Την μακροπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο επίπεδο AAA και τη βραχυπρόθεσμη πιστοληπτική αξιολόγηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης στο επίπεδο R-1 (υψηλή), επιβεβαίωσε η Morningstar DBRS παρά την αύξηση του χρέους της Ένωσης.
Σημειώνεται ότι η η προοπτική και των δύο αξιολογήσεων είναι σταθερή, κάτι που αντανακλά την άποψη της Morningstar DBRS για ισχυρή δέσμευση και ικανότητα των κρατών μελών να στηρίξουν την Ένωση παρά το αυξανόμενο χρέος και τους γεωπολιτικούς κινδύνους που επιβαρύνουν τις προοπτικές οικονομικής ανάπτυξης. Συγκεκριμένα, το χρέος της ΕΕ αναμένεται να φθάσει σχεδόν το 1 τρισεκατομμύριο ευρώ το 2026 και να αυξάνεται σταθερά, καθώς τα ανοικτά προγράμματα, και ιδίως το «Next Generation EU» (NGEU), θα δημιουργήσουν υψηλότερο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους στο μέλλον. Ωστόσο, το επιπλέον συμφωνηθέν δημοσιονομικό περιθώριο αυξάνει την ικανότητα της ΕΕ να απορροφά κλυδωνισμούς και διευρύνει το απόθεμα ασφαλείας της Ένωσης για την εξυπηρέτηση του χρέους.
Αμυντικές δαπάνες και δημοσιονομικές προκλήσεις
Όπως σημειώνει ο οίκος, η αύξηση των γεωπολιτικών εντάσεων έχει εντείνει τις πιέσεις για αύξηση των αμυντικών δαπανών, με αρκετές χώρες της ΕΕ να έχουν ήδη αυξήσει τις σχετικές δαπάνες τους μετά την έναρξη του πολέμου μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας. Παράλληλα, η ανακοίνωση της αμερικανικής κυβέρνησης για διακοπή της στρατιωτικής βοήθειας προς την Ουκρανία οδήγησε σε πρόσθετη στήριξη της χώρας από την ΕΕ.
Στο πλαίσιο αυτό, το σχέδιο «ReArm Europe» της ΕΕ βασίζεται στο πρόγραμμα δανείων «Security Action for Europe» (SAFE) και στην ενεργοποίηση της προσωρινής ρήτρας διαφυγής. Το πρόγραμμα SAFE, το οποίο εγκρίθηκε τον Μάιο του 2025, διαθέτει συνολικό προϋπολογισμό ύψους 150 δισ. ευρώ, με τις πρώτες εκταμιεύσεις να έχουν ξεκινήσει τον Μάιο του 2026. Προβλέπει τη χορήγηση μακροπρόθεσμων δανείων στα κράτη μέλη, με δεκαετή περίοδο χάριτος από την εκταμίευση και ορίζοντα αποπληρωμής 35 ετών, ενώ ο δανεισμός θα καλύπτεται από το δημοσιονομικό περιθώριο της ΕΕ.
Η Morningstar DBRS εκτιμά ότι το κοινό σχέδιο της ΕΕ ενισχύει τη συνοχή μεταξύ των κρατών μελών και την αξιοπιστία της προσπάθειας επίτευξης του κοινού στόχου για αύξηση των αμυντικών δαπανών, στο πλαίσιο της δέσμευσης για 5% του ΑΕΠ, χωρίς να τίθεται σε κίνδυνο ο γενικότερος στόχος της πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας.
Παράλληλα, ο οίκος επισημαίνει ότι η δημοσιονομική εξυγίανση των κρατών μελών ενδέχεται να καθυστερήσει λόγω των γεωπολιτικών και οικονομικών προκλήσεων. Σημειώνει ότι η ΕΕ έχει παραχωρήσει μεγαλύτερο δημοσιονομικό περιθώριο στα κράτη μέλη για την αντιμετώπιση των αυξανόμενων αμυντικών δαπανών, μέσω της εθνικής ρήτρας διαφυγής, η οποία επιτρέπει πρόσθετες δαπάνες για την άμυνα έως 1,5% του ΑΕΠ, πέραν των υφιστάμενων δημοσιονομικών δεσμεύσεων.
Ήδη 18 κράτη μέλη έχουν ενεργοποιήσει τη ρήτρα, ωστόσο, μετά την τετραετή μεταβατική περίοδο, οι αυξημένες αμυντικές δαπάνες θα πρέπει να αντισταθμιστούν με μέτρα δημοσιονομικής εξυγίανσης, ώστε να διασφαλιστεί η συνέχιση συνετών δημοσιονομικών πολιτικών.
