Αμβροτυπία: Αιώνια έργα στο γυαλί

Αμβροτυπία: Αιώνια έργα στο γυαλί

Αμβροτυπία: Αιώνια έργα στο γυαλί

Ο Δημήτριος Μηνά έχει πάει σε πορείες, αιχμαλώτισε ανθρώπους και στιγμές μέσα από το φακό του και κάθε φορά έβαζε μέσα τους κι ένα κομμάτι από την ψυχή του. Πλέον, παίζει ένα ατέλειωτο παιχνίδι με το φως, το γυαλί, τα βλέμματα των ανθρώπων και το σκοτάδι του. Φτιάχνει τις φωτογραφικές του μηχανές ο ίδιος, στο στούντιο του Demetrios Mina Wet Plate Portraitist, όπου και έχει εισαγάγει την καινοτομία wet  plate  collodion  photography (αμβροτυπία). 

RELATED ARTICLES


 
H λέξη αμβροτυπία προέρχεται εκ του άμβροτος, δηλαδή, μη θνητός. Πρόκειται για μια τεχνική που ανακαλύφθηκε το 1851 και θεωρείται από τις πρώτες στον κόσμο, με την εφαρμογή της φωτογραφίας από υγρό κολλόδιο, που έχει ως αποτέλεσμα το αρνητικό φωτογραφικό αποτύπωμα να εμφανίζεται θετικό. Μελετώντας την τέχνη της αμβροτυπίας, ο κ. Μηνά κατέληξε στην αγαπημένη του συνταγή, cadmium bromide και ammonium iodide. Η διαδικασία που ακολουθεί είναι πολύ ιδιαίτερη και διαρκεί, περίπου, μια ώρα. «Πρόκειται για μια πολύ προσωπική διαδικασία», εξηγεί ο ίδιος, «καθώς το αποτέλεσμα που δημιουργείται δεν μπορεί να αντιγραφεί ή να υποστεί επεξεργασία. Επέλεξα αυτή την τεχνική γιατί είναι το πιο αληθινό είδος φωτογραφίας και το διακρίνει η διαχρονικότητα, καθώς τα έργα αυτά ζουν για πάντα».

Διαβάστε ακόμα: Ο χάρτης των ξενοδοχείων της Κύπρου

Διαβάστε ακόμα: Lidl Cyprus: «Τα social media είναι δίαυλος επικοινωνίας με τους πελάτες»
 
Ενώνοντας τους χημικούς συνδυασμούς του με το κολλόδιο, ο Δημήτριος καλύπτει την επιφάνεια του γυαλιού, δημιουργώντας την πρώτη επίστρωση. Ακολούθως, μπαίνει στον σκοτεινό θάλαμο, όπου βάζει το γυαλί σε υγρό ασήμι, φτιάχνοντας μια φωτοευαίσθητη επιφάνεια. Στη συνέχεια το τοποθετεί μέσα σε ένα ξύλινο φάκελο, φωτογραφίζει και ξαναμπαίνει στον σκοτεινό θάλαμο, όπου χρησιμοποιώντας οξύ κάνει το ασήμι να αντιδράσει, μαυρίζοντας τα σημεία που χτυπήθηκαν από το φως και αφήνοντας λευκά τα υπόλοιπα, δημιουργώντας ένα αρνητικό αποτέλεσμα. Συνεχίζοντας, σταματά το οξύ από το να αντιδρά με το ασήμι και προσθέτει το τελευταίο χημικό, το οποίο αφαιρεί οποιοδήποτε σωματίδιο ασημιού δεν χρησιμοποιήθηκε. Τέλος, το βερνικώνει από τη μια πλευρά με βερνίκι που φτιάχνει ο ίδιος, και το ασφαλτώνει από την άλλη, ώστε να δημιουργήσει ένα μαύρο φόντο που θα έρχεται σε αντίθεση με το ασήμι, διαγράφοντας τη φωτογραφία.
 
Το φόντο κάνει τις περιοχές του αρνητικού που δεν υπήρχε ασήμι να μαυρίζουν, ενώ εκεί όπου υπήρχε, δημιουργούνται ανοιχτόχρωμοι τόνοι.
 
Ο Δημήτριος ξεκίνησε το ταξίδι του στον χώρο αυτό, προσπαθώντας παράλληλα να καταρρίψει τον μύθο που τον ώθησε να φτιάξει τη δική του large format camera.
 
