powered by cbn INB-DIGITAL-EDITIONS LOGO-PNG-108

Η άνοδος και η πτώση των ΜΕΔ στην Κύπρο: Επιλύθηκαν, μεταφέρθηκαν ή μετασχηματίστηκαν;

Του Ξένιου Σωκράτους, το άρθρο δημοσιεύτηκε στο The CBC Blog της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου

Ίσως κανένα άλλο τραπεζικό σύστημα στην Ευρώπη να μην έχει διανύσει τόσο μεγάλη απόσταση μέσα σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα. Στην Κύπρο, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (ΜΕΔ) δεν αποτέλεσαν απλώς μια υποσημείωση της μεγάλης χρηματοπιστωτικής κρίσης. Αντίθετα, έγιναν η κρίση μετά την κρίση.

Στα μέσα της δεκαετίας του 2010, τα ΜΕΔ συνιστούσαν ένα εξαιρετικά μεγάλο βάρος, ανεξαρτήτως μέτρου σύγκρισης. Ο λόγος των ΜΕΔ προς το σύνολο των δανείων ανήλθε σε επίπεδα που πλησίαζαν, και σε ορισμένα χαρτοφυλάκια ξεπερνούσαν, σχεδόν το ήμισυ του συνολικού δανειακού χαρτοφυλακίου. Σήμερα, η εικόνα είναι εκ διαμέτρου αντίθετη. Η Κύπρος μετατράπηκε από ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά παραδείγματα ακραίου επιπέδου ΜΕΔ στην Ευρώπη, σε μια χώρα της οποίας το τραπεζικό σύστημα παρουσιάζει πλέον δείκτες ποιότητας ενεργητικού ευθυγραμμισμένους με τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ). Η μεταμόρφωση αυτή αποτελεί ίσως το πιο εντυπωσιακό μέρος της ιστορίας. Δεν αποτυπώνει, όμως, ολόκληρη την εικόνα.

Στην πραγματικότητα, υπάρχουν δύο αλληλένδετες διαστάσεις. Η πρώτη αφορά τον τραπεζικό τομέα. Δραστική εξυγίανση των ισολογισμών των τραπεζών, ισχυρότερη κεφαλαιακή βάση, υψηλότερα επίπεδα προβλέψεων, βελτιωμένη κερδοφορία και μια στροφή προς πιο πειθαρχημένες πρακτικές χορήγησης πιστώσεων. Η δεύτερη αφορά τη διάσταση του συσσωρευμένου χρέους σε επίπεδο οικονομίας. Το προβληματικό χρέος δεν εξαφανίστηκε στην ολότητά του. Ένα σημαντικό μέρος του μεταφέρθηκε εκτός τραπεζικού συστήματος σε εταιρείες εξαγοράς και διαχείρισης πιστώσεων (ΕΕΠ), όπου εξακολουθεί να επηρεάζει τους δανειολήπτες, την οικονομία και τη κοινωνική συνοχή που περιβάλλει τη διαδικασία διευθέτησης του χρέους.

Γι’ αυτό και το κεντρικό ερώτημα δεν είναι κατά πόσο βελτιώθηκε ο κυπριακός τραπεζικός τομέας. Σαφώς και έχει βελτιωθεί. Το πιο ουσιαστικό και ενδιαφέρον ερώτημα είναι άλλο: επιλύθηκε το πρόβλημα των ΜΕΔ, μεταφέρθηκε αλλού, μετασχηματίστηκε ή, στην πραγματικότητα, συνέβησαν και τα τρία; 

Οι ρωγμές πίσω από την μεγάλη ανάπτυξη. Γιατί η Κύπρος ήταν ευάλωτη

Οι ρίζες της κρίσης των ΜΕΔ είχαν τεθεί πολύ πριν από το 2013. Η κρίση τις έφερε στην επιφάνεια, όμως οι υποκείμενες ευπάθειες συσσωρεύονταν επί χρόνια. Κατά τα έτη που ακολούθησαν την ένταξη της Κύπρου στην EE και την υιοθέτηση του ευρώ, η χώρα γνώρισε μια έντονη πιστωτική και οικοδομική άνθηση. Από τα μέσα της δεκαετίας του 2000 οι καταθέσεις αυξάνονταν με ταχείς ρυθμούς, η πιστωτική επέκταση ακολούθησε την ίδια πορεία και η χρηματοδότηση προς τον τομέα των ακινήτων και της στέγασης επιταχύνθηκε σημαντικά, αγγίζοντας εξαιρετικά υψηλά επίπεδα πριν ακόμη η παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση φτάσει στην κορύφωσή της. Η δυναμική αυτή άφησε το τραπεζικό σύστημα ιδιαίτερα εκτεθειμένο στον τομέα ανάπτυξης γης και ακινήτων, όπου μεγάλα έργα, αυξανόμενες αξίες γης και προσδοκίες διαρκούς ζήτησης είχαν συνδεθεί στενά με τη διαθεσιμότητα της τραπεζικής χρηματοδότησης. Καθώς η οικοδομική δραστηριότητα επεκτεινόταν και οι τιμές των ακινήτων αυξάνονταν, οι ισολογισμοί των τραπεζών εξαρτώνταν ολοένα και περισσότερο από την πορεία των εταιρειών ανάπτυξης γης, των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνταν γύρω από την αγορά ακινήτων. Το αποτέλεσμα ήταν ένα οικονομικό μοντέλο βαθιά συνυφασμένο με τις κατασκευές, τις τιμές ακινήτων, τον τραπεζικό δανεισμό και την εγχώρια ζήτηση.

Παράλληλα, το τραπεζικό σύστημα ήταν υπέρμετρα μεγάλο σε σχέση με το μέγεθος της οικονομίας και σημαντικά εκτεθειμένο στην Ελλάδα, με αποτέλεσμα, όταν η ελληνική δημοσιονομική κρίση εντάθηκε, η Κύπρος να πληγεί όχι μόνο μέσω των διαύλων εμπιστοσύνης και χρηματοδότησης, αλλά και μέσω άμεσων ζημιών στους τραπεζικούς ισολογισμούς.

Ένας ακόμη παράγοντας που επέτεινε την κρίση ήταν η διαρθρωτική εξάρτηση του κυπριακού μοντέλου χορηγήσεων σε υποθήκες ακίνητης περιουσίας. Οι δανειοδοτικές πρακτικές έδιναν ιδιαίτερη βαρύτητα στην εκτιμημένη αξία του ακινήτου που εξασφάλιζε το δάνειο, συχνά εις βάρος μιας πιο συνετής αξιολόγησης της πραγματικής ικανότητας αποπληρωμής του δανειολήπτη. Κατά την περίοδο της ευμάρειας, η αντίληψη αυτή ενίσχυε το αίσθημα ασφάλειας. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, επρόκειτο για μια ψευδαίσθηση προστασίας που ελλόχευε σημαντικούς κινδύνους.

Η προβληματική αυτή κατάσταση οξύνθηκε περαιτέρω από τις ανεπαρκείς πρακτικές σχηματισμού προβλέψεων. Δάνεια που καλύπτονταν πλήρως ή σε μεγάλο βαθμό από εμπράγματες εξασφαλίσεις συχνά δεν θεωρούνταν απομειωμένα, ακόμη και όταν η ικανότητα αποπληρωμής του δανειολήπτη είχε επιδεινωθεί σε ουσιαστικό βαθμό. Ως αποτέλεσμα, οι ζημιές δεν αναγνωρίζονταν έγκαιρα και επικρατούσε σημαντική υποπρόβλεψη. Το σύστημα παρέμενε πλούσιο σε εξασφαλίσεις, αλλά ήταν εύθραυστο ως προς τις ταμειακές ροές.

Η ευθραυστότητα αυτή συγκαλυπτόταν περαιτέρω από την ευρεία χρήση πρακτικών αναδιάρθρωσης τύπου «παράταση και προσποίηση». Τα δάνεια αναδιαρθρώνονταν, η περίοδος αποπληρωμής επιμηκυνόταν και συχνά λαμβάνονταν πρόσθετες εξασφαλίσεις, παρά τις σαφείς ενδείξεις ότι πολλοί δανειολήπτες δεν ήταν πλέον σε θέση να εξυπηρετούν το χρέος τους σε βιώσιμη βάση. Οι πρακτικές αυτές καλλιεργούσαν μία εικόνα σταθερότητας, χωρίς όμως να αποκαθιστούν την πραγματική δυνατότητα αποπληρωμής.

Όταν οι αξίες των ακινήτων, τα εισοδήματα και η εμπιστοσύνη υποχώρησαν ταυτόχρονα, οι εξασφαλίσεις δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν τις ζημιές. Η προστασία που φαινόταν ότι παρείχαν αποδείχθηκε πολύ ασθενέστερη από τους κινδύνους που είχαν συμβάλει να αποκρυφθούν.

Οι αδυναμίες του δικαστικού συστήματος διεύρυναν αυτές τις ευπάθειες και κατέστησαν δυσκολότερη την επίλυσή τους. Το πρόβλημα επιδεινωνόταν από ένα νομικό πλαίσιο στο οποίο οι διαδικασίες εκποίησης, αφερεγγυότητας και γενικότερης αναγκαστικής εκτέλεσης οφειλών ήταν εξαιρετικά χρονοβόρο. Οι πολύ μεγάλοι χρόνοι επίλυσης περιόριζαν το κίνητρο των πιστωτών να προσφεύγουν σε νομικά μέτρα, καθώς οι δικαστικές διαδικασίες δύναντο να διαρκέσουν χρόνια με αβέβαιο αποτέλεσμα.

Αντί αυτού, οι τράπεζες συχνά προτιμούσαν άμεσες διαπραγματεύσεις με τους δανειολήπτες, οι οποίες κατέληγαν συχνά σε αναδιαρθρώσεις, επιμηκύνσεις περιόδων αποπληρωμής ή στην παροχή πρόσθετων εξασφαλίσεων. Παράλληλα, η απουσία άμεσων συνεπειών για τη μη τήρηση των συμφωνηθέντων αποδυνάμωνε την ίδια την κουλτούρα αποπληρωμών. Για ορισμένους δανειολήπτες, η καθυστέρηση έπαψε να αποτελεί μια προσωρινή αντίδραση ένεκα οικονομικών δυσκολιών και μετουσιώθηκε σε στρατηγική επιλογή. Έτσι ενισχύθηκε μια κουλτούρα στην οποία οι καθυστερήσεις δύναντο να παρατείνονται επ' αόριστον, τα προβλήματα να μετακυλίονται στο μέλλον και η ουσιαστική επίλυσή τους να αναβάλλεται επανειλημμένα.

Ένα τραπεζικό σύστημα δύναται συνήθως να απορροφήσει κραδασμούς όταν αυτοί εκπέμπονται από μία μόνο κατεύθυνση, όπως μία ύφεση σε έναν συγκεκριμένο κλάδο, κάποιες δυσκολίες μιας συγκεκριμένης ομάδας δανειοληπτών ή μια προσωρινή υποχώρηση της αξίας των εξασφαλίσεων. Καθίσταται ωστόσο, πολύ πιο ευάλωτο όταν πολλαπλές πιέσεις εκδηλώνονται ταυτόχρονα.

2012–2014. Η απότομη άνοδος και το σοκ της αναγνώρισης

Και αυτό ακριβώς συνέβη στην Κύπρο. Η εκτίναξη των ΜΕΔ την περίοδο 2012–2014 δεν ήταν αποτέλεσμα ενός μεμονωμένου κραδασμού, αλλά πολλαπλών πιέσεων που εμφανίστηκαν ταυτόχρονα.

Η κυπριακή οικονομία βρισκόταν ήδη σε τροχιά επιβράδυνσης όταν η έκθεση στην Ελλάδα και η κρίση της ευρωζώνης άρχισαν να ασκούν έντονες πιέσεις τόσο στις τράπεζες όσο και στους δανειολήπτες. Στη συνέχεια ήρθε η τραπεζική κρίση του 2013, το κούρεμα των καταθέσεων, τα περιοριστικά μέτρα στις τραπεζικές συναλλαγές και η βαθιά διάβρωση της εμπιστοσύνης. Ο πλούτος των νοικοκυριών συρρικνώθηκε, τα εισοδήματα μειώθηκαν, η ανεργία αυξήθηκε και οι επιχειρήσεις βρέθηκαν αντιμέτωπες με μια απότομη επιδείνωση της ζήτησης και της ρευστότητας.

Η αναστάτωση που προκλήθηκε από  την τραπεζική κρίση, το κούρεμα και τα μέτρα που τα συνόδευσαν εντάθηκε περαιτέρω από το έντονο αίσθημα αδικίας που αναπτύχθηκε μεταξύ δανειοληπτών των οποίων οι καταθέσεις, οι αποταμιεύσεις ή άλλα χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία είχαν επηρεαστεί. Για επιχειρήσεις, επιχειρηματίες και ιδιώτες, η προσδοκία ότι θα συνέχιζαν να εξυπηρετούν κανονικά τις δανειακές τους υποχρεώσεις προς το τραπεζικό σύστημα, αφού είχαν ήδη υποστεί σημαντικές απώλειες στην αξία των περιουσιακών τους στοιχείων, ήταν δύσκολο να γίνει αποδεκτή. Η αντίληψη αυτή περί αδικίας μετουσιώθηκε σε αγανάκτηση και αναδείχθηκε ως ένας πρόσθετος παράγοντας αποξένωσης των δανειοληπτών από τη διαδικασία αναδιάρθρωσης και συνεργασίας με τις τράπεζες.

Από την πλευρά τους, οι τράπεζες δεν ήταν προετοιμασμένες να διαχειριστούν καθυστερήσεις τέτοιας έκτασης. Τα εργαλεία που απαιτούνταν για την αντιμετώπιση του προβλήματος, όπως η δυνατότητα αναδιαρθρώσεων, η ύπαρξη αξιόπιστων δεδομένων για τις εξασφαλίσεις και τα δάνεια, καθώς και οι διαδικασίες και τα συστήματα διαχείρισης διαφορετικών κατηγοριών δανειοληπτών, έπρεπε να αναπτυχθούν ενώ η κρίση βρισκόταν ήδη σε πλήρη εξέλιξη.

Ωστόσο, η απότομη αύξηση των ΜΕΔ δεν ήταν μόνο θέμα νέων αθετήσεων. Ήταν επίσης και θέμα αναγνώρισης του προβλήματος. Η κρίση δεν δημιούργησε απλώς προβληματικά δάνεια. Τα έφερε στο φως.

Σε ένα βαθμό, η αύξηση των ΜΕΔ αντανακλούσε όντως την επιδείνωση της δυνατότητας των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων να αποπληρώνουν τα χρέη τους. Σε ένα άλλο επίπεδο όμως, αντανακλούσε επίσης μια πιο αυστηρή και διαφανή προσέγγιση στη μεθοδολογία που ακολουθείτο για αναγνώριση της χρηματοοικονομικής δυσχέρειας. Το 2014, η ΕΑΤ εισήγαγε ένα εναρμονισμένο πλαίσιο εποπτικών αναφορών, με κοινό ορισμό για τα μη εξυπηρετούμενα ανοίγματα και τα ανοίγματα υπό καθεστώς ρύθμισης σε ολόκληρη την ΕΕ. Δεν επρόκειτο απλώς για μια αλλαγή στον τρόπο υποβολής στοιχείων. Κατέστησε τον εντοπισμό και την ταξινόμηση του πιστωτικού κινδύνου σε ένα αποτελεσματικότερο εργαλείο διαχείρισης κινδύνων, μετατοπίζοντας το επίκεντρο από την ύπαρξη εξασφαλίσεων στον πραγματικό πιστωτικό κίνδυνο του δανειολήπτη. Ένα δάνειο μπορούσε πλέον να χαρακτηριστεί ως μη εξυπηρετούμενο όχι μόνο όταν παρουσίαζε καθυστέρηση πέραν των 90 ημερών, αλλά και όταν εκτιμάτο ότι ο δανειολήπτης δεν ήταν πιθανό να αποπληρώσει πλήρως τις υποχρεώσεις του, χωρίς η τράπεζα να χρειαστεί να στηριχθεί στην εκποίηση των υποκείμενων εξασφαλίσεων.

Η βασική αρχή ήταν απλή και σαφής. Η οικονομική δυσχέρεια θα έπρεπε να αναγνωρίζεται με βάση την πραγματική ικανότητα αποπληρωμής του δανειολήπτη, και όχι να αναβάλλεται λόγω της ύπαρξης εξασφάλισης.

