powered by cbn INB-DIGITAL-EDITIONS LOGO-PNG-108

Great Sea Interconnector: Τελικά, ποιος θα πληρώσει τη νύφη;

Δύο χρόνια πέρασαν από τότε που προειδοποιούσαμε πως το Great Sea Interconnector δεν μπορεί να προχωρήσει με «λευκή επιταγή». Σήμερα, παραμένουμε στο ίδιο έργο θεατές. Διότι παρά τις διακηρύξεις για «κρίσιμης, στρατηγικής και γεωπολιτικής σημασίας έργο» και «παγκόσμιο τεχνικό ορόσημο», τα ερωτήματα γύρω από αυτό παραμένουν αναπάντητα και αδιευκρίνιστα.

Τα ερωτήματα στην περίπτωση του GSI θυμίζουν το γνωστό λαϊκό άσμα. Δεν είναι μόνο αναπάντητα, είναι και παντού. Και μαζί τους εντείνεται η αβεβαιότητα για το ποιος είναι αυτός που θα πληρώσει τελικά τη νύφη. Το χειρότερο απ’ όλα είναι πως κανείς δεν ξέρει πόσα θα αναγράφει στο τέλος η «λυπητερή».

Ο ίδιος ο Υπουργός Οικονομικών ήρθε να επιβεβαιώσει αυτό που εδώ και καιρό αποτελούσε βασική ανησυχία: το κόστος θα ξεπεράσει κατά πολύ το €1,9 δις. Χώρια, τα έξοδα για τη λειτουργία, την ασφάλεια και τη συντήρηση του έργου. Μέχρι λοιπόν να ολοκληρωθεί η επικαιριοποιημένη μελέτη του ΕΤΕπ, ούτε η τελική δαπάνη ούτε η οικονομική βιωσιμότητα μπορούν να θεωρηθούν δεδομένα. Γιατί ακόμα χρειάζεται να συνυπολογιστούν οι υποσταθμοί, ασφαλιστικές καλύψεις, οι υποδομές υποστήριξης, η συντήρηση και τα λειτουργικά έξοδα.

Δεν είναι μόνο ότι το κόστος προσομοιάζει με τη γνωστή φράση «πάμε στο άγνωστο με βάρκα την ελπίδα». Είναι και ότι δεν έχει δοθεί ακόμα πειστική και τεκμηριωμένη  απάντηση εάν όντως θα μειωθεί η τιμή του ηλεκτρισμού για τους Κύπριους καταναλωτές που πληρώνουν ήδη από τα ακριβότερα ρεύματα στην Ευρώπη. Μέχρι και ο Υπουργός Ενέργειας δήλωσε πως δεν αναμένεται να επιφέρει μείωση στην τιμή του ηλεκτρικού ρεύματος, ενώ ο Υπουργός Οικονομικών διερωτήθηκε δημόσια κατά πόσο ένα τόσο κοστοβόρο έργο θα επιφέρει τελικά το επιδιωκόμενο όφελος. Άσχετο εάν η μείωση του κόστους του ηλεκτρικού ρεύματος παρουσιαζόταν μέχρι τώρα ως το βασικό πλεονέκτημα του GSI.

Σε μια περίοδο όπου όλες οι χώρες που θα είναι συνδεδεμένες έχουν περικοπές, πώς ακριβώς θα υπάρχουν σημαντικές εμπορεύσιμες ποσότητες ηλεκτρισμού; Εξ ου και δεν υπάρχει σενάριο όπου η οποιαδήποτε εισαγωγή μειωμένης τιμής ηλεκτρισμού από την Ελλάδα, μπορεί να φέρει περισσότερο όφελος από την επιβάρυνση που θα επέλθει στους λογαριασμούς. Σύμφωνα με παλαιότερη εκτίμηση της ΡΑΕΚ αυτή η επιβάρυνση ανέρχεται στα 3,7 σεντς ανά κιλοβατώρα για τους καταναλωτές, ανάλογα με τη χρήση του καλωδίου και την αποπληρωμή του κόστους. Σε αυτό το κόστος δεν συμπεριλαμβάνεται το κόστος εφεδρείας στην Κύπρο, το οποίο υπολογίζεται άλλα περίπου 0.7 σεντς ανά κιλοβατώρα. Να σημειωθεί ότι το ποσό, μετά την έλευση του φυσικού αερίου και την εγκατάσταση της αποθήκευσης, θα αντιστοιχεί σε αύξηση 30% στη χονδρική τιμή του ηλεκτρισμού. 

Την ίδια ώρα, αυτό που πρέπει επιτακτικά να διασαφηνιστεί είναι πώς ακριβώς αναμένεται να διασφαλιστεί η ενεργειακή ασφάλεια της χώρας, όταν ο έλεγχος διαχείρισης του έργου δεν θα βρίσκεται σε κυπριακά χέρια, όπως επισήμανε ο αντιπρόεδρος της ΡΑΕΚ; Γιατί ναι μεν η είσοδος της γαλλικής Meridiam ως επενδύτριας παρουσιάστηκε με τυμπανοκρουσίες και ως ψήφος εμπιστοσύνης στο έργο, αλλά αυτό δεν αποτελεί πιστοποιητικό βιωσιμότητας. Ούτε απαντά στο πόσα θα κοστίσει συνολικά το έργο, ποιος θα καλύψει το χρηματοδοτικό κενό και ποιο κόστος θα αναλάβει στην τελική ο δύσμοιρος καταναλωτής. Προσθέστε πως άγνωστα παραμένουν επίσης το πλήρες περιεχόμενο της συμφωνίας ΑΔΜΗΕ και Meridiam, ποιος έχει τον πραγματικό έλεγχο του έργου, ποιες ρυθμιστικές εκρεμότητητες υπάρχουν, αλλά και το κυριότερο: τι ισχύει σε περίπτωση ματαίωσης του έργου και πώς προστατεύονται οι Κύπριοι καταναλωτές;

Γιατί άλλο είναι να λες ότι ένα έργο είναι στρατηγικής σημασίας και άλλο να αποδεικνύεις πως είναι οικονομικά βιώσιμο, χρηματοδοτικά ασφαλές και προς όφελος της κοινωνίας. Η Κύπρος δεν έχει την πολυτέλεια να αντιμετωπίζει τέτοια καίρια ζητήματα με επικοινωνιακά συνθήματα. Ο Υπουργός ήταν σαφές. Αν το κόστος αναληφθεί από το κράτος, θα υπάρξουν επιπτώσεις στα δημόσια οικονομικά και τα δημοσιονομικά όρια εντός των οποίων καλείται να κινηθεί η Κυπριακή Δημοκρατία στη βάση του ευρωπαϊκού πλαισίου οικονομικής διακυβέρνησης. Και ας μην ξεχνάμε πως σε αυτή τη δυσεπίλυτη εξίσωση, η Κύπρος έχει αναλάβει το 63% απόσβεσης του έργου.

Οπότε, τι μας μένει όπως πάντα; Να μετακυλιστεί το κόστος στους καταναλωτές. Να θυμίσουμε ωστόσο πως μέχρι προχθές κατηγορήσουμε τους παραγωγούς ΑΠΕ ότι ευθύνονται για το υψηλό κόστος ηλεκτρισμού και αναζητούσαμε τρόπους μείωσης της τιμής, αγνοώντας τα πραγματικά δεδομένα και τις αλυσιδωτές επιπτώσεις που θα είχαμε πλήττοντας την κυπριακή επιχειρηματικότητα, Τώρα όμως ξαφνικά εξετάζουμε πρόθυμα το ενδεχόμενο να αναγκάσουμε νοικοκυριά και επιχειρήσεις να πληρώσουν ακόμα πιο ακριβά την ενέργεια. Λες και το ενεργειακό κόστος δεν πλήττει ήδη αρκετά το διαθέσιμο εισόδημα και την ανταγωνιστικότητά τους.

Και εκεί είναι που έγκειται ακόμα μια κυπριακή παραδοξότητα. Πριν από δύο χρόνια, ζητούσαμε απαντήσεις. Κάποιοι από εμάς τουλάχιστον. Σήμερα, ζητάμε ακριβώς τις ίδιες απαντήσεις. Μόνο που αυτή τη φορά, ο λογαριασμός φαίνεται κατά πολύ μεγαλύτερος. Όσο όμως μεγαλώνει ο λογαριασμός, τόσο πιο επιτακτικό γίνεται το ερώτημα: ποιος στην τελική αναλαμβάνει το ρίσκο και την ευθύνη;

Γιατί δεν γίνεται το επιχειρηματικό ρίσκο να ιδιωτικοποιείται όταν όλα πάνε καλά και να κοινωνικοποιείται όταν κάτι πάει στραβά. Δεν μπορεί οι αποφάσεις να λαμβάνονται με όρους γεωπολιτικής σκοπιμότητας και ο λογαριασμός να αποστέλλεται ελαφρά την καρδία στους καταναλωτές. Πόσο μάλλον όταν αυτή η κοινωνία πληρώνει πολύ ακριβά τα σπασμένα χρόνιων λαθών, παραλείψεων και καθυστερήσεων στον ενεργειακό τομέα.

Το GSI έχει στρατηγική σημασία. Αυτό δεν το αμφισβητήσαμε ποτέ. Όπως δεν παραγνωρίζουμε το γεωπολιτικό ρίσκο. Ούτε τον κίνδυνο ενεργειακής εξάρτησης, αλλά ούτε και τις τεράστιες τεχνικές δυσκολίες δεδομένου ότι δεν έγινε ποτέ σε βάθος αντίστοιχο έργο. Και σίγουρα αυτό το έργο δεν είναι υπεράνω οικονομικού ελέγχου. Αν είναι βιώσιμο, να αποδειχθεί με αριθμούς. Αν μειώνει το κόστος ηλεκτρισμού, να τεκμηριωθεί. Αν δεν επιβαρύνει υπέρμετρα τα δημόσια οικονομικά και τους καταναλωτές, να ξεκαθαριστεί με στοιχεία και δεδομένα. Αν τελικά ο λογαριασμός είναι μεγαλύτερος από ό,τι αρχικά υπολογιζόταν, να μας πουν από τώρα ποιος θα τον πληρώσει. Διότι στο τέλος της ημέρας, όσο κι αν αλλάζουν οι μέτοχοι, οι μελέτες, οι εκτιμήσεις και τα χρονοδιαγράμματα, ένας λογαριασμός παραμένει ένας λογαριασμός. Και όλοι ξέρουμε ποιος είναι αυτός που καλείται να τον πληρώνει πάντα. Χωρίς μάλιστα καν να τον ρωτήσουν.

Ροή Ειδήσεων

Hellenic Bank Χορηγός Ροής INB
ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