«Στον κλάδο μας επικρατεί η γενικότερη αντίληψη ότι οι καλές φωτογραφίες απαιτούν ακριβή φωτογραφική μηχανή ή ότι ένας καλός φωτογράφος πρέπει να αγοράσει μηχανή αξίας μέχρι και 5000 ευρώ για να αναδείξει τη δουλειά του», αναφέρει. Και προσθέτει: «Η αληθινή φωτογραφία δεν έχει καμία σχέση με τον εξοπλισμό και έτσι αποφάσισα να φτιάξω τη δική μου. Χωρίς τεχνολογία και ψηφιακή επεξεργασία, αν εγώ έχω καλό αποτέλεσμα δεν μπορεί κανείς να πει ότι είναι λόγω της ακριβής φωτογραφικής μου μηχανής. Ξεκίνησα από το μηδέν, με δέκα κομμάτια ξύλο και ένα φακό του 1940».
 
Έτσι, μετά από 15 χρόνια ενεργού απασχόλησης με τη φωτογραφία, ο Δημήτριος, κάνοντας το πρώτο του πορτραίτο με τη δική του φωτογραφική μηχανή και την τεχνική που τον γοήτευσε τόσο, ανακάλυψε πού πραγματικά ανήκει.
 
«Νοιώθω πολύ διαφορετικά τώρα, από το ξεκίνημά μου. Όταν άρχισα μου άρεσε η στιγμή που αποτύπωνα, ενώ τώρα με γοητεύει η τεχνική, γι’ αυτό πολλές φορές λέω ότι κάνω τεχνική, όχι τέχνη. Μου αρέσει ο έλεγχος που μπορώ να έχω πάνω στη δουλειά μου μέσω αυτής της διαδικασίας και θέλω οι φωτογραφίες μου να μιλάνε μονάχα με το βλέμμα εκείνου που φωτογραφίζω».
 
Την περισσότερη ζήτηση έχουν τα πορτραίτα με διαστάσεις 20x25, καθώς είναι πιο βολικά και εύκολα στη διαχείρισή τους, σε αντίθεση με τα μεγαλύτερα μεγέθη, όπως 60x50, λόγω του κόστους των χημικών και της ποσότητας που χρειάζονται. Αυτή τη στιγμή, υπάρχουν, περίπου, 2000 wet plate photographers στον κόσμο, που δουλεύουν με αυτές τις διαστάσεις. Το wet plate photography θεωρείται λαϊκή τέχνη, καθώς δεν υπάρχουν σχολές που να διδάσκουν αυτή την τεχνική. Οι ίδιοι οι φωτογράφοι που την υπηρετούν, συνδέονται και επικοινωνούν μεταξύ τους μέσω διαδικτυακών φόρουμ και Μέσων κοινωνικής δικτύωσης, για να εξελιχθούν και να βοηθηθούν. Εκτός από το στούντιο, που διαθέτει στη Λάρνακα, ο Δημήτριος εκθέτει τα δημιουργήματά του στην Bluchip gallery, του Radisson Blu Hotel στη Λάρνακα. Εκεί διαθέτει επιπλέον εξοπλισμό, που του επιτρέπει να φτιάχνει τα πορτραίτα των πελατών που το επιθυμούν εκείνη τη στιγμή στην γκαλερί, ενώ στα μελλοντικά του σχέδια είναι κι ένα αυτοσχέδιο κινητό στούντιο.
 
«Αυτό το είδος της φωτογραφίας έχει ψυχή», επισημαίνει καταλήγοντας και εξηγεί: «Αιχμαλωτίζει ένα άλλο είδος φωτός, που δεν το βλέπουν τα μάτια σου. Εγώ μεταφράζω, δηλαδή, το πώς φωτίζεται κάποιος από τις υπεριώδεις ακτίνες και του το δείχνω μέσα από τη φωτογραφία που θα παραδώσω, κάτι που αλλιώς δεν μπορεί να διακρίνει. Αντίθετα, η ψηφιακή φωτογραφία δεν μπορεί να αποτυπώσει ούτε την υπέρυθρη ούτε την υπεριώδη ακτινοβολία».
 
*Το ρεπορτάζ δημοσιεύθηκε στο τεύχος Ιουνίου του περιοδικού In Business
Σχολιάστε την Είδηση
Πίσω στην αρχή της σελίδας