Η Κύπρος, βέβαια, δεν ήταν η μόνη περίπτωση. Σε ολόκληρη την Ευρώπη, οι διαφορετικές πρακτικές ταξινόμησης είχαν δημιουργήσει ένα ανομοιογενές μωσαϊκό στην αποτύπωση της ποιότητας του ενεργητικού, όπου παρόμοια δάνεια μπορούσαν να αντιμετωπίζονται με εντελώς διαφορετικό τρόπο, ανάλογα με τη χώρα στην οποία είχε την έδρα της μια τράπεζα. Η έλλειψη συγκρισιμότητας είχε πλέον εξελιχθεί σε συστημικό πρόβλημα. Ο Andrea Enria, ο οποίος διετέλεσε Πρόεδρος της ΕΑΤ, Πρόεδρος του Εποπτικού Συμβουλίου του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (ΕΕΜ) και υπήρξε μία από τις κεντρικές μορφές της μεταρρύθμισης της ευρωπαϊκής τραπεζικής εποπτείας μετά την κρίση, περιέγραψε το ζήτημα με χαρακτηριστική σαφήνεια: η απουσία κοινών προτύπων είχε υπονομεύσει την εμπιστοσύνη προς τις ευρωπαϊκές τράπεζες συνολικά, καθώς οι επενδυτές δεν μπορούσαν να διακρίνουν ποιες τράπεζες αντιμετώπιζαν σοβαρά προβλήματα ποιότητας ενεργητικού και ποιες όχι. Σε τέτοιες συνθήκες, οι αγορές τείνουν να τιμωρούν ολόκληρο τον κλάδο, ανεξαρτήτως του αν οι επιμέρους τράπεζες είναι ισχυρές ή αδύναμες.

Η μη εναρμονισμένη ταξινόμηση αποτελούσε, επομένως, ευρωπαϊκό πρόβλημα. Για την Κύπρο, όμως, είχε πολύ βαθύτερες προεκτάσεις, καθώς η ακραία θέση της χώρας ως προς τα επίπεδα των προβληματικών δανείων μετέτρεπε τις αδυναμίες στην αναγνώριση της ποιότητας του ενεργητικού σε ευπάθεια ολόκληρου του συστήματος.

Ένα μέρος της αύξησης των προβληματικών δανείων αντανακλούσε την πραγματική επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης των δανειοληπτών. Ένα άλλο μέρος, όμως, αντανακλούσε κάτι διαφορετικό, κάτι αναγκαίο και, εν τέλει, εποικοδομητικό. Μέσα από το νέο πλαίσιο, τα δάνεια άρχισαν επιτέλους να ταξινομούνται με συνέπεια, διαφάνεια και ακρίβεια. Οι αριθμοί πράγματι επιδεινώνονταν, αντανακλούσαν όμως ταυτόχρονα με μεγαλύτερη ακρίβεια την πραγματική έκταση του προβλήματος. Και αυτό είχε σημασία. Διότι μόνο ένα πρόβλημα που αναγνωρίζεται ορθά μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά. Εκείνο που αναδύθηκε δεν ήταν μια κρίση που δημιουργήθηκε από νέους κανόνες, αλλά το πραγματικό μέγεθος μιας παλαιότερης κρίσης, η οποία ήρθε επιτέλους στο φως.

Το αποτέλεσμα ήταν αμείλικτο. Περίπου το ήμισυ του δανειακού χαρτοφυλακίου του τραπεζικού τομέα ταξινομήθηκε ως μη εξυπηρετούμενο, ένα πρωτοφανές επίπεδο με βάση οποιοδήποτε ευρωπαϊκό μέτρο σύγκρισης. Το κρίσιμο σημείο, ωστόσο, είναι ότι δεν επρόκειτο για πρόβλημα περιορισμένο στον τραπεζικό τομέα. Εκτεινόταν πολύ πέρα από τα ρηχά νερά του χρηματοπιστωτικού συστήματος φθάνοντας στα βαθύτερα ρεύματα της πραγματικής οικονομίας.

Γιατί το πρόβλημα των ΜΕΔ αφορούσε κάτι πολύ ευρύτερο από τις τράπεζες

Tο πρόβλημα των ΜΕΔ δεν ήταν ποτέ ένας απλός τραπεζικός δείκτης. Ήταν ένας μακροοικονομικός περιορισμός.

Τα μεγάλα αποθέματα μη εξυπηρετούμενων δανείων δεσμεύουν τραπεζικά κεφάλαια, απορροφούν σημαντικούς διοικητικούς και λειτουργικούς πόρους και περιορίζουν τη δυνατότητα του τραπεζικού συστήματος να χρηματοδοτεί την οικονομία. Ακόμη και οι βιώσιμοι δανειολήπτες επηρεάζονται. Οι τράπεζες, βεβαρημένες με μεγάλο όγκο χρόνιων προβληματικών δανείων, έγιναν πιο επιφυλακτικές, πιο εσωστρεφείς, λιγότερο πρόθυμες, αλλά και λιγότερο ικανές, να χορηγούν νέα δάνεια ακριβώς τη στιγμή που η οικονομία είχε μεγαλύτερη ανάγκη από ένα λειτουργικό δίαυλο διοχέτευσης πιστώσεων.

Τα ΜΕΔ ήταν επομένως ταυτόχρονα σύμπτωμα και τροχοπέδη. Αντανακλούσαν την κατάρρευση του παλαιού πιστωτικού μοντέλου και, ταυτόχρονα, εμπόδιζαν την ανάδυση ενός νέου.

Δημιουργούσαν επίσης διάχυτη αβεβαιότητα. Ένα νοικοκυριό ή μια επιχείρηση που κουβαλά ένα μη διευθετημένο χρέος τείνει να αναβάλλει επενδύσεις και κατανάλωση, επιβραδύνοντας την οικονομική ομαλοποίηση. Ένας υπερχρεωμένος ιδιωτικός τομέας δύναται να παραμείνει υποτονικός ακόμη και αφού το ΑΕΠ επιστρέψει σε ανάπτυξη.

Γι’ αυτό και ο δείκτης των ΜΕΔ ως ποσοστό του ΑΕΠ αποτελεί πολύτιμο συμπλήρωμα του καθιερωμένου δείκτη ΜΕΔ προς συνολικά δάνεια. Ο λόγος ΜΕΔ προς δάνεια μας πληροφορεί για την ποιότητα του ενεργητικού των τραπεζών. Ο λόγος ΜΕΔ προς ΑΕΠ μας λέει κάτι διαφορετικό, αλλά εξίσου σημαντικό, αν όχι σημαντικότερο: ποιο είναι το βάρος του μη διευθετημένου χρέους σε σχέση με την ικανότητα της οικονομίας να το απορροφήσει, να το αναδιαρθρώσει και εν τέλει να το επιλύσει.

Στο αποκορύφωμα της κρίσης στην Κύπρο, και οι δύο δείκτες βρίσκονταν σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα. Και οι δύο, επομένως, χρίζουν στενής και προσεκτικής παρακολούθησης κατά την πορεία της ανάκαμψης.

2015-2018: Το πρώτο σημείο καμπής — Αναδιαρθρώσεις, εκποιήσεις και ανταλλαγές χρέους με περιουσιακά στοιχεία

Η πρώτη φάση της αποκλιμάκωσης των ΜΕΔ στηρίχθηκε κυρίως στην ανάπτυξη επιχειρησιακών δυνατοτήτων. Πολύ πριν οι μεταρρυθμίσεις στο πλαίσιο των εκποιήσεων και της αφερεγγυότητας αρχίσουν να παράγουν ουσιαστικά αποτελέσματα στην πράξη, οι τράπεζες είχαν ήδη ξεκινήσει να δημιουργούν την εσωτερική υποδομή που απαιτείτο για να διαχειριστούν οι ίδιες το πρόβλημα. Το απόθεμα των ΜΕΔ ήταν υπερβολικά μεγάλο, σύνθετο και εξαρτημένο από τις ιδιάζουσες συνθήκες κάθε δανειολήπτη για να αντιμετωπιστεί μέσω των συνήθων τραπεζικών διαδικασιών. Οι τράπεζες προχώρησαν, λοιπόν, στη δημιουργία εξειδικευμένων μονάδων διαχείρισης καθυστερήσεων και ανάκτησης οφειλών, βελτίωσαν την ποιότητα των πληροφοριών για τους δανειολήπτες, υιοθέτησαν πιο πειθαρχημένες πρακτικές αποτίμησης εξασφαλίσεων και ενίσχυσαν τις διαδικασίες εσωτερικής διακυβέρνησης που άπτονταν των αποφάσεων ανάκτησης χρεών. Στην πράξη, η αντιμετώπιση των ΜΕΔ απαιτούσε την ανάπτυξη ενός ολοκληρωμένου επιχειρησιακού μηχανισμού εντός των ίδιων των τραπεζών και όχι απλώς την ύπαρξη ενός νομικού δικαιώματος ανάκτησης οφειλών.

