Σε μια περίοδο κατά την οποία η κυπριακή οικονομία επιχειρεί να διατηρήσει τη δυναμική της και να ενισχύσει τη θέση της ως περιφερειακό επενδυτικό κέντρο, οι προτάσεις νόμου που συζητούνται στη Βουλή για την αγορά ακινήτων από αλλοδαπούς δημιουργούν έντονες ανησυχίες στην αγορά.
Παρότι παρουσιάζονται ως μέτρα ενίσχυσης της διαφάνειας και προστασίας του δημόσιου συμφέροντος, εάν υιοθετηθούν όπως έχουν κατατεθεί, ενδέχεται να οδηγήσουν σε σοβαρή υποχώρηση της επενδυτικής δραστηριότητας, να αυξήσουν τη γραφειοκρατία και να πλήξουν έναν από τους βασικότερους πυλώνες της κυπριακής οικονομίας.
Οι τρεις προτάσεις νόμου που βρίσκονται ενώπιον της Βουλής αφορούν την τροποποίηση του πλαισίου για την απόκτηση ακίνητης ιδιοκτησίας από αλλοδαπούς, την ενίσχυση του ελέγχου από το Κτηματολόγιο στις μεταβιβάσεις και την επιβολή νέων περιορισμών τόσο για φυσικά πρόσωπα τρίτων χωρών όσο και για εταιρείες που δραστηριοποιούνται στον τομέα των ακινήτων.
Μεταξύ άλλων, προβλέπεται ότι πολίτες τρίτων χωρών θα μπορούν να αποκτούν μόνο μία κατοικία ή ένα διαμέρισμα, ενώ εισάγονται αυστηροί περιορισμοί για εταιρείες που επιθυμούν να αποκτήσουν ακίνητη ιδιοκτησία, με την απαίτηση τουλάχιστον το 51% του μετοχικού κεφαλαίου ή των δικαιωμάτων ψήφου να ανήκει σε Κύπριους ή πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου. Παράλληλα, προτείνεται η απαγόρευση απόκτησης γεωργικής και δασικής γης από αλλοδαπούς.
Ωστόσο, σύμφωνα με φορείς της αγοράς, οι προτάσεις αυτές δεν συνιστούν απλώς έναν εκσυγχρονισμό της νομοθεσίας, αλλά μια ουσιαστική αλλαγή φιλοσοφίας που κινδυνεύει να μετατρέψει την Κύπρο από επενδυτικό προορισμό σε αγορά με αυστηρούς και αποτρεπτικούς περιορισμούς.
Σε κοινό υπόμνημά τους προς τη Βουλή, το ΚΕΒΕ, ο Σύνδεσμος Μεγάλων Αναπτύξεων και ο Σύνδεσμος Κτηματομεσιτικών Επιχειρήσεων επισημαίνουν ότι οι προτάσεις νόμου, ιδιαίτερα όταν εξετάζονται σωρευτικά, εισάγουν προληπτικού χαρακτήρα περιορισμούς, αυξημένη γραφειοκρατία και νέα στάδια ελέγχου.
Όπως υποστηρίζουν, το αποτέλεσμα θα είναι η σημαντική επιβράδυνση των συναλλαγών και η δημιουργία αβεβαιότητας σε επενδύσεις που συχνά βασίζονται σε σύνθετες εταιρικές δομές, οι οποίες αποτελούν διεθνή πρακτική για την υλοποίηση μεγάλων αναπτυξιακών έργων.
Οι ίδιοι φορείς προειδοποιούν ότι οι αλλαγές αυτές θα μπορούσαν να έχουν άμεσες επιπτώσεις στη χρηματοδότηση και υλοποίηση μεγάλων έργων, όπως ξενοδοχεία, επιχειρηματικά κέντρα και σύνθετες αναπτύξεις, τα οποία στηρίζονται σε διεθνή κεφάλαια. Σε μια μικρή και ανοικτή οικονομία όπως η κυπριακή, η αποθάρρυνση τέτοιων επενδύσεων θα είχε ευρύτερες συνέπειες για την ανάπτυξη, την απασχόληση και τα δημόσια έσοδα.
