powered by cbn INB-DIGITAL-EDITIONS LOGO-PNG-108

GSI: Όφελος έως 138 εκατ. ευρώ τον χρόνο για τους καταναλωτές - Μεγαλύτερο το κέρδος για την Κύπρο

Ηλεκτρική ενέργεια με χαμηλότερο κόστος, λιγότερες απώλειες από την αναγκαστική περικοπή πράσινης παραγωγής και ετήσιο όφελος που μπορεί να φτάσει τα 138 εκατ. ευρώ για τους καταναλωτές, κυρίως της Κύπρου.

Αυτά είναι τα βασικά αποτελέσματα που προκύπτουν για την ηλεκτρική διασύνδεση Κύπρου-Ελλάδας από προσομοίωση της λειτουργίας των δύο ηλεκτρικών συστημάτων με ορίζοντα το 2035.

Η ανάλυση, την οποία παρουσίασε χθες στο συνέδριο του Ινστιτούτου Ενέργειας Νοτιοανατολικής Ευρώπης (ΙΕΝΕ) ο καθηγητής στο ΑΠΘ, Παντελής Μπίσκας, αναδεικνύει μια παράμετρο με ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την οικονομική αξιολόγηση του Great Sea Interconnector.

Μεγάλος μεγάλο μέρος της εξοικονόμησης φαίνεται να επιτυγχάνεται ήδη από τα πρώτα 500 MW μεταφορικής ικανότητας, χωρίς η περαιτέρω αύξηση της ισχύος να οδηγεί σε ανάλογη διεύρυνση των ωφελειών.

Για να αποτιμηθεί η επίδραση του έργου, εξετάστηκαν διαφορετικές συνθήκες λειτουργίας των δύο αγορών ηλεκτρικής ενέργειας. Ως σημείο αναφοράς χρησιμοποιήθηκε ένα σύστημα χωρίς ηλεκτρική σύνδεση, ενώ στη συνέχεια αξιολογήθηκαν τρία επίπεδα δυναμικότητας για το καλώδιο (500 MW, 750 MW και 1.000 MW).

Στο μικροσκόπιο της μελέτης μπήκε και το ενδεχόμενο πρόσβασης της Κύπρου σε φυσικό αέριο χαμηλότερου κόστους από αυτό που χρησιμοποιούν οι ελληνικές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής.

Η παράμετρος αυτή αποδεικνύεται κρίσιμη, καθώς επηρεάζει την οικονομική αξία της ανταλλαγής ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ των δύο χωρών. Η εικόνα που προκύπτει είναι ότι η διασύνδεση μπορεί να περιορίσει το κόστος ηλεκτροδότησης, με ιδιαίτερα σημαντική επίδραση για την κυπριακή αγορά, ενώ ταυτόχρονα διευκολύνει την απορρόφηση μεγαλύτερων ποσοτήτων ενέργειας από ανανεώσιμες πηγές.

Το τελευταίο αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε ένα περιβάλλον αυξανόμενης διείσδυσης των ΑΠΕ, όπου η αδυναμία απορρόφησης της παραγωγής οδηγεί σε περικοπές.

Ωστόσο, τα οφέλη δεν αυξάνονται αναλογικά με τη δυναμικότητα του καλωδίου. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της προσομοίωσης, η μετάβαση από τα 500 MW σε υψηλότερα επίπεδα ισχύος προσφέρει μικρότερη πρόσθετη οικονομική απόδοση σε σχέση με το αρχικό όφελος της διασύνδεσης. Αντίστοιχα, η δυνατότητα προμήθειας φθηνότερου φυσικού αερίου από την Κύπρο περιορίζει την εξοικονόμηση που αποδίδεται στην ηλεκτρική σύνδεση.

Στην Κύπρο το μεγάλο ενεργειακό «μέρισμα»

Η Κύπρος συγκεντρώνει τη μερίδα του λέοντος από την εξοικονόμηση που μπορεί να προκύψει από τη λειτουργία του Great Sea Interconnector. Στα εξεταζόμενα σενάρια, το ετήσιο όφελος για τους καταναλωτές των δύο χωρών υπολογίζεται σε 122,7 έως 138,1 εκατ. ευρώ, με την κυπριακή αγορά να απορροφά σχεδόν το σύνολο της οικονομικής ωφέλειας.