Κατά την περίοδο αυτή, ο μηχανισμός αυτός βελτιώθηκε ουσιαστικά. Οι τράπεζες άρχισαν να κατηγοριοποιούν τους δανειολήπτες με πιο συστηματικό τρόπο, να αξιολογούν τη βιωσιμότητά τους με μεγαλύτερη σύνεση και να εντείνουν τις προσπάθειες αναδιάρθρωσης. Ορισμένες από αυτές τις αναδιαρθρώσεις αποδείχθηκαν επιτυχείς και βιώσιμες, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις όπου οι οικονομικές δυσκολίες του δανειολήπτη ήταν προσωρινές και η μακροπρόθεσμη ικανότητα αποπληρωμής παρέμενε ουσιαστικά ακέραιη. Άλλες αποδείχθηκαν λιγότερο ανθεκτικές, ιδίως όταν το επιχειρηματικό μοντέλο μιας επιχείρησης ή το επίπεδο εισοδήματος ενός νοικοκυριού είχε υποστεί μόνιμη επιδείνωση.

Μέρος αυτού του πρώιμου σταδίου αντιμετώπισης των ΜΕΔ αποτέλεσαν και οι ανταλλαγές χρέους με περιουσιακά στοιχεία. Σε περιπτώσεις όπου οι δανειολήπτες δεν διέθεταν επαρκείς ταμειακές ροές αλλά κατείχαν εξασφαλίσεις, οι τράπεζες αποδέχονταν τη μεταβίβαση ακινήτων έναντι μείωσης ή εξόφλησης του χρέους. Η πρακτική αυτή συνέβαλε στη μείωση των προβληματικών ανοιγμάτων, αλλά δημιούργησε παράλληλα μια νέα πρόκληση. Οι ίδιες οι τράπεζες μετατράπηκαν σε σημαντικούς κατόχους ακινήτων, γεγονός που κατέστησε αναγκαία τη δημιουργία εξειδικευμένων μονάδων διαχείρισης για τη διατήρηση και ανάκτηση της αξίας τους.

Η νομική μεταρρύθμιση συμπλήρωσε και ενίσχυσε τον ήδη λειτουργικό αυτό μηχανισμό. Ο εκσυγχρονισμός του πλαισίου εκποιήσεων και αφερεγγυότητας άρχισε να μεταβάλλει ουσιαστικά τη δυναμική στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων μεταξύ πιστωτών και δανειοληπτών. Πριν από τις μεταρρυθμίσεις, η αξιόπιστη εναλλακτική λύση σε μια αναδιάρθρωση ήταν συχνά ασαφής και για τις δύο πλευρές. Οι τράπεζες δεν μπορούσαν πάντοτε να βασίζονται στην εφαρμογή του νόμου, ενώ οι δανειολήπτες λειτουργούσαν συχνά σε ένα περιβάλλον όπου οι καθυστερήσεις δύναντο να μεταθέτουν δύσκολες αποφάσεις για το μέλλον. Μετά τις μεταρρυθμίσεις, ο μηχανισμός εκποίησης και αφερεγγυότητας κατέστη πιο αξιόπιστος, παρότι εξακολουθούσε να είναι πολιτικά ευαίσθητος, νομικά αμφισβητούμενος και επιχειρησιακά απαιτητικός.

Αυτό αποτέλεσε ένα ουσιαστικό βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, όχι όμως και μία ολοκληρωτική λύση. Η νομική μεταρρύθμιση ήταν αναγκαία, αλλά δεν ήταν από μόνη της επαρκής. Ένας νόμος περί εκποιήσεων δεν επιλύει αυτομάτως το πρόβλημα του χρέους, όπως ακριβώς ένας νέος δρόμος δεν εγγυάται από μόνος του την ομαλή οδική κυκλοφορία. Η καθοριστική διαφορά έγκειτο στο γεγονός ότι το νέο πλαίσιο θεμελιώθηκε στον ήδη ανεπτυγμένο μηχανισμό διαχείρισης καθυστερήσεων και αναδιάρθρωσης δανείων, ο οποίος είχε διαμορφωθεί από τις τράπεζες ως απάντηση στο μέγεθος και την πολυπλοκότητα του προβλήματος. Ο νόμος έδωσε πραγματική ισχύ σε αυτόν τον μηχανισμό, μεταβάλλοντας τα κίνητρα γύρω από τη διαπραγμάτευση και την δικαστική εκτέλεση και επιτρέποντας στις τράπεζες να αξιοποιήσουν στο έπακρο τις δυνατότητες που είχαν οικοδομήσει τα προηγούμενα χρόνια.

Αφού τέθηκαν σε λειτουργία και τα δύο αυτά στοιχεία (μηχανισμός και νομικό πλαίσιο), η βασική αναλυτική πρόκληση ήταν να καταστεί σαφής η διάκριση μεταξύ τριών εντελώς διαφορετικών κατηγοριών δανειοληπτών. Οι βιώσιμοι δανειολήπτες, οι οποίοι χρειάζονταν χρόνο και στήριξη. Οι μη βιώσιμοι δανειολήπτες, οι οποίοι έχριζαν μιας συντεταγμένης διαδικασίας εξυγίανσης. Και οι στρατηγικοί κακοπληρωτές, οι οποίοι εκμεταλλεύονταν τις αδυναμίες του συστήματος. Η αντιμετώπιση και των τριών κατηγοριών με τον ίδιο τρόπο θα ήταν ταυτόχρονα οικονομικά αναποτελεσματική και κοινωνικά άδικη. Η αποτελεσματική διαχείριση των ΜΕΔ απαιτούσε, επομένως, κάτι περισσότερο από τη μείωση των καθυστερήσεων. Απαιτούσε κρίση, συνέπεια και ικανότητα διάκρισης μεταξύ προσωρινής οικονομικής δυσχέρειας και μόνιμης αδυναμίας αποπληρωμής. Και αυτό κατέστη πλήρως εφικτό μόνον όταν η ύπαρξη αξιόπιστων μηχανισμών εκποίησης και αφερεγγυότητας έδωσε στις τράπεζες πραγματική διαπραγματευτική ισχύ.

Το ευρύτερο ευρωπαϊκό πλαίσιο ενίσχυσε αυτή τη μετατόπιση. Από το δεύτερο μισό της δεκαετίας του 2010 και έπειτα, το ευρωπαϊκό σχέδιο δράσης για τα ΜΕΔ ενέταξε τη μείωσή τους σε ένα ευρύτερο οικοσύστημα πολιτικών και μεταρρυθμίσεων: εποπτικές προσδοκίες για τον σχηματισμό προβλέψεων, αυστηρότερα πρότυπα χορηγήσεων, ισχυρότερες κατευθυντήριες γραμμές για τη διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων, βελτιωμένες απαιτήσεις για τις υποδομές δεδομένων, ανάπτυξη δευτερογενών αγορών δανείων, πρότυπα αναφοράς για εταιρείες διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων και συγκριτική αξιολόγηση των εθνικών πλαισίων δικαστικής εκτέλεσης και αφερεγγυότητας. Οι μεταρρυθμίσεις στην Κύπρο δεν θα πρέπει, συνεπώς, να ιδωθούν ως μια μεμονωμένη εθνική πρωτοβουλία, αλλά ως μια εγχώρια δράση που εντασσόταν ολοένα και περισσότερο σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή στρατηγική.

Το βασικό δίδαγμα αυτής της περιόδου είναι σαφές. Οι αναδιαρθρώσεις και ο μηχανισμός εκποίησης και αφερεγγυότητας δεν είναι αντίθετες έννοιες. Ο μηχανισμός εκποίησης και αφερεγγυότητας δημιουργεί τις προϋποθέσεις για ουσιαστική διαπραγμάτευση. Ταυτόχρονα, όμως, οι εκποιήσεις από μόνες τους δεν συνιστούν στρατηγική επίλυσης του προβλήματος. Σκοπός του πλαισίου πρέπει να είναι η επίτευξη δίκαιων, αποτελεσματικών και οικονομικά ορθολογικών λύσεων.