Ιδιαίτερα προβληματική θεωρείται από τους φορείς της αγοράς η πρόνοια για υποχρεωτική συμμετοχή Κυπρίων ή Ευρωπαίων επενδυτών σε εταιρείες που αποκτούν ακίνητη ιδιοκτησία. Όπως σημειώνουν, μια τέτοια ρύθμιση θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά για διεθνείς επενδυτές, καθώς δημιουργεί αβεβαιότητα για τη σταθερότητα των εταιρικών δομών και περιορίζει την ευελιξία των επενδυτικών σχημάτων.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και ο Σύνδεσμος Ανάπτυξης Ακινήτων, ο οποίος τονίζει ότι ο εκσυγχρονισμός της νομοθεσίας είναι απαραίτητος, αλλά θα πρέπει να γίνει με τρόπο που να αντανακλά την πραγματική λειτουργία της αγοράς.
Όπως επισημαίνει ο πρόεδρος του Συνδέσμου, Γιάννης Μισιρλής, η Πολιτεία οφείλει να διασφαλίζει τη διαφάνεια και τον ουσιαστικό έλεγχο, αλλά ταυτόχρονα να διατηρεί ένα σταθερό και προβλέψιμο επενδυτικό πλαίσιο. Η επιβολή δυσανάλογων περιορισμών, σημειώνει, ενδέχεται να πλήξει την επενδυτική δραστηριότητα χωρίς να επιλύσει ουσιαστικά το στεγαστικό πρόβλημα.
Ο Σύνδεσμος προτείνει μια πιο ισορροπημένη προσέγγιση, η οποία θα επιτρέπει την απόκτηση έως δύο οικιστικών ακινήτων από φυσικά ή νομικά πρόσωπα, ενώ για τεμάχια οικιστικής γης εισηγείται όριο συνολικού εμβαδού έως 4.000 τετραγωνικά μέτρα. Παράλληλα, υποστηρίζει ότι δεν θα πρέπει να τίθενται περιορισμοί στην απόκτηση εμπορικών ακινήτων, όπως γραφείων και καταστημάτων, καθώς η συγκεκριμένη αγορά δεν συνδέεται με το στεγαστικό ζήτημα.
Επιφυλάξεις εκφράζει και ο Παγκύπριος Δικηγορικός Σύλλογος, ο οποίος σε υπόμνημά του προς τη Βουλή επισημαίνει ότι ορισμένες από τις προτεινόμενες ρυθμίσεις ενδέχεται να εγείρουν ζητήματα συνταγματικότητας, ασφάλειας δικαίου και αναλογικότητας.
Σύμφωνα με τον Σύλλογο, οι προτεινόμενες αλλαγές επηρεάζουν την ελευθερία των συμβάσεων και το δικαίωμα ιδιοκτησίας, ενώ θα μπορούσαν να δημιουργήσουν σημαντική νομική αβεβαιότητα στην αγορά.
Η συζήτηση γύρω από τις ξένες επενδύσεις στην αγορά ακινήτων συνδέεται συχνά με το στεγαστικό ζήτημα. Ωστόσο, αρκετοί παράγοντες της αγοράς υποστηρίζουν ότι η αύξηση των τιμών δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με περιορισμούς στις επενδύσεις, αλλά με πολιτικές που αυξάνουν την προσφορά κατοικιών, επιταχύνουν τις πολεοδομικές διαδικασίες και ενισχύουν τη δημιουργία νέων οικιστικών έργων.
Η αγορά ακινήτων αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πυλώνες της κυπριακής οικονομίας, επηρεάζοντας την κατασκευαστική δραστηριότητα, την απασχόληση και την ευρύτερη οικονομική ανάπτυξη. Για τον λόγο αυτό, οποιαδήποτε αλλαγή στο θεσμικό πλαίσιο θα πρέπει να εξετάζεται με ιδιαίτερη προσοχή.
Σε ένα μικρό και ανοιχτό οικονομικό σύστημα, η σταθερότητα και η προβλεψιμότητα του επενδυτικού περιβάλλοντος αποτελούν κρίσιμα πλεονεκτήματα. Η υιοθέτηση μέτρων που δημιουργούν αβεβαιότητα και αποθαρρύνουν τις επενδύσεις κινδυνεύει να πλήξει τη διεθνή εικόνα της χώρας σε μια στιγμή που ο ανταγωνισμός για προσέλκυση κεφαλαίων είναι ιδιαίτερα έντονος.
Η ουσία του ζητήματος δεν είναι αν πρέπει να υπάρχει έλεγχος ή διαφάνεια — αυτά είναι αυτονόητα σε κάθε σύγχρονη οικονομία. Το πραγματικό ερώτημα είναι αν οι προτεινόμενες ρυθμίσεις εξυπηρετούν πράγματι το δημόσιο συμφέρον ή αν, στην πράξη, κινδυνεύουν να υπονομεύσουν έναν από τους βασικούς μοχλούς ανάπτυξης της χώρας.







