Απαραίτητη η επίδειξη Ύψιστης Καλής Πίστης κατά το προσυμβατικό στάδιο των ασφαλιστικών συμβάσεων

Απαραίτητη η επίδειξη Ύψιστης Καλής Πίστης κατά το προσυμβατικό στάδιο των ασφαλιστικών συμβάσεων

Απαραίτητη η επίδειξη Ύψιστης Καλής Πίστης κατά το προσυμβατικό στάδιο των ασφαλιστικών συμβάσεων

H επίδειξη ύψιστης καλής πίστης κατά το προσυμβατικό στάδιο των ασφαλιστικών συμβάσεων είναι απαραίτητη ούτως ώστε να μην διακινδυνευθεί η εγκυρότητα και η ισχύς του ασφαλιστήριου συμβολαίου. 

RELATED ARTICLES


 
Είναι γνωστό ότι οι ασφαλιστικές συμβάσεις εμπίπτουν στην κατηγορία των συμβάσεων ‘uberrimae fidei’ οι οποίες βασίζονται στην αρχή της ύψιστης καλής πίστης που πρέπει να επιδεικνύεται μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών. Η αρχή της ύψιστης καλής πίστης επιβάλλει, μεταξύ άλλων, σε κάθε υποψήφιο ασφαλιζόμενο κατά το προσυμβατικό στάδιο ήτοι, κατά τη συμπλήρωση της αίτησης ασφάλισης και εν πάσει περιπτώσει πριν την έκδοση του ασφαλιστήριου συμβολαίου, να αποκαλύψει στην ασφαλιστική εταιρεία όλα τα ουσιώδη γεγονότα που ενδεχομένως να οδηγήσουν την εταιρεία εις την αποδοχή της πρότασης του για ασφάλιση και κατ’ επέκταση εις την έκδοση του ασφαλιστήριου συμβολαίου. Ενδεχόμενη αποτυχία του ασφαλιζόμενου να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις αποκάλυψης ουσιωδών πληροφορίων μπορεί να παρασύρει την ασφαλιστική σύμβαση σε ακυρότητα, αφήνοντας τον ασφαλιζόμενο - δικαιολογημένα μεν (με βάση την υφιστάμενη νομολογία) - χωρίς ασφαλιστική κάλυψη.

Είναι, συνεπώς, ύψιστης σημασίας η διευκρίνιση του τι αποτελεί ουσιώδες γεγονός και πότε μπορεί η απόκρυψη ενός ασήμαντου γεγονότος να θέσει υπό αμφισβήτηση την ισχύ και εγκυρότητα του ασφαλιστήριου συμβολαίου.
 
Τι αποτελεί ουσιώδες γεγονός
Το κριτήριο του τι συνιστά ουσιώδες γεγονός έχει καθοριστεί με βάση τη νομολογία ως ένα γεγονός το οποίο θα επηρεάσει την κρίση ενός συνετού ασφαλιστή κατά τον καθορισμό του ασφαλίστρου ή κατά τη λήψη της απόφασης του τελευταίου εις την ανάληψη του κινδύνου.

Με βάση τη νομολογία δηλαδή, λαμβάνεται υπόψη το πώς θα αντιδρούσε ένας υποθετικός συνετός ασφαλιστής – και όχι ο ενδιαφερόμενος ασφαλιστής – εις την πληροφόρηση (ή/και την απουσία αυτής) που λαμβάνει από τον ασφαλισμένο. 

Ένα γεγονός δεν αποδεικνύεται ότι είναι ουσιώδες απλώς και μόνο γιατί ο συγκεκριμένος ασφαλιστής καταθέτει ότι προσωπικά θα το θεωρούσε ουσιώδες. Το κριτήριο είναι αντικειμενικό και θα πρέπει να καταδειχθεί ότι η παράλειψη αποκάλυψης του εν λόγω γεγονότος επηρέασε την κρίση του ασφαλιστή σε βαθμό που τον έχει οδηγήσει εις την δημιουργία συμβατικής σχέσης με τον υποψήφιο ασφαλιζόμενο ενώ αν κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων υπήρχε πλήρης αποκάλυψη γεγονότων (από πλευράς ασφαλισμένου), θα προκαλούσε σε κάθε συνετό ασφαλιστή να μην προχωρήσει στην ασφάλιση ή θα προχωρούσε με διαφορετικούς όρους (π.χ. αυξημένο ασφάλιστρο).

Στην έννοια δε της γνώσης ουσιωδών γεγονότων τα οποία ο ασφαλιζόμενος καλείται να αποκαλύψει περιλαμβάνεται και η εθελοτυφλία (Nelsonian blindness) του ασφαλιζόμενου αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα, η οπoία δεν αποτελεί εκδήλωση απλώς αδιαφορίας ως προς ένα συγκεκριμένο γεγονός αλλά επίγνωση γεγονότων. Για παράδειγμα εάν ο υποψήφιος ασφαλιζόμενος κατά τη διάρκεια συμπλήρωσης της αίτησης του προς ασφάλιση και  πριν την έκδοση του ασφαλιστήριου συμβολαίου έχει συμπτώματα ασθένειας, τα οποία χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης ή ιατρικής εξέτασης, αλλά ο τελευταίος αμελεί ή παραλείπει να το πράξει με σκοπό την αποφυγή σχετικής διάγνωσης, τότε η μη αποκάλυψη της ύπαρξης των συμπτωμάτων μπορεί να οδηγήσει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο σε ακυρότητα.
 