2018-2026: Η Μεγάλη Αποσυμφόρηση – Πώς οι κυπριακές τράπεζες μείωσαν δραστικά το βάρος των ΜΕΔ

Μέχρι το 2018, η Κύπρος βρισκόταν ήδη για χρόνια σε μια επίμονη μάχη με τα ΜΕΔ. Υπομονετικά, μεθοδικά, δάνειο προς δάνειο. Οι τράπεζες προχωρούσαν με αναδιαρθρώσεις, επιδίωκαν ανακτήσεις οφειλόμενων χρεών, διέγραφαν ό,τι δεν μπορούσε πλέον να ανακτηθεί, ρευστοποιούσαν εξασφαλίσεις, προχωρούσαν σε ανταλλαγές χρέους με περιουσιακά στοιχεία και συνέχιζαν να διαπραγματεύονται με τους δανειολήπτες. Ήταν μια επίπονη, μονότονη και συχνά αθέατη διαδικασία. Είχε όμως σημασία. Υποχρέωσε τις τράπεζες να δημιουργήσουν αποτελεσματικούς μηχανισμούς διαχείρισης των προβληματικών δανείων. Τις δίδαξε πώς να διαχειρίζονται δανειολήπτες που αδυνατούσαν πλέον να εκπληρώσουν τις υποχρεώσεις τους. Μείωσε μέρος του προβλήματος. Απλώς δεν ήταν αρκετό.

Το απόθεμα των ΜΕΔ παρέμενε τεράστιο. Υπερβολικά βαρύ και δυσκίνητο να υποχωρήσει μέσω της διαχείρισης μεμονωμένων περιπτώσεων. Η κατ’ οίκον περίθαλψη δεν ήταν πλέον αρκετή. Χρειαζόταν χειρουργική επέμβαση.

Από το 2018 και έπειτα, η προσπάθεια εξυγίανσης πέρασε σε μια νέα φάση. Οι τράπεζες έπαψαν να αντιμετωπίζουν κάθε ΜΕΔ ως μια σχέση που έπρεπε να αποκατασταθεί ή ως μια απαίτηση που έπρεπε να ανακτηθεί μεμονωμένα και άρχισαν να τα αντιμετωπίζουν ως χαρτοφυλάκια. Ως συγκεντρώσεις κινδύνου που μπορούσαν να ομαδοποιηθούν, να αποτιμηθούν και να μεταβιβαστούν. Η κομβική στιγμή ήταν το Project Helix της Τράπεζας Κύπρου. Μια εμβληματική πώληση χαρτοφυλακίου που σηματοδότησε την έναρξη ενός νέου κεφαλαίου στη διαχείριση των ΜΕΔ. Τα προβληματικά δάνεια δεν ήταν πλέον μόνο αντικείμενο διαχείρισης και σταδιακής ανάκτησης. Μπορούσαν πλέον να απομακρυνθούν από τους ισολογισμούς συνολικά.

Ακολούθησαν και άλλες συναλλαγές από διάφορες τράπεζες. Το μοτίβο ήταν κοινό. Οι τράπεζες δεν προσπαθούσαν πλέον να ανέβουν το βουνό βήμα προς βήμα. Αντιθέτως, αφαιρούσαν μεγάλα κομμάτια του προβλήματος με μία κίνηση.

Ο συνεργατικός τραπεζικός τομέας ακολούθησε μια διαφορετική, αλλά εν γένει, συνεπή διαδρομή. Όχι μέσω πώλησης χαρτοφυλακίων, αλλά μέσω μιας ελεγχόμενης αναδιάρθρωσης. Οι υγιείς τραπεζικές δραστηριότητες παρέμειναν στο τραπεζικό σύστημα μέσω της πώλησής τους στην Ελληνική Τράπεζα, ενώ η πλειοψηφία των προβληματικών δανείων μεταφέρθηκε εκτός αυτού. Η επίδραση στα ΜΕΔ του συστήματος ήταν άμεση και αισθητή. Παράλληλα, όμως, ανέδειξε μία από τις θεμελιώδεις αρχές της κυπριακής εμπειρίας: το προβληματικό χρέος δεν εξαφανίζεται στην ολότητά του. Ένα μέρος του, μετακινείται.

Η αποκλιμάκωση των ΜΕΔ δεν μπορεί, συνεπώς, να αποδοθεί σε μία μόνο αιτία. Δεν ήταν απλώς αποτέλεσμα των πωλήσεων χαρτοφυλακίων. Δεν ήταν μόνο αποτέλεσμα της οικονομικής ανάκαμψης. Ήταν το προϊόν διαφόρων παράλληλων δυνάμεων που λειτούργησαν ταυτόχρονα προς την ίδια κατεύθυνση.

Πρώτα απ’ όλα, η επιστροφή σε βιώσιμη λειτουργική κερδοφορία άλλαξε σταδιακά τα δεδομένα. Όταν οι τράπεζες άρχισαν ξανά να παράγουν ουσιαστικά κέρδη, απέκτησαν τη δυνατότητα να απορροφούν ζημιές. Χρησιμοποίησαν τα κέρδη αυτά για να ενισχύσουν τις προβλέψεις τους, να επιταχύνουν την αναγνώριση ζημιών και να προσαρμόσουν την αξία των προβληματικών δανείων σε επίπεδα πιο κοντά στην οικονομική τους πραγματικότητα. Οι πωλήσεις χαρτοφυλακίων προϋποθέτουν τη σύγκλιση μεταξύ της λογιστικής αξίας ενός δανείου και της τιμής που είναι διατεθειμένος να πληρώσει ένας επενδυτής. Καθώς οι προβλέψεις ενισχύονταν και αντανακλούσαν πιο πιστά τον πραγματικό πιστωτικό κίνδυνο, το χάσμα αυτό περιοριζόταν. Και όταν περιορίστηκε επαρκώς, οι συναλλαγές κατέστησαν εφικτές και ο ρυθμός εξυγίανσης των ισολογισμών επιταχύνθηκε σημαντικά.

Την ίδια στιγμή, η εποπτεία μετατόπισε τα οικονομικά κίνητρα υπέρ της έγκαιρης αντιμετώπισης των προβληματικών δανείων. Μέσω παρεμβάσεων όπως το Έγγραφο κατευθύνσεων προς τις τράπεζες για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, το Συμπλήρωμα του εγγράφου κατευθύνσεων της ΕΚΤ προς τις τράπεζες για τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και οι σχετικές προβλέψεις του Κανονισμού Κεφαλαιακών Απαιτήσεων (CRR), οι εποπτικές αρχές αύξησαν ουσιαστικά το κόστος της αδράνειας. Ο χρόνος δεν μπορούσε πλέον να θεωρείται στρατηγική ανάκτησης. Οι ζημιές έπρεπε να αναγνωρίζονται νωρίτερα. Τα προβληματικά δάνεια έπρεπε να τυγχάνουν ενεργούς διαχείρισης και όχι απλώς να παραμένουν στους ισολογισμούς εν αναμονή καλύτερων ημερών. Η παθητική στάση αναμονής δεν ήταν πλέον αποδεκτή.

Παράλληλα, η ενίσχυση των κεφαλαίων και η αυστηρότερη πολιτική προβλέψεων ανασυγκρότησαν αθόρυβα τους μηχανισμούς απορρόφησης κραδασμών του συστήματος. Τα υψηλότερα κεφαλαιακά αποθέματα, η εφαρμογή του λογιστικού προτύπου IFRS 9 και οι πιο συντηρητικές πρακτικές διαχείρισης πιστωτικού κινδύνου κατέστησαν τις τράπεζες πολύ πιο ικανές να αντιμετωπίσουν το πρόβλημα των ΜΕΔ. Αυτή η ικανότητα απορρόφησης ζημιών αποτέλεσε ένα από τα λιγότερο αναγνωρίσιμα, αλλά θεμελιώδη, στοιχεία της συνολικής εξυγίανσης. Δεν μπορείς να αντιμετωπίσεις το πρόβλημα όσο πατάς σε κινούμενη άμμο. Χρειάζεσαι πρώτα στέρεο έδαφος.