Ενδεικτικό είναι το σενάριο μεταφορικής ικανότητας 500 MW, όπου η εξοικονόμηση στην Κύπρο φτάνει τα 123,7 εκατ. ευρώ, έναντι συνολικού οφέλους 138,1 εκατ. ευρώ για τις δύο χώρες. Με άλλα λόγια, περίπου το 90% των κερδών κατευθύνεται στην κυπριακή αγορά.

Η εικόνα, πάντως, δεν βελτιώνεται γραμμικά όσο αυξάνεται η ισχύς της διασύνδεσης. Στα 750 MW, το ετήσιο όφελος για την Κύπρο ανεβαίνει στα 126,6 εκατ. ευρώ, για να υποχωρήσει στα 123,6 εκατ. ευρώ στο σενάριο των 1.000 MW. Η επίδραση αποτυπώνεται και στο μέσο κόστος προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας.

Για την Κύπρο, στο σενάριο των 500 MW, αυτό υποχωρεί από τα 120,49 στα 99,14 ευρώ/MWh, καταγράφοντας μείωση περίπου 21,3 ευρώ/MWh ή 18%. Στους υπολογισμούς περιλαμβάνονται και οι χρεώσεις επιμέρους κόστη που απαιτούνται για να λειτουργεί ομαλά και με ασφάλεια το ηλεκτρικό σύστημα, τις οποίες λαμβάνει υπόψη η μελέτη όπως είναι το κόστος απωλειών, διατήρησης εφεδρειών κλπ.

Αντίθετα, για την ελληνική αγορά η μεταβολή του μέσου κόστους προμήθειας είναι πρακτικά αμελητέα. Ανάλογα με το εξεταζόμενο σενάριο, κυμαίνεται από μείωση 0,2% έως οριακή αύξηση 0,1%, στοιχείο που αναδεικνύει την ασύμμετρη κατανομή των οικονομικών ωφελειών μεταξύ των δύο χωρών.

Σύγκλιση τιμών με 500 MW

Σε επίπεδο αγοράς επόμενης ημέρας, η σταθμισμένη με βάση το φορτίο τιμή στην Κύπρο υποχωρεί από 112 σε 90,5 ευρώ/MWh με διασύνδεση 500 MW. Για την Ελλάδα, η επίπτωση είναι οριακή, καθώς η μέση τιμή στην αγορά επόμενης ημέρας αυξάνεται κατά μόλις 0,4-0,5 ευρώ/MWh. Στο σενάριο των 500 MW, ειδικότερα, διαμορφώνεται από 90,6 σε 91 ευρώ/MWh.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η σύγκλιση των χονδρεμπορικών τιμών των δύο αγορών. Σύμφωνα με την προσομοίωση, με διασύνδεση 500 MW οι τιμές Ελλάδας και Κύπρου εξισώνονται για 8.151 ώρες τον χρόνο, δηλαδή για περίπου το 93% των ωρών του έτους. Το ποσοστό αυξάνεται στο 99,6% με δυναμικότητα 750 MW, ενώ φτάνει στο 100% με διασύνδεση 1.000 MW.

Το εύρημα δείχνει ότι ακόμη και η αρχική δυναμικότητα των 500 MW μπορεί να εξασφαλίσει σχεδόν συνεχή σύγκλιση των δύο αγορών, περιορίζοντας σημαντικά τις αποκλίσεις στις χονδρεμπορικές τιμές.

Η διασύνδεση επιτρέπει στην Κύπρο να περιορίσει την ακριβότερη εγχώρια ηλεκτροπαραγωγή, καλύπτοντας μέρος των αναγκών της με εισαγωγές από την Ελλάδα. Με βάση τις προσομοιώσεις, οι καθαρές εισαγωγές της Κύπρου εκτιμώνται σε 1,53-1,60 TWh ετησίως, ποσότητα που αντιστοιχεί στο 26%–27% της συνολικής ζήτησης.

