Η κυπριακή αλυσίδα τροφίμων δοκιμάζεται αυτές τις μέρες από δύο φαινομενικά άσχετα γεγονότα: την εμφάνιση αφθώδους πυρετού στην κτηνοτροφία και τη γεωπολιτική ένταση στα στενά του Ορμούζ.
Με την πρώτη ματιά πρόκειται για διαφορετικές ιστορίες. Στην πραγματικότητα όμως συναντώνται στην ίδια αλυσίδα τροφίμων.
Η πιο άμεση από αυτές είναι η εμφάνιση αφθώδους πυρετού σε κτηνοτροφικές μονάδες. Πρόκειται για μία από τις πιο μεταδοτικές ασθένειες των παραγωγικών ζώων και η αντιμετώπισή της διέπεται από αυστηρά ευρωπαϊκά πρωτόκολλα.
Συνήθως, όταν εντοπίζεται κρούσμα, προβλέπεται η θανάτωση των ζώων στις μολυσμένες μονάδες, μαζί με εμβολιασμούς και περιορισμούς στις μετακινήσεις ζώων στις γύρω περιοχές. Η πρακτική αυτή έχει αποδειχθεί αποτελεσματική σε μεγάλες ηπειρωτικές αγορές, όπου η ταχεία εξάλειψη της ασθένειας είναι κρίσιμη για την προστασία της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς.
Στην περίπτωση όμως της Κύπρου, μιας νησιωτικής οικονομίας με περιορισμένο ζωικό κεφάλαιο και σημαντική εξάρτηση από εισαγωγές τροφίμων, η εκτεταμένη θανάτωση ζώων μπορεί να έχει δυσανάλογες επιπτώσεις στην τοπική παραγωγή και κατ’ επέκταση στην προσφορά τροφίμων. Για τον λόγο αυτό ίσως αξίζει να εξεταστεί αν θα μπορούσε να ζητηθεί μια πιο προσαρμοσμένη προσέγγιση, με μεγαλύτερη έμφαση στον εμβολιασμό και στον περιορισμό των εστιών της ασθένειας.
Για τους κτηνοτρόφους, το ερώτημα δεν αφορά μόνο την άμεση αντιμετώπιση της ασθένειας αλλά και την επόμενη μέρα. Ακόμη κι αν τα ζώα τους σωθούν, η παραγωγή ενδέχεται να γίνει ακριβότερη, καθώς η κτηνοτροφία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από ζωοτροφές που βασίζονται σε εισαγόμενα σιτηρά, ιδιαίτερα αραβόσιτο.
Η εξάρτηση αυτή αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό της αγροδιατροφικής αλυσίδας στην Κύπρο. Όταν αυξάνεται το κόστος των εισαγόμενων ζωοτροφών, η πίεση μεταφέρεται γρήγορα σε ολόκληρη την αγορά τροφίμων. Σε μια οικονομία που βασίζεται σε εισαγόμενα σιτηρά για ζωοτροφές, η ανθεκτικότητα της αλυσίδας τροφίμων δεν αφορά μόνο την παραγωγή αλλά και τις υποδομές αποθήκευσης, τη λειτουργία της αγοράς σιτηρών και τη δυνατότητα διαχείρισης των διακυμάνσεων των διεθνών τιμών.
Σε αυτό το σημείο προστίθεται και ένας δεύτερος παράγοντας κινδύνου: η διεθνής γεωπολιτική ένταση.
Η αστάθεια γύρω από το Ιράν και το Στενό του Ορμούζ επηρεάζει έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς και εμπορικούς διαδρόμους του κόσμου. Όταν δημιουργείται αβεβαιότητα σε τέτοια θαλάσσια περάσματα, αυξάνονται τα ναύλα και τα ασφάλιστρα μεταφοράς.
Οι επιπτώσεις δεν περιορίζονται μόνο στην ενέργεια. Περίπου το ένα τρίτο του παγκόσμιου εμπορίου ουρίας, ενός βασικού λιπάσματος, διέρχεται από το Στενό του Ορμούζ. Αν η ροή αυτή διαταραχθεί, το κόστος παραγωγής για βασικά σιτηρά όπως το σιτάρι και ο αραβόσιτος μπορεί να αυξηθεί.
Παρότι οι διεθνείς αγορές σιτηρών παραμένουν προς το παρόν σχετικά σταθερές, η εμπειρία δείχνει ότι οι κρίσεις συχνά δεν ξεκινούν από άμεσες ελλείψεις αλλά από τη συσσώρευση κινδύνων σε διαφορετικά σημεία της αλυσίδας.
Η συγκυρία αυτή υπενθυμίζει ότι η ασφάλεια τροφίμων δεν είναι μόνο ζήτημα γεωργικής παραγωγής. Συνδέεται επίσης με τις εμπορικές υποδομές, τη λειτουργία των αγορών και τη διαχείριση κινδύνων σε μια αλυσίδα που εκτείνεται από τα διεθνή θαλάσσια περάσματα μέχρι το πιάτο του καταναλωτή.
*Ιδρυτής πλατφόρμας CERGO (www.cergo.org)