Την ίδια στιγμή, οι νέες χορηγήσεις ήταν ποιοτικότερες. Η κρίση είχε αναδείξει τους κινδύνους μιας πιστοδοτικής κουλτούρας που βασιζόταν κυρίως στις εξασφαλίσεις και λιγότερο στην πραγματική ικανότητα αποπληρωμής του δανειολήπτη. Μετά την κρίση, οι τράπεζες έδωσαν μεγαλύτερη έμφαση σε στοιχεία όπως η δυνατότητα εξυπηρέτησης του χρέους, οι δείκτες δανειακής επιβάρυνσης, τα όρια δανείου προς αξία εξασφάλισης και η ανάλυση ταμειακών ροών. Η χορήγηση νέων δανείων επανήλθε, αλλά με πολύ αυστηρότερους κανόνες. Ως αποτέλεσμα, τα ποσοστά αθέτησης των νέων δανείων παρέμειναν σε χαμηλά επίπεδα. 

Στη συνέχεια κατέφθασε η πανδημία COVID-19. Η πρώτη μεγάλη δοκιμασία του ανανεωμένου τραπεζικού οικοδομήματος έφθασε το 2020 με ιδιαίτερη ένταση. Αρχικά, το σοκ ήταν ισχυρό και η αντίδραση της Κύπρου συγκαταλεγόταν μεταξύ των πιο αποτελεσματικών στην Ευρώπη. Στο αποκορύφωμα της κρίσης, περίπου το ήμισυ των εξυπηρετούμενων δανείων του τραπεζικού συστήματος τέθηκε υπό καθεστώς αναστολής δόσεων, ποσοστό που βρισκόταν μεταξύ των υψηλότερων στην ΕΕ. Για ένα τραπεζικό σύστημα που μόλις λίγα χρόνια νωρίτερα είχε βρεθεί στο επίκεντρο μιας βαθιάς κρίσης, αυτό συνιστούσε από μόνο του μια εξαιρετικά απαιτητική δοκιμασία αντοχής.

Κι όμως, το νέο κύμα προβληματικών δανείων που πολλοί φοβούνταν δεν συνέβη. Αυτό δεν ήταν ούτε τυχαίο ούτε απλώς αποτέλεσμα των προσωρινών αναστολών δόσεων. Αντανακλούσε κάτι βαθύτερο και πιο θεμελιώδες. Κατά τα προηγούμενα χρόνια, οι τράπεζες είχαν οικοδομήσει πραγματική ανθεκτικότητα μέσω ισχυρότερων κεφαλαίων, υψηλότερων προβλέψεων, υγιών ισολογισμών και πιο συνετών δανειοδοτικών πρακτικών. Όταν ήρθε το σοκ, το νέο αυτό οικοδόμημα άντεξε. Ένα σύστημα που κάποτε είχε λυγίσει κάτω από το βάρος των συσσωρευμένων αδυναμιών του, απορρόφησε μία από τις ισχυρότερες οικονομικές διαταραχές της σύγχρονης ιστορίας χωρίς να καταρρεύσει. Η αντίθεση με τα χρόνια μετά το 2013 δεν θα μπορούσε να είναι πιο έντονη. Η Κύπρος είχε αναδιαρθρώσει και ενισχύσει το τραπεζικό της σύστημα ακριβώς την κατάλληλη στιγμή.

Στα μέσα της δεκαετίας του 2020, οι αριθμοί αφηγούνταν μια ιστορία που θα έμοιαζε σχεδόν απίθανη δέκα χρόνια νωρίτερα. Οι δείκτες ΜΕΔ είχαν υποχωρήσει σε επίπεδα που ελάχιστοι θα τολμούσαν να προβλέψουν αμέσως μετά την κρίση. Η κάλυψη μέσω προβλέψεων είχε ενισχυθεί σημαντικά. Οι κεφαλαιακοί δείκτες συγκαταλέγονταν μεταξύ των υψηλότερων στην ΕΕ. Η ρευστότητα ήταν ισχυρή. Η κερδοφορία είχε επιστρέψει. Η στρόφιγγα του δανεισμού στην πραγματική οικονομία είχε ανοίξει.

Αυτή, όμως, δεν είναι μια ιστορία με παραμυθένιο τέλος. Το προβληματικό χρέος δεν εξαφανίστηκε στο σύνολό του. Ένα μέρος του επιλύθηκε μέσω αναδιαρθρώσεων, αποπληρωμών, ανταλλαγών χρέους με περιουσιακά στοιχεία ή διαγραφών. Ένα άλλο, και ιδιαίτερα σημαντικό, μέρος εκείνου που εξαφανίστηκε από τους ισολογισμούς των τραπεζών έκανε κάτι διαφορετικό. Μετακινήθηκε.

Η πρόκληση που παραμένει: Εταιρείες Εξαγοράς Πιστώσεων, δανειολήπτες με μακροχρόνιες καθυστερήσεις και το «σκιώδες» απόθεμα ΜΕΔ

Η Κύπρος έλυσε σε μεγάλο βαθμό την τραπεζική κρίση των ΜΕΔ προτού διευθετήσει στην ολότητά του το γενικότερο πρόβλημα του ιδιωτικού χρέους.

Σήμερα, οι ΕΕΠ κατέχουν τη μερίδα του λέοντος των προβληματικών δανείων, με τη συντριπτική πλειονότητα να εξακολουθεί να παραμένει σε καθεστώς μη εξυπηρέτησης. Τα εν λόγω δάνεια έχουν μεν εξέλθει από τους ισολογισμούς των τραπεζών, δεν έχουν όμως εξέλθει από την οικονομία. Πίσω από τους βελτιωμένους δείκτες εξακολουθούν να βρίσκονται δανειολήπτες που προσπαθούν να διαχειριστούν μη διευθετημένες υποχρεώσεις, ενεργές διαπραγματεύσεις αναδιάρθρωσης, πιέσεις από διαδικασίες ανάκτησης οφειλών και αντίκτυποι που συνδέονται με τις εμπράγματες εξασφαλίσεις και την αγορά ακινήτων. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η υποκείμενη οικονομική δυσχέρεια έχει πράγματι αντιμετωπιστεί. Σε άλλες όμως, έχει αλλάξει απλώς χέρια, μεταφερόμενη από έναν πιστωτή σε έναν άλλο, ενώ η οικονομική πίεση παραμένει σε μεγάλο βαθμό η ίδια και η πραγματικότητα που βιώνει ο δανειολήπτης ουσιαστικά αμετάβλητη.

Με άλλα λόγια, οι βασικοί τραπεζικοί δείκτες αφηγούνται μόνο ένα μέρος της ιστορίας.

Οι τράπεζες είναι σήμερα σαφώς πιο υγιείς. Πρόκειται για ένα απτό και ιδιαίτερα σημαντικό επίτευγμα, η σημασία του οποίου δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Ωστόσο, μέρος των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων εξακολουθεί να βρίσκεται σε κατάσταση οικονομικής δυσχέρειας. Παράλληλα, η αγορά ακινήτων εξακολουθεί, σε κάποιο βαθμό, να επηρεάζεται από το εκκρεμές απόθεμα των ΜΕΔ μέσω πωλήσεων εξασφαλίσεων, ανακτήσεων ακινήτων και των χαρτοφυλακίων ακινήτων που έχουν συσσωρεύσει οι ΕΕΠ και άλλοι σχετικοί φορείς, παρά τη σημαντική ενίσχυση των συνθηκών της αγοράς τα τελευταία χρόνια. Παράλληλα, η δημόσια και πολιτική συζήτηση γύρω από την ανάκτηση των εξασφαλίσεων εξακολουθεί να είναι τεταμένη. Και αυτό γιατί οι εκποιήσεις δεν αποτελούν μια αφηρημένη έννοια. Αφορούν κατοικίες, επιχειρηματικές στέγες, οικογενειακές περιουσίες και εν τέλει βαθιά ριζωμένες αντιλήψεις περί κοινωνικής δικαιοσύνης και ισορροπίας.

Ωστόσο, ένα αποτελεσματικό πλαίσιο εκποιήσεων δεν είναι προαιρετικό. Είναι απαραίτητο. Συνιστά αναγκαία προϋπόθεση για την εύρυθμη λειτουργία του πιστωτικού συστήματος. Αν αποδυναμωθεί, το κόστος δεν εξαφανίζεται. Απλώς μεταφέρεται αλλού. Αν η αξία ανάκτησης των εξασφαλίσεων καθίσταται αβέβαιη, αν οι καθυστερήσεις καθίστανται χρόνιες ή αν η στρατηγική αθέτησης πληρωμών και η αποδυνάμωση της κουλτούρας αποπληρωμής επιβραβεύονται στην πράξη, τότε το κόστος μετακυλίεται στους μελλοντικούς δανειολήπτες μέσω υψηλότερων επιτοκίων και αυστηρότερων πιστοδοτικών κριτηρίων. Η ισορροπία μεταξύ της προστασίας των δανειοληπτών που πραγματικά αντιμετωπίζουν οικονομικές δυσκολίες και της διατήρησης της αξιοπιστίας του πιστωτικού συστήματος αποτελεί μία από τις δυσκολότερες προκλήσεις της μετά-κρίσης εποχής. Τυχόν λάθη, σε αμφότερες τις κατευθύνσεις, θα έχουν απτές και ασύμμετρες συνέπειες.