Λιγότερο ψαλίδι στην πράσινη ηλεκτροπαραγωγή

Ένα ακόμη όφελος της ηλεκτρικής σύνδεσης αφορά τη δυνατότητα αξιοποίησης μεγαλύτερου μέρους της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, περιορίζοντας την ανάγκη περικοπών όταν η διαθέσιμη ενέργεια δεν μπορεί να απορροφηθεί από το σύστημα.

Η επίδραση είναι εντονότερη στην Κύπρο, όπου το ποσοστό των περικοπών ΑΠΕ υποχωρεί από 11,8% χωρίς τη διασύνδεση σε περίπου 4,5%. Στην Ελλάδα, η αντίστοιχη μείωση είναι πιο περιορισμένη, από 3,1% σε περίπου 2,9%.

Καθοριστικό ρόλο παίζουν οι διαφορετικές καιρικές συνθήκες και τα προφίλ παραγωγής των δύο χωρών, που δημιουργούν περιθώρια ανταλλαγής πλεονάζουσας ενέργειας. Στο εναλλακτικό σενάριο φθηνότερου φυσικού αερίου, οι περικοπές ΑΠΕ στην Κύπρο περιορίζονται περαιτέρω, στο 3,5%–3,8%, έναντι 4,5%–5,3% στο βασικό σενάριο.

Το φθηνότερο αέριο ψαλιδίζει το όφελος

Η εξίσωση αλλάζει αισθητά εάν η Κύπρος αποκτήσει πρόσβαση σε φυσικό αέριο χαμηλότερου κόστους. Στο βασικό μοντέλο για το 2035, η τιμή του καυσίμου υπολογίζεται σε περίπου 28 ευρώ/MWh. Στην εναλλακτική εκδοχή, η τιμή στο νησί υποχωρεί στα 18 ευρώ/MWh, ενώ για την Ελλάδα παραμένει σταθερή.

Η διαφορά αυτή ενισχύει την ανταγωνιστικότητα των κυπριακών μονάδων ηλεκτροπαραγωγής με καύσιμο φυσικό αέριο, μεταβάλλοντας τις ροές ηλεκτρικής ενέργειας μεταξύ των δύο αγορών. Οι καθαρές εισαγωγές της Κύπρου περιορίζονται έτσι περίπου στο μισό, από 1,6 TWh σε 0,8 TWh ετησίως, καθώς μεγαλύτερο μέρος της εγχώριας ζήτησης μπορεί να καλυφθεί από την τοπική παραγωγή.

Η εξέλιξη έχει άμεσο αντίκτυπο στην οικονομική απόδοση της διασύνδεσης. Η εξοικονόμηση για τους καταναλωτές διατηρείται, αλλά περιορίζεται στα 40–50 εκατ. ευρώ ετησίως, δηλαδή περίπου στο ένα τρίτο του οφέλους που προκύπτει στο βασικό σενάριο. Από το ποσό αυτό, 16-23 εκατ. ευρώ αντιστοιχούν στην Ελλάδα και 23–27 εκατ. ευρώ στην Κύπρο. Παρά τη μείωση της συνολικής εξοικονόμησης, το τελικό κόστος προμήθειας ηλεκτρικής ενέργειας στην κυπριακή αγορά διαμορφώνεται στα 98-99 ευρώ/MWh και στα δύο σενάρια.

Ανάλογη είναι η εικόνα και στο κόστος καυσίμων. Η ετήσια εξοικονόμηση διαμορφώνεται πλέον σε 18-21 εκατ. ευρώ, έναντι 61-62 εκατ. ευρώ στο βασικό σενάριο. Τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι η οικονομική αξία του GSI δεν εξαρτάται μόνο από τη δυναμικότητα του καλωδίου, αλλά και από τις τιμές των καυσίμων που καθορίζουν την ανταγωνιστικότητα των μονάδων ηλεκτροπαραγωγής.

Σύμφωνα με την παρουσίαση, η λειτουργία της διασύνδεσης συνοδεύεται επίσης από ετήσια μείωση των εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα κατά 224.000-243.000 τόνους.

Πηγή: OT.gr

Ροή Ειδήσεων

Hellenic Bank Χορηγός Ροής INB
ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