H Oλομέλεια της Βουλής υπερψήφισε την Πέμπτη το νομοσχέδιο για μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα θέρμανσης. Το μέτρο θα τεθεί σε ισχύ από τις 23 Οκτωβρίου, αντί της 1ης Νοεμβρίου όπως προέβλεπε αρχικά το νομοσχέδιο. Κατά την συζήτηση στην Ολομέλεια διατυπώθηκαν εισηγήσεις για περαιτέρω μέτρα για ελάφρυνση των πολιτών από την ακρίβεια, εκφράστηκαν επικρίσεις για τα υπερέσοδα της Κυβέρνησης ενώ κάποια κόμματα χαιρέτισαν το γεγονός ότι λαμβάνονται "νούσιμα" μέτρα εν μέσω ενός ασταθούς γεωπολιτικού σκηνικού.
Η επίσπευση για εφαρμογή του μέτρου από τα μεσάνυκτα απόψε επήλθε ύστερα από ομόφωνη απόφαση της Επιτροπής Οικονομικών και προβλέπει μείωση του ειδικού φόρου κατανάλωσης στα καύσιμα θέρμανσης κατά 6,39 σεντ το λίτρο, περιλαμβανομένου του ΦΠΑ. Η μείωση θα εφαρμόζεται μέχρι τις 30 Απριλίου 2027.
Συγκεκριμένα το νομοσχέδιο τροποποιεί τον περί Φόρων Κατανάλωσης Νόμο, ώστε να εφαρμοστούν προσωρινά μειωμένοι συντελεστές ειδικού φόρου κατανάλωσης σε προϊόντα συγκεκριμένων κλάσεων καυσίμων θέρμανσης. Η μείωση αφορά τα προϊόντα των κλάσεων 7, 9, 11 και 13 του Πρώτου Παραρτήματος της νομοθεσίας.
Η φορολογική ελάφρυνση ανέρχεται σε 5,373 σεντ ανά λίτρο χωρίς ΦΠΑ και σε 6,39 σεντ ανά λίτρο, περιλαμβανομένου του ΦΠΑ, με το δημοσιονομικό κόστος από την εφαρμογή του μέτρου να ανέρχεται περίπου στα €5,2 εκατομμύρια.
Σύμφωνα με την έκθεση της Επιτροπής Οικονομικών, η παρατεταμένη αβεβαιότητα στις διεθνείς αγορές, σε συνδυασμό με την αναμενόμενη αύξηση της ζήτησης για ενεργειακά προϊόντα κατά τους χειμερινούς μήνες, δημιουργεί πρόσθετες πιέσεις στο κόστος θέρμανσης για τα νοικοκυριά. Ως εκ τούτου λαμβάνονται μέτρα για τον περιορισμό των επιπτώσεων των αυξημένων τιμών των καυσίμων για τη στήριξη των καταναλωτών, ενόψει της χειμερινής περιόδου.
Η Επιτροπή υπενθυμίζει ότι η Κομισιόν σε ενημέρωσή της προς το Eurogroup, ημερομηνίας 18 Μαρτίου, επισημαίνει ότι για αντιμετώπιση της κατάστασης δύναται να εξεταστούν βραχυπρόθεσμα μέτρα στήριξης των νοικοκυριών, τα οποία να είναι στοχευμένα, προσωρινού χαρακτήρα, δημοσιονομικά κοστολογημένα και να μην ενθαρρύνουν την αχρείαστη αύξηση της ζήτησης καυσίμων.







