Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με το ενδεχόμενο ενός ακόμη χειμώνα υψηλού ενεργειακού κόστους, καθώς η παρατεταμένη γεωπολιτική κρίση ανατρέπει τις ισορροπίες στις διεθνείς αγορές πετρελαίου και φυσικού αερίου. Η αβεβαιότητα για την τροφοδοσία, οι αυξημένες μεταφορικές δαπάνες και η περιορισμένη δυνατότητα άμεσης αναπλήρωσης των ενεργειακών αποθεμάτων δημιουργούν ένα ιδιαίτερα δύσκολο περιβάλλον για κυβερνήσεις, επιχειρήσεις και καταναλωτές.
Για την Ελλάδα, πάντως, η μεγαλύτερη απειλή δεν φαίνεται να είναι η έλλειψη καυσίμων ή φυσικού αερίου, αλλά το κόστος με το οποίο αυτά θα φτάσουν στην αγορά. Η χώρα διαθέτει σημαντικές υποδομές διύλισης και διαφοροποιημένες πηγές προμήθειας, στοιχεία που ενισχύουν την ασφάλεια εφοδιασμού, χωρίς όμως να την προστατεύουν από τις διεθνείς ανατιμήσεις.
Το μέγεθος της πίεσης αποτυπώνεται στις μεταβολές των τελευταίων οκτώ μηνών. Το αργό πετρέλαιο έχει ανατιμηθεί κατά 43% και τα διυλισμένα προϊόντα κατά 83%, ενώ στην ελληνική αγορά οι τιμές της βενζίνης έχουν αυξηθεί κατά 27% και του ντίζελ κατά 41%.
Ακόμη εντονότερη είναι η αναστάτωση στο φυσικό αέριο, με την τιμή στον ευρωπαϊκό κόμβο TTF να έχει υπερδιπλασιαστεί σε σχέση με τα επίπεδα πριν από την κρίση, παραμένοντας πάνω από τα 70 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Η μεγάλη δοκιμασία για νοικοκυριά και επιχειρήσεις
Η άνοδος των ενεργειακών τιμών μεταφέρεται σταδιακά σε ολόκληρη την οικονομία. Οι λογαριασμοί ηλεκτρικού ρεύματος, οι δαπάνες θέρμανσης, το κόστος μεταφορών και η λειτουργία των βιομηχανικών εγκαταστάσεων επηρεάζονται από τις ίδιες διεθνείς πιέσεις.
Ιδιαίτερα ευάλωτες εμφανίζονται οι ενεργοβόρες επιχειρήσεις, για τις οποίες μια παρατεταμένη περίοδος ακριβού φυσικού αερίου μπορεί να περιορίσει σημαντικά τα περιθώρια κέρδους και την ανταγωνιστικότητα.
Ο καιρός αναδεικνύεται σε καθοριστικό παράγοντα για την πορεία των τιμών. Ένας ήπιος χειμώνας θα μπορούσε να συγκρατήσει τη ζήτηση και να περιορίσει τις πρόσθετες επιβαρύνσεις. Αντίθετα, μια παρατεταμένη περίοδος χαμηλών θερμοκρασιών θα αυξήσει την κατανάλωση, εντείνοντας τον ανταγωνισμό για διαθέσιμα φορτία φυσικού αερίου.
Η εξέλιξη αυτή θα επηρεάσει άμεσα και την ηλεκτρική ενέργεια, καθώς το φυσικό αέριο εξακολουθεί να διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση των χονδρεμπορικών τιμών.
Το ελληνικό πλεονέκτημα στον εφοδιασμό
Παρά τις δυσμενείς διεθνείς συνθήκες, η Ελλάδα διαθέτει ένα σημαντικό πλεονέκτημα έναντι άλλων ευρωπαϊκών οικονομιών: τη διατήρηση ισχυρής εγχώριας διυλιστικής δραστηριότητας.
Τα τέσσερα διυλιστήρια της χώρας, τρία της HELLENiQ ENERGY και ένα της Motor Oil, συνέχισαν τα προηγούμενα χρόνια να επενδύουν στον εκσυγχρονισμό των εγκαταστάσεών τους, παράλληλα με την ανάπτυξη δραστηριοτήτων χαμηλότερου ανθρακικού αποτυπώματος.
Η επιλογή αυτή ενίσχυσε την ικανότητα της εγχώριας αγοράς να ανταποκρίνεται σε διαταραχές της διεθνούς εφοδιαστικής αλυσίδας.
Την ίδια στιγμή, η διαφοροποίηση των προμηθευτών επιτρέπει την αναζήτηση φορτίων από διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές, όπως η Βόρεια Αφρική, η Βόρεια Ευρώπη, το Καζακστάν, οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Λατινική Αμερική.