Σε ό,τι αφορά την ενεργειακή κρίση, η Morningstar DBRS σημειώνει ότι είναι πιθανό να επηρεάσει τα δημοσιονομικά αποτελέσματα των κρατών μελών, ανάλογα με τις πολιτικές που θα ακολουθήσουν οι επιμέρους χώρες και η ΕΕ. Παρότι αρκετά κράτη μέλη έχουν λάβει μέτρα για την προστασία των οικονομιών τους, η ΕΕ δεν έχει μέχρι στιγμής προσφέρει άμεση δημοσιονομική στήριξη, περιοριζόμενη σε μέτρα ρυθμιστικής ευελιξίας.
Τα μέτρα αυτά περιλαμβάνουν φορολογική ευελιξία, χαλάρωση των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις, συντονισμό της αποθήκευσης φυσικού αερίου και προσωρινές προσαρμογές στο Σύστημα Εμπορίας Εκπομπών (ETS), με στόχο να διευκολυνθεί η προσωρινή και στοχευμένη παρέμβαση των κρατών μελών.
Κίνδυνοι υποβάθμισης
Ο οίκος σημειώνει ότι υπάρχει πιθανότητα υποβάθμισης της αξιολόγησης αν συμβεί σημαντική επιδείνωση της πιστοληπτικής ικανότητας ενός μεμονωμένου βασικού μέλους, ιδίως εάν αυτό αποτυπώνει ουσιαστική αποδυνάμωση της συνοχής των βασικών κρατών μελών ή της ισχύος της θεσμικής δέσμευσής τους προς την ΕΕ, αν αυξηθεί το αντιευρωπαϊκό κλίμα που τελικά θα οδηγήσει σε ουσιαστική αύξηση του κινδύνου διάλυσης της ΕΕ καθώς και σε περίπτωση υποβάθμισης της Γερμανίας, κάτι που προς το παρόν θεωρείται απίθανο δεδομένης της σταθερής τάσης της χώρας.
Ο οίκος αξιολογεί θετικά το διαθέσιμο δημοσιονομικό περιθώριο της ΕΕ και τη δέσμευση των κρατών μελών για εισαγωγή νέων ιδίων πόρων με στόχο την αποπληρωμή του χρέους. Σημειώνει επίσης ότι η πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το επόμενο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2028-2034 προβλέπει δαπάνες ύψους 1,76 τρισεκατομμυρίων ευρώ, ενώ το εκτιμώμενο κόστος εξυπηρέτησης του χρέους κατά την ίδια περίοδο ανέρχεται σε περίπου 149 δισ. ευρώ.
Στην αιτιολόγηση της πιστοληπτική αξιολόγησης αναφέρεται ότι οι γεωπολιτικές εντάσεις και ο προστατευτισμός στην παγκόσμια εμπορική πολιτική έχουν αποδυναμώσει την οικονομική προοπτική στην Ευρώπη. Σημειώνεται επίσης ότι η οικονομία της ΕΕ έχει αποδειχθεί πιο ανθεκτική στη σειρά εξωτερικών δυσκολιών κατά το τελευταίο έτος. Ο αντίκτυπος στην ΕΕ από την αύξηση των αμερικανικών δασμών μετριάστηκε από τη εμπορική συμφωνία μεταξύ της ΕΕ και των ΗΠΑ πέρυσι, ενώ οι αλυσίδες εφοδιασμού ενέργειας προσαρμόστηκαν γρήγορα μετά την εκστρατεία βομβαρδισμών των ΗΠΑ και του Ισραήλ στο Ιράν και τους επακόλουθους περιορισμούς στη διαμετακόμιση πετρελαίου και φυσικού αερίου.
Το ΔΝΤ αναθεώρησε προς τα πάνω τις προβλέψεις του για την οικονομική ανάπτυξη στην έκδοση του «Παγκόσμιου Οικονομικού Προοπτικού» (WEO) του Οκτωβρίου 2026 για την ΕΕ (1,4%) και τη ζώνη του ευρώ (1,2%). Ωστόσο, οι προοπτικές για τη μεσοπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη επιβαρύνονται από τις αυξημένες πληθωριστικές πιέσεις και την αδύναμη εμπιστοσύνη των καταναλωτών. Το ΔΝΤ αναμένει ότι η οικονομική δραστηριότητα θα παραμείνει υποτονική τα επόμενα χρόνια, αν και το μέγεθος της μείωσης της οικονομικής παραγωγής θα ποικίλλει μεταξύ των οικονομιών της ΕΕ.