Πότε η απόκρυψη ενός ασήμαντου γεγονότος μπορεί να οδηγήσει στην ακυρότητα του ασφαλιστηρίου
Μπορεί η απόρριψη ασφαλιστικής κάλυψης και η ακύρωση του ασφαλιστήριου συμβολαίου για απόκρυψη ουσιωδών πληροφοριών να θεωρείται (υπό τις περιστάσεις) δικαιολογημένη αφού θα φέρει τον ασφαλιζόμενο αντιμέτωπο με τις συνέπειες των πράξεων του,  σε καμία όμως περίπτωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δίκαιη ανάλογη αντιμετώπιση στις περιπτώσεις όπου η απόκρυψη αφορά επουσιώδες γεγονός.

Αυτό μπορεί να συμβεί όταν στο ερωτηματολόγιο που περιέχεται στην αίτηση για ασφάλιση  συμπεριληφθεί σχετικό λεκτικό στο τέλος αυτής όπου δηλώνεται από τον ασφαλιζόμενο ότι οι απαντήσεις του στις συγκεκριμένες ερωτήσεις του ερωτηματολογίου είναι ειλικρινείς και ότι δεν έχει αποκρύψει οποιοδήποτε γεγονός που θα επηρέαζε την κρίση του ασφαλιστή. Τέτοιος όρος καθιστά την ακρίβεια όλων των δηλώσεων που γίνονται κατά τις διαπραγματεύσεις, ουσιώδη όρο της σύμβασης και κατ’ επέκταση τη βάση της σύμβασης (basis of the contract clause) με αποτέλεσμα να μην κρίνεται αναγκαίο από την ασφαλιστική εταιρεία να εξετάσει εάν το αποκρυβέν ή ανακριβές γεγονός είναι ουσιώδες ή όχι.  Η συμπερίληψη του πιο πάνω όρου στην αίτηση ασφάλισης δίδει τη δυνατότητα στην ασφαλιστική εταιρεία όχι μόνο να αρνηθεί την κάλυψη συγκεκριμένης απαίτησης αλλά να ακυρώσει το ασφαλιστήριο συμβόλαιο εξ υπαρχής (void ab initio).
Λίγοι ασφαλιζόμενοι είναι γνώστες των σοβαρών συνεπειών που μπορεί να επιφέρει η συμπερίληψη τέτοιου όρου στις αιτήσεις ασφάλισης. Η πλειοψηφία των ασφαλιζομένων, δεν είναι σε θέση να τις γνωρίζει  με αποτέλεσμα να διατρέχουν τον κίνδυνο να μείνουν ανασφάλιστοι τη στιγμή που έχουν ανάγκη περισσότερο από ποτέ την ασφαλιστική κάλυψη.

Δεν είναι τυχαίο που σε άλλες χώρες (βλ. Αγγλία) η ασφαλιστική βιομηχανία δέχτηκε σοβαρή κριτική για τη συμπερίληψη τέτοιων όρων στις αιτήσεις ασφάλισης με αποτέλεσμα τέτοιοι όροι (basis of the contract clauses) να έχουν απαγορευθεί μέσω των  νομοθεσιών Consumer Insurance (Disclosure and Representations) Act 2012 και Insurance Act 2015.
 
Ανάγκη για τροποποίηση
Αυτό που προκύπτει από τα ανωτέρω είναι ότι θα πρέπει να γίνουν ανάλογες τροποποιήσεις τόσες στις πρακτικές που ακολουθεί η ασφαλιστική βιομηχανία όσο και στην κυπριακή νομολογία, ούτως ώστε οι συνέπειες μη αποκάλυψης γεγονότων να είναι μεν τιμωρητικές προς κάθε ασφαλιζόμενο ο οποίος ενεργεί με το συγκεκριμένο τρόπο  αλλά και αναλογικές δε, αφού με την υφιστάμενη νομολογία και πρακτική, ασφαλιζόμενος ο οποίος ενήργησε με δόλιο τρόπο θα έχει σχεδόν τις ίδιες συνέπειες με ασφαλιζόμενο του οποίου η απόκρυψη ήταν συνέπεια απλού λάθους ή παράλειψης.

Η Κύπρος έχει τις υποδομές να ακολουθήσει το παράδειγμα της Αγγλίας, η οποία προέβηκε στις ανάλογες τροποποιήσεις παραθέτοντας αναλογικές θεραπείες σε περίπτωση απόκρυψης γεγονότων και απαγόρευσης της χρήσης των όρων που αποτελούν τη βάση της σύμβασης (basis of the contract clauses) ούτως ώστε να προστατεύσει τους ασφαλιζόμενους/καταναλωτές και παράλληλα να διασώσει την εγκυρότητα και ισχύ των ασφαλιστήριων συμβολαίων.
 

* H Έλενα Μιχαηλίδου είναι Partner της Χάρης Κυριακίδης ΔΕΠΕ και εργάζεται στο Τμήμα Ασφαλιστικού Δικαίου και Προσωπικών Ζημιών. Διαθέτει εκτεταμένη εμπειρία στην διαχείριση απαιτητικών αστικών υποθέσεων, με εξειδίκευση σε αξιώσεις ασφαλιστικού δίκαιου και προσωπικών ζημιών καθώς και αξιώσεις ιατρικής αμέλειας. Έχει τακτικά αντιπροσωπεύσει ασφαλιστικές εταιρείες και ενάγοντες ενώπιων των Κυπριακών Δικαστηρίων και έχει συχνά συμβουλεύσει πελάτες σε ευρύ φάσμα ζητημάτων δικαίου ασφάλισης και αντασφάλισης.
 
 
Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
Πίσω στην αρχή της σελίδας