Γι’ αυτό και το επόμενο κεφάλαιο της ιστορίας των ΜΕΔ στην Κύπρο είναι πιο σύνθετο από το πρώτο. Οι τραπεζικοί δείκτες αποτυπώνουν μια εντυπωσιακή πορεία εξυγίανσης και ανάκαμψης. Όμως, για να σχηματίσει κανείς μια πλήρη εικόνα του προβλήματος, πρέπει να κοιτάξει πέρα από τους ισολογισμούς των τραπεζών. Πρέπει να εξετάσει πόσο προβληματικό ιδιωτικό χρέος εξακολουθεί να παραμένει σε εκκρεμότητα, με ποιον τρόπο επιλύεται, με ποια ταχύτητα και ποιες είναι οι συνέπειες για τους δανειολήπτες, τις αξίες των ακινήτων και, τελικά, για την ευρύτερη πιστωτική κουλτούρα της χώρας.

Οι τράπεζες φαίνεται να έχουν κλείσει το δικό τους κεφάλαιο της κρίσης. Για πολλούς δανειολήπτες, ωστόσο, αυτό το κεφάλαιο γράφεται ακόμη.

Διδάγματα από την κυπριακή εμπειρία

Η εμπειρία της Κύπρου προσφέρει διδάγματα που εκτείνονται πολύ πέρα από τα σύνορά της.

Η ορθή αναγνώριση του προβλήματος φέρει καθοριστική σημασία. Κανένα πρόβλημα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά, εάν προηγουμένως δεν αποτυπωθεί με ακρίβεια. Η απότομη αύξηση των ΜΕΔ ήταν επώδυνη, αλλά αναγκαία, καθώς υποχρέωσε το σύστημα να έρθει αντιμέτωπο με την πραγματικότητα, αντί να περιορίζεται στη διαχείριση των εντυπώσεων. Η ελλιπής αναγνώριση των ζημιών και η ανεπαρκής ταξινόμηση των δανείων, που χαρακτήριζαν το προηγούμενο πλαίσιο, μπορεί να μεταθέτουν το πρόβλημα χρονικά, σπάνια όμως συμβάλλουν στην ουσιαστική επίλυσή του.

Το νομικό πλαίσιο έχει σημασία. Ακόμη μεγαλύτερη σημασία, όμως, έχει η αξιοπιστία του. Οι μεταρρυθμίσεις στο πλαίσιο εκποιήσεων και αφερεγγυότητας αποκτούν ουσιαστική αξία μόνο όταν το σύστημα θεωρείται αξιόπιστο, προβλέψιμο και ικανό να παράγει αποτελέσματα εντός εύλογου χρονικού διαστήματος. Ένας νόμος που παραμένει ανεφάρμοστος και δεν επηρεάζει τη συμπεριφορά των δανειοληπτών και των πιστωτών δεν συνιστά πραγματικό μηχανισμό επίλυσης. Παραμένει απλώς μια διακήρυξη προθέσεων.

Η εξασφάλιση δεν υποκαθιστά την ικανότητα αποπληρωμής. Ένα ακίνητο που κατέχεται ως εγγύηση δύναται να περιορίσει τις ζημιές όταν υπάρξουν δυσμενείς εξελίξεις. Δεν μπορεί όμως να καταστήσει φερέγγυο έναν μη βιώσιμο δανειολήπτη. Το προ κρίσης μοντέλο υπερεκτίμησε συστηματικά την προστασία που προσέφεραν οι εξασφαλίσεις, υποβαθμίζοντας τη σημασία των βιώσιμων ταμειακών ροών και της πραγματικής ικανότητας αποπληρωμής. Πρόκειται για ένα μάθημα που δεν θα πρέπει να χρειαστεί να επαναληφθεί.

Η εποπτική πίεση αποτελεί εργαλείο πολιτικής και όχι απλώς μηχανισμό ελέγχου. Οι τράπεζες κινήθηκαν ταχύτερα και αποτελεσματικότερα όταν οι κεφαλαιακές απαιτήσεις, οι εποπτικές προσδοκίες για τον σχηματισμό προβλέψεων, τα λογιστικά πρότυπα και η πειθαρχία της αγοράς κατέστησαν την αδράνεια πιο δαπανηρή από την ανάληψη δράσης. Τα κίνητρα που αυξάνουν το κόστος της καθυστέρησης είναι εξίσου σημαντικά με τα τεχνικά εργαλεία που αξιοποιούνται για την αντιμετώπιση του προβλήματος.

Οι πωλήσεις χαρτοφυλακίων αποτελούν ισχυρό εργαλείο, όχι όμως πανάκεια. Η πώληση ΜΕΔ βελτιώνει τους τραπεζικούς ισολογισμούς, ενισχύει την εμπιστοσύνη των επενδυτών και απελευθερώνει κεφάλαια για νέες χορηγήσεις. Ο υποκείμενος πιστωτικός κίνδυνος, ωστόσο, δεν εξαφανίζεται. Μεταφέρεται σε άλλον πιστωτή. Το χρέος, ο δανειολήπτης και η συνακόλουθη οικονομική πίεση εξακολουθούν να υφίστανται, απλώς υπό διαφορετικό καθεστώς διαχείρισης. Η αξιολόγηση της επιτυχίας αποκλειστικά υπό το τραπεζικό πρίσμα ενέχει, επομένως, τον κίνδυνο παράβλεψης ενός ουσιώδους μέρους της συνολικής εικόνας. Γι’ αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία η παρακολούθηση της πορείας των ΕΕΠ. Ένα δάνειο δεν παύει να αποτελεί οικονομική πραγματικότητα επειδή έχει αφαιρεθεί από τον ισολογισμό μιας τράπεζας, ούτε παύει να υφίσταται ο δανειολήπτης που βρίσκεται πίσω από αυτό. Η παρακολούθηση της μετέπειτα πορείας των δανείων, του τρόπου διαχείρισης των χαρτοφυλακίων από τις ΕΕΠ, του ύψους των ανακτήσεων που τελικά επιτυγχάνονται και της εξέλιξης της θέσης των δανειοληπτών υπό το νέο καθεστώς διαχείρισης είναι απαραίτητη για τη μετάβαση από μια αποσπασματική εικόνα σε μια ολοκληρωμένη κατανόηση της πραγματικότητας.

Η κουλτούρα αποπληρωμής αποτελεί δημόσιο αγαθό. Όταν το πλαίσιο εκποιήσεων και αφερεγγυότητας δεν λειτουργεί αποτελεσματικά και η στρατηγική αθέτηση υποχρεώσεων παραμένει ουσιαστικά χωρίς συνέπειες, το κόστος δεν περιορίζεται στον πιστωτή, αλλά διαχέεται σε ολόκληρο το χρηματοπιστωτικό σύστημα. Ενσωματώνεται στο κόστος των νέων δανείων, μετακυλίεται στους επόμενους δανειολήπτες και επηρεάζει τα πιστοδοτικά πρότυπα του επόμενου οικονομικού κύκλου. Έτσι, οι μελλοντικοί δανειολήπτες, χωρίς να φέρουν οποιαδήποτε ευθύνη για την αρχική κρίση, έρχονται αντιμέτωποι με υψηλότερα επιτόκια, αυστηρότερους όρους δανεισμού και μια ολοένα ασθενέστερη κουλτούρα αποπληρωμής. Ένα πλαίσιο εκποιήσεων και αφερεγγυότητας που στερείται αξιοπιστίας, ταχύτητας και οριστικότητας δεν προστατεύει τους δανειολήπτες. Αντιθέτως, ευνοεί αυτούς που έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η αθέτηση των υποχρεώσεών τους δεν θα έχει ουσιαστικές συνέπειες.

