακτικό αντίκρισμα.
Τόνισε ακόμη ότι, όταν τα μέρη επιλέγουν να αμφισβητήσουν ενώπιον δικαστηρίου το ύψος της χρηματικής αποζημίωσης που έχει επιδικαστεί, στην ουσία επανεξετάζεται η ίδια η ουσία της υπόθεσης. Αυτό, κατά την ίδια, αλλοιώνει τον διαμεσολαβητικό χαρακτήρα του θεσμού και μετατρέπει τη διαδικασία σε παράλληλη δικαστική κρίση.
Η Επίτροπος υπενθύμισε ότι ο βασικός ρόλος του θεσμού είναι η διαμεσολάβηση και η εξεύρεση συμβιβαστικών λύσεων, επισημαίνοντας ότι τα δικαστήρια, λόγω των αυστηρών αποδεικτικών και δικονομικών κανόνων που τα διέπουν, συχνά δεν έχουν την ευελιξία να καθορίσουν αποζημιώσεις ή ρυθμίσεις με την ίδια πρακτική προσέγγιση που μπορεί να υιοθετήσει ο Επίτροπος.
Καταλήγοντας, προειδοποίησε ότι, εάν επιτραπεί στα δικαστήρια να επανεξετάζουν πλήρως τις αποφάσεις του Επιτρόπου επί της ουσίας και όχι μόνο ως προς τη διαδικασία, υπάρχει σοβαρός κίνδυνος αποδυνάμωσης και τελικά διάλυσης του θεσμού, καθώς οι πολίτες θα πάψουν να τον θεωρούν αποτελεσματικό μέσο επίλυσης διαφορών.
Αντίθετα, η Νομική Υπηρεσία υπογράμμισε ότι δεν μπορεί να αφαιρεθεί από οποιοδήποτε μέρος το συνταγματικό δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Όπως επισημάνθηκε, ο στόχος του θεσμού είναι η εξωδικαστική επίλυση διαφορών, αλλά η δυνατότητα δικαστικής προσφυγής πρέπει να παραμείνει.
Προτάσεις για μερική δεσμευτικότητα και διαφορετικές προσεγγίσεις
Η Πρόεδρος της Επιτροπής βουλευτής του ΔΗΚΟ Χριστιάνα Ερωτοκρίτου εισηγήθηκε όπως για διαφορές μέχρι 20.000 ευρώ οι αποφάσεις να είναι δεσμευτικές για το χρηματοπιστωτικό ίδρυμα, με δυνατότητα προσφυγής μόνο για ζητήματα διαδικασίας και όχι ουσίας.
Από πλευράς του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, ο Χρίστος Καράς υποστήριξε ότι είναι νομικά άσκοπο ένα ζήτημα να εξετάζεται δύο φορές και ότι, εφόσον τα μέρη επιλέγουν να προσφύγουν στον θεσμό, θα πρέπει να αποδέχονται και τη δεσμευτικότητα της απόφασης, με δυνατότητα δικαστικής προσβολής μόνο για νομική πλάνη ή διαδικαστικά ζητήματα.
Αναφορά έγινε και σε πρακτικές άλλων χωρών, όπου οι προσφυγές κατά αποφάσεων αντίστοιχων αρχών εξετάζονται σε ανώτατο επίπεδο και όχι από επαρχιακά δικαστήρια.
Αντιδράσεις τραπεζών και εταιρειών εξαγοράς πιστώσεων
Ο Σύνδεσμος Τραπεζών εξέφρασε διαφωνία με τη δεσμευτικότητα των αποφάσεων, τονίζοντας ότι πρέπει να παραμείνει το δικαίωμα των πιστωτικών ιδρυμάτων να αμφισβητούν δικαστικά τόσο τη διαδικασία όσο και την ουσία μιας απόφασης. Αντίστοιχη θέση διατύπωσε και ο σύνδεσμος εταιρειών εξαγοράς πιστώσεων.
Από την άλλη, οργανώσεις προστασίας δανειοληπτών και τάχθηκαν υπέρ της δεσμευτικότητας, τουλάχιστον στις περιπτώσεις που ο δανειολήπτης αποδέχεται την απόφαση, επισημαίνοντας ότι οι περισσότερες διαφορές υπερβαίνουν το όριο των 20.000 ευρώ και ότι η αμφισβήτηση κάθε απόφασης υπονομεύει την αποτελεσματικότητα του θεσμού.
Η Διευθύντρια του Τμήματος Αφερεγγυότητας Σίλεια Ηρακλείδου επεσήμανε ότι η αποτελεσματικότητα οποιασδήποτε νομοθετικής ρύθμισης εξαρτάται και από την ύπαρξη επαρκών υποδομών και μηχανισμών εποπτείας. Όπως σημείωσε, σε περιπτώσεις μη συμμόρφωσης χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων, υπάρχουν ήδη εποπτικά εργαλεία μέσω της Κεντρικής Τράπεζας και άλλων μηχανισμών και δεν είναι ανάγκη να υπάρχει νομοθετική δεσμευτικότητα.
Το Υπουργείο Οικονομικών τόνισε ότι, σε περίπτωση που δεν επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ των μερών, η υποβολή αίτησης στον Επίτροπο παραμένει μια πιο ευέλικτη και λιγότερο χρονοβόρα διαδικασία σε σχέση με την καταχώριση αγωγής, ενώ η φιλοσοφία του νομοσχεδίου παραμένει η διατήρηση του δικαιώματος προσφυγής στα δικαστήρια, παράλληλα με την ενίσχυση του ρόλου του Επιτρόπου.
Παράλληλα οι βουλευτές της Επιτροπής Οικονομικών συζήτησαν για το μέλλον των προτάσεων νόμου που κατέθεσαν για τις εκποιήσεις και αναμένεται να οδηγηθούν στην Ολομέλεια σε συνεδρία στις 6 Απριλίου.