Ωστόσο, η μεγαλύτερη γεωγραφική απόσταση αυξάνει τα ναύλα και δεσμεύει για περισσότερο χρόνο τα διαθέσιμα δεξαμενόπλοια. Έτσι, ακόμη και όταν υπάρχουν επαρκείς ποσότητες καυσίμων, η μεταφορά τους γίνεται ακριβότερη, επιβαρύνοντας τελικά τις τιμές λιανικής.
Ανάλογη εικόνα διαμορφώνεται στο φυσικό αέριο, όπου η παρουσία της Metlen και της ΔΕΠΑ, σε συνδυασμό με τις υποδομές εισαγωγής, προσφέρει πρόσθετη ευελιξία στην κάλυψη των αναγκών της Ελλάδας.
Η ευρωπαϊκή παρέμβαση και το ρωσικό αέριο
Μπροστά στον κίνδυνο περαιτέρω ανατιμήσεων, οι χώρες του G7 αποφάσισαν τη συντονισμένη διάθεση έως 100 εκατομμυρίων βαρελιών από στρατηγικά αποθέματα, με ορίζοντα τεσσάρων μηνών.
Στόχος είναι η ενίσχυση της προσφοράς και η αποκλιμάκωση των πιέσεων, ιδιαίτερα στην αγορά ντίζελ. Παράλληλα, οι επτά μεγαλύτερες ανεπτυγμένες οικονομίες δεσμεύθηκαν να διατηρήσουν ανοικτές τις μεταξύ τους ενεργειακές εμπορικές ροές.
Η παρέμβαση μπορεί να προσφέρει προσωρινή ανακούφιση, αλλά δεν αντιμετωπίζει τις βαθύτερες αιτίες της κρίσης.
Σημαντική εκκρεμότητα αποτελεί και η σταδιακή απομάκρυνση του ρωσικού φυσικού αερίου από την ευρωπαϊκή αγορά. Η προγραμματισμένη διακοπή του ρωσικού LNG στο τέλος του έτους και των εισαγωγών μέσω αγωγών τον Νοέμβριο του 2027 αυξάνει την ανάγκη εξασφάλισης εναλλακτικών ποσοτήτων.
Οι ανησυχίες εντείνονται από τη μειωμένη διαθεσιμότητα καταριανού LNG, γεγονός που επηρεάζει τις προσδοκίες των επενδυτών ακόμη και όταν δεν καταγράφεται άμεσο έλλειμμα προσφοράς.
Το κόστος των γεωπολιτικών ανατροπών
Η σημερινή κρίση είναι περισσότερο σύνθετη από προηγούμενες ενεργειακές αναταράξεις. Οι δυσκολίες διέλευσης από τα Στενά του Ορμούζ, οι περιορισμοί σε εναλλακτικές θαλάσσιες διαδρομές και οι επιθέσεις σε ενεργειακές εγκαταστάσεις διαμορφώνουν ένα περιβάλλον διαρκούς αβεβαιότητας.
Επιπλέον, η μείωση της ευρωπαϊκής διυλιστικής ικανότητας κατά 21% έχει περιορίσει τη δυνατότητα της ηπείρου να καλύπτει με εγχώρια παραγωγή τις ανάγκες της σε επεξεργασμένα καύσιμα.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση εξετάζει πλέον και μέτρα περιορισμού της ενεργειακής ζήτησης, καθώς η επιβάρυνση από τις αυξήσεις των καυσίμων εκτιμάται ήδη στα 100 δις ευρώ.
Για τις κυβερνήσεις, το δίλημμα γίνεται ολοένα δυσκολότερο: προστασία της αγοραστικής δύναμης και της βιομηχανίας, χωρίς υπέρμετρη δημοσιονομική επιβάρυνση.
Στην Ελλάδα, ενδεχόμενες παρεμβάσεις στήριξης θα πρέπει να συνδυαστούν με τα διαθέσιμα δημοσιονομικά περιθώρια και τους ευρωπαϊκούς κανόνες.
Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η ασφάλεια εφοδιασμού δεν ισοδυναμεί πλέον με προσιτή ενέργεια. Η Ελλάδα μπορεί να διαθέτει τις υποδομές για να αποφύγει ελλείψεις, αλλά η πραγματική δοκιμασία του χειμώνα θα είναι η αντοχή των οικογενειακών προϋπολογισμών και της παραγωγικής οικονομίας απέναντι σε ένα παρατεταμένο κύμα ακρίβειας.