Η αντιμετώπιση των ΜΕΔ δεν αποτελεί μεμονωμένη πολιτική, αλλά ένα ολόκληρο οικοσύστημα. Η ορθή αναγνώριση του προβλήματος, ο επαρκής σχηματισμός προβλέψεων, οι βιώσιμες αναδιαρθρώσεις, ένα αξιόπιστο πλαίσιο εκποιήσεων και αφερεγγυότητας, η πειθαρχία αποπληρωμής, οι λειτουργικές δευτερογενείς αγορές και η χρηστή διακυβέρνηση αποτελούν αλληλένδετα στοιχεία του ίδιου πλαισίου. Αν οποιοδήποτε από αυτά απουσιάζει, η αποτελεσματικότητα των υπολοίπων περιορίζεται. Η κυπριακή εμπειρία υπήρξε, τελικά, μια πορεία σύγκλισης πολλαπλών δυνάμεων. Μια πορεία ενίοτε ατελής, άλλοτε ανομοιόμορφη και συχνά επώδυνη, αλλά πάντως πορεία σύγκλισης. Η εξέλιξη αυτή δεν ήταν δεδομένη. Υπήρξε αποτέλεσμα επιλογών, πιέσεων και, τελικά, της κοινής συνειδητοποίησης ότι η εναλλακτική θα ήταν δυσμενέστερη.

 

Συμπέρασμα: Ουσιαστική πρόοδος, αλλά όχι το τέλος της διαδρομής

Η ιστορία των ΜΕΔ στην Κύπρο συνιστά αναμφίβολα μια ιστορία επιτυχίας. Όχι όμως μια ιστορία χωρίς εκκρεμότητες.

Οι τράπεζες βρίσκονται σήμερα σε σαφώς ισχυρότερη θέση. Δείκτες που κάποτε είχαν φθάσει σε επίπεδα κρίσης έχουν πλέον ομαλοποιηθεί και ευθυγραμμιστεί με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οι προβλέψεις έχουν ενισχυθεί, η κεφαλαιακή βάση έχει καταστεί πιο ανθεκτική και το κυπριακό τραπεζικό σύστημα δεν αποτελεί πλέον την αρνητική εξωκείμενη τιμή στην Ευρώπη, όπως συνέβαινε στο παρελθόν. Πρόκειται για ένα απτό επίτευγμα που αξίζει να αναγνωριστεί. Δεν προέκυψε εύκολα ούτε αυτόματα. Υπήρξε αποτέλεσμα πολυετών και επώδυνων αναδιαρθρώσεων, επίμονης εποπτικής πίεσης, εκτεταμένων αποεπενδύσεων και πωλήσεων περιουσιακών στοιχείων, θεσμικών μεταρρυθμίσεων και σημαντικής επιχειρησιακής προσπάθειας από τις ίδιες τις τράπεζες. Η προσπάθεια ήταν επίπονη, αλλά απέδωσε καρπούς. Το τραπεζικό σκέλος του προβλήματος έχει, σε μεγάλο βαθμό, αντιμετωπιστεί. Το ευρύτερο πρόβλημα του ιδιωτικού χρέους, ωστόσο, εξακολουθεί να υφίσταται.

Συνεπώς, το επόμενο κεφάλαιο αυτής της διαδρομής υπερβαίνει πλέον την αμιγώς τραπεζική διάσταση. Αφορά κάτι πιο σύνθετο και λιγότερο ξεκάθαρο. Αφορά την αποτελεσματική και δίκαιη διαχείριση του εκκρεμούς ιδιωτικού χρέους. Αφορά τη διατήρηση μιας υγιούς κουλτούρας αποπληρωμής προς όφελος του συνόλου της οικονομίας. Αφορά την προστασία των βιώσιμων δανειοληπτών που αντιμετωπίζουν πραγματικές οικονομικές δυσκολίες, χωρίς ταυτόχρονα να επιβραβεύονται όσοι επέλεξαν στρατηγικά να μην εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους. Πάνω απ’ όλα όμως, αφορά τη διασφάλιση ότι, καθώς οι μνήμες της κρίσης σταδιακά εξασθενούν, δεν θα επανεμφανιστούν αθόρυβα οι νοοτροπίες και οι συμπεριφορές που συνέβαλαν στη δημιουργία της.

Διότι η αποκλιμάκωση των ΜΕΔ δεν είναι απλώς η ιστορία της μείωσης των προβληματικών δανείων. Είναι η ιστορία μιας χώρας που έμαθε, με σημαντικό κόστος και επώδυνα, ότι η πίστωση δεν συνιστά πραγματικό πλούτο αν δεν μπορεί τελικά να αποπληρωθεί.

Αυτό το δίδαγμα κόστισε ακριβά. Θα ήταν κρίμα να ξεχαστεί.

 

ΕΠΕΞΗΓΗΜΑΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ

Συμβατικό υπόλοιπο έναντι λογιστικής αξίας. Γιατί το απόθεμα δανείων των ΕΕΠ χρίζει προσεκτικής ερμηνείας

Όταν εξετάζει κανείς τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, υπάρχει μία διάκριση που είναι σημαντικότερη από κάθε άλλη: το συμβατικό υπόλοιπο δεν είναι το ίδιο με τη λογιστική αξία. Η διάκριση αυτή ισχύει τόσο για τις τράπεζες όσο και για τις ΕΕΠ, είναι όμως πολύ πιο έντονη στην περίπτωση των ΕΕΠ, όπου τα χρόνια ΜΕΔ αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα του χαρτοφυλακίου τους και όχι ένα περιορισμένο τμήμα αυτού.

Το συμβατικό υπόλοιπο αποτυπώνει το ποσό που οφείλει ο δανειολήπτης βάσει των όρων της δανειακής σύμβασης, συμπεριλαμβανομένων των συσσωρευμένων τόκων. Πρόκειται ουσιαστικά για τον πλέον χαρακτηριστικό δείκτη του εκκρεμούς χρέους από την πλευρά του δανειολήπτη. Η λογιστική αξία αφηγείται μια διαφορετική ιστορία. Αντανακλά την αξία που έχει πραγματικά το δάνειο στα βιβλία του πιστωτή, αφού ληφθούν υπόψη οι εκτιμώμενες ανακτήσεις, οι επικαιροποιημένες παραδοχές για τις μελλοντικές ταμειακές ροές και οι σχετικές απομειώσεις. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο οι δύο δείκτες μπορούν να αποκλίνουν τόσο σημαντικά και γιατί η απόκλιση αυτή τείνει να είναι μεγαλύτερη στις ΕΕΠ. Ένα υψηλό συμβατικό υπόλοιπο δεν σημαίνει ότι ο πιστωτής αναμένει να ανακτήσει ολόκληρο το ποσό. Αντίστοιχα, μια σημαντικά χαμηλότερη λογιστική αξία δεν σημαίνει ότι η υποχρέωση του δανειολήπτη έχει εξαφανιστεί ή διαγραφεί.

Και οι δύο δείκτες φέρουν τη δική τους αξία στην ανάλυση. Το συμβατικό υπόλοιπο αποτυπώνει το μέγεθος του προβληματικού χρέους που εξακολουθεί να βρίσκεται στην οικονομία. Η λογιστική αξία αποτυπώνει το ποσό που εκτιμάται ρεαλιστικά ότι μπορεί να ανακτηθεί. Επειδή οι ΕΕΠ έχουν ως κύριο αντικείμενο τη διαχείριση χαρτοφυλακίων χρόνιων ΜΕΔ, η διάκριση αυτή επηρεάζει καθοριστικά ολόκληρη τη δομή των ισολογισμών τους, σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από μία τυπική εμπορική τράπεζα. Η σύγχυση μεταξύ των δύο μεγεθών μπορεί να οδηγήσει σε μια εικόνα που παρουσιάζει το πρόβλημα είτε πολύ μεγαλύτερο είτε πολύ μικρότερο από ό,τι είναι στην πραγματικότητα. Ιδιαίτερα στην περίπτωση των ΕΕΠ, μπορεί να δημιουργήσει μια ουσιαστικά διαστρεβλωμένη αντίληψη για το πραγματικό οικονομικό μέγεθος της έκθεσης και του κινδύνου που εξακολουθεί να υφίσταται.

 

Οι απόψεις που εκφράζονται ανήκουν στον συγγραφέα και δεν αντιπροσωπεύουν απαραίτητα τις θέσεις της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου ή οποιουδήποτε άλλου οργανισμού ή ιδρύματος / αρχής.

 

Ροή Ειδήσεων

Hellenic Bank Χορηγός Ροής INB
ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