powered by cbn INB-DIGITAL-EDITIONS LOGO-PNG-108

H Κύπρος έχει ήδη κάνει το σημαντικό βήμα - Δημιουργείται η τεχνογνωσία εκεί όπου γεννιέται η πολιτική με την συμβολή των 50 Liaison Officers στις Αρμόδιες Αρχές

Οι κανόνες των κρατικών ενισχύσεων αντιμετωπίζονται πολλές φορές ως ένα σύνθετο κανονιστικό πλαίσιο, το οποίο περιορίζει τις δυνατότητες του κράτους να στηρίζει επιχειρήσεις και οικονομικούς τομείς. Στην πραγματικότητα, όμως, όταν υπάρχει σωστή γνώση, κατάλληλη διοικητική οργάνωση και έγκαιρος σχεδιασμός από τις Αρμόδιες Αρχές, οι ίδιοι κανόνες μπορούν να αποτελέσουν ένα ιδιαίτερα αποτελεσματικό εργαλείο οικονομικής, επενδυτικής και αναπτυξιακής πολιτικής.

Το βασικό ερώτημα είναι: Πως μπορεί να  επιτευχθεί αυτό; Και συγκεκριμένα πως αποκτάται η γνώση για τις κρατικές ενισχύσεις στις Αρμόδιες  Αρχές για ένα σύνθετο κανονιστικό πλαίσιο στο απαιτητικό περιβάλλον του σήμερα;

Το ελληνικό μοντέλο: κεντρικός συντονισμός και αποκεντρωμένη τεχνογνωσία

Η ελληνική εμπειρία δείχνει ότι η συστηματική ενσωμάτωση της τεχνογνωσίας για τις κρατικές ενισχύσεις μέσα στα Υπουργεία μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στην αξιοποίηση των δυνατοτήτων που παρέχει το ευρωπαϊκό πλαίσιο.

Στην Ελλάδα λειτουργεί η Κεντρική Μονάδα Κρατικών Ενισχύσεων (ΚΕΜΚΕ).

Παράλληλα, έχει δημιουργηθεί ένα δίκτυο Αποκεντρωμένων Μονάδων Κρατικών Ενισχύσεων (ΑΜΚΕ), ενταγμένων στην οργανική δομή των επιμέρους Υπουργείων.

Οι μονάδες αυτές εξετάζουν τις νομοθετικές και κανονιστικές παρεμβάσεις των Υπουργείων και των εποπτευόμενων φορέων τους από πλευράς κρατικών ενισχύσεων, συμβάλλουν στον σχεδιασμό συμβατών καθεστώτων και προετοιμάζουν σχέδια που προωθούνται προς την ΚΕΜΚΕ.

Έτσι δημιουργείται ουσιαστικά ένα σύστημα δύο επιπέδων:

τεχνογνωσία κοντά στην πηγή σχεδιασμού της πολιτικής και κεντρικός συντονισμός και έλεγχος.

Ο λειτουργός  που γνωρίζει κρατικές ενισχύσεις δεν πρέπει να εμφανίζεται μόνο στο τέλος της διαδικασίας για να ελέγξει εάν ένα ήδη σχεδιασμένο μέτρο είναι νόμιμο. Μπορεί να συμμετέχει πολύ νωρίτερα και να βοηθά το Υπουργείο να επιλέξει εξαρχής τη σωστή νομική βάση.

Αυτό είναι ίσως ένα από τα σημαντικότερα διδάγματα για την Κύπρο και είναι αυτό το μοντέλο που έχουμε επεξεργαστεί για να το προσαρμόσουμε στα μέτρα και στις ανάγκες της Κύπρου μας.

Η μεγάλη διαφορά στη χρήση του Γενικού Κανονισμού Απαλλαγής Κατά Κατηγορία - ΓΚΑΚ

Ο Γενικός Απαλλακτικός Κανονισμός —γνωστός ως ΓΚΑΚ αποτελεί σήμερα ένα από τα σημαντικότερα εργαλεία της ευρωπαϊκής πολιτικής κρατικών ενισχύσεων καθώς υποστηρίζει τους τομείς προτεραιότητας της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Επιτρέπει στα κράτη μέλη, εφόσον πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις του Κανονισμού, να εφαρμόζουν καθεστώτα κρατικών ενισχύσεων με έγκριση σε Εθνικό επίπεδο χωρίς να απαιτείται προηγούμενη κοινοποίηση και έγκριση από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Επιπρόσθετα, δίνει την  δυνατότητα  παραχώρησης κρατικών ενισχύσεων σε ψηλότερες εντάσεις συγκρινόμενο με το καθεστώς  de minimis.  

Αυτό σημαίνει, ταχύτερες διαδικασίες, μεγαλύτερη προβλεψιμότητα και  δυνατότητα σχεδιασμού σημαντικών αναπτυξιακών παρεμβάσεων στους τομείς προτεραιότητας  της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Η σύγκριση Ελλάδας και Κύπρου είναι ενδεικτική.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του State Aid Scoreboard της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το 2021, στην Ελλάδα υπήρχαν 235 ενεργά μέτρα κρατικών ενισχύσεων. Από αυτά, 156 μέτρα, δηλαδή 66,4%, εφαρμόζονταν βάσει του ΓΚΑΚ. Επιπλέον, το 63,4% των νέων μέτρων που τέθηκαν σε εφαρμογή εκείνη τη χρονιά υπάγονταν στον ΓΚΑΚ.

Στην Κύπρο, αντίθετα, από τα 39 ενεργά μέτρα του 2021, μόλις 10, δηλαδή 25,6%, ήταν μέτρα ΓΚΑΚ, ενώ μόνο 19% των νέων μέτρων υπάγονταν στον Γενικό Απαλλακτικό Κανονισμό.

Η διαφορά είναι σημαντική.

Δεν σημαίνει ότι κάθε κρατική ενίσχυση πρέπει ή μπορεί να υπάγεται στον ΓΚΑΚ.  Ούτε ότι ένα κράτος πρέπει να επιδιώκει μηχανιστικά υψηλότερα ποσοστά ΓΚΑΚ. Υποδεικνύει όμως ότι υπάρχει σημαντικό περιθώριο ώστε η Κύπρος να εξετάζει συστηματικότερα κατά πόσο μια πολιτική μπορεί να σχεδιαστεί εξαρχής αξιοποιώντας τις δυνατότητες του Απαλλακτικού Κανονισμού για παραχώρηση συμβατών  κρατικών ενισχύσεων.

Οι ευρύτερες δυνατότητες του  ΓΚΑΚ για  «μεγάλες ενισχύσεις»  

Η χρήση του ΓΚΑΚ δεν πρέπει να συγχέεται με τις ενισχύσεις de minimis.

Το de minimis είναι χρήσιμο εργαλείο, αλλά αφορά περιορισμένα ποσά και επομένως δεν μπορεί να αποτελεί τη βασική απάντηση σε όλες τις αναπτυξιακές ανάγκες μιας οικονομίας.

Ο ΓΚΑΚ παρέχει πολύ ευρύτερες δυνατότητες, σε διαφορετικούς τομείς της οικονομίας και σε ψηλότερες εντάσεις.

Μπορεί, μεταξύ άλλων, να χρησιμοποιηθεί για περιφερειακές επενδύσεις, ενισχύσεις προς ΜΜΕ, πρόσβαση ΜΜΕ σε χρηματοδότηση, έρευνα, ανάπτυξη και καινοτομία, ερευνητικές και καινοτομικές υποδομές, κατάρτιση εργαζομένων, ενεργειακή απόδοση, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, αποθήκευση ενέργειας, περιβαλλοντικές επενδύσεις, υποδομές φόρτισης, ευρυζωνικές και ψηφιακές υποδομές και σειρά άλλων επενδυτικών δράσεων.

Ακριβώς γι' αυτό η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει μετακινήσει σταδιακά το ευρωπαϊκό σύστημα προς μεγαλύτερη χρήση των απαλλακτικών κανονισμών.

Το 2024 τα κράτη μέλη ανέφεραν 6.509 ενεργά μέτρα βάσει ΓΚΑΚ  τα οποία αντιπροσώπευαν περίπου 69% του συνόλου των ενεργών μέτρων, έναντι μόλις 41% το 2014.

Στην Κύπρο δυστυχώς η αξιοποίηση του ΓΚΑΚ εξακολουθεί και είναι ακόμα σε πολύ χαμηλά επίπεδα παρά τις συστάσεις, υποδείξεις και καθοδήγηση  του Γραφείου μας. Συνεχίζονται  οι ενέργειες μας και ευελπιστούμε ότι η πρόοδος η οποία παρουσιάζεται στην αξιοποίηση του ΓΚΑΚ θα συνεχίσει και θα ενισχυθεί με τις περαιτέρω ενέργειες μας.

Η κατεύθυνση της Ευρώπης είναι επομένως σαφής: περισσότερη αποκέντρωση, μεγαλύτερη ευθύνη στα κράτη μέλη και ταχύτερη εφαρμογή των λιγότερο στρεβλωτικών ενισχύσεων.

Τι σημαίνει αυτό πρακτικά για την Κύπρο

Η Κύπρος είναι μία μικρή και ανοικτή οικονομία που αντιμετωπίζει σημαντικές διαρθρωτικές προκλήσεις: υψηλό ενεργειακό κόστος, πράσινη μετάβαση, ανάγκη για αποθήκευση ενέργειας, ψηφιακό μετασχηματισμό, περιορισμένη πρόσβαση ορισμένων ΜΜΕ σε χρηματοδότηση, ανάγκη ενίσχυσης της έρευνας και καινοτομίας, υδατικό πρόβλημα, κόστος μεταφορών και τις ιδιαίτερες επιπτώσεις της νησιωτικότητας.

Σε πολλούς από αυτούς τους τομείς υπάρχουν ήδη ευρωπαϊκά εργαλεία κρατικών ενισχύσεων.

Το ζητούμενο συνεπώς δεν είναι μόνο «πόσα χρήματα μπορεί να διαθέσει το κράτος», αλλά και πόσο αποτελεσματικά μπορεί να μετατρέψει τους διαθέσιμους δημόσιους πόρους σε νόμιμα, γρήγορα και στοχευμένα αναπτυξιακά μέτρα.

Για παράδειγμα, ένα Υπουργείο που επιθυμεί να στηρίξει την καινοτομία δεν θα πρέπει να ξεκινά από το ερώτημα «μπορούμε να δώσουμε de minimis;».

Θα πρέπει πρώτα να εξετάζει εάν μπορεί να σχεδιάσει ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα στη βάση των διατάξεων του ΓΚΑΚ για έρευνα, ανάπτυξη και καινοτομία, πειραματική ανάπτυξη, ερευνητικές υποδομές, innovation clusters ή άλλες συναφείς κατηγορίες.

Αντίστοιχα, στον ενεργειακό τομέα θα πρέπει να εξετάζονται συστηματικά οι δυνατότητες του ΓΚΑΚ και, όπου αυτές δεν επαρκούν, οι σχετικές Κατευθυντήριες Γραμμές και τα άλλα ευρωπαϊκά πλαίσια.

Η ίδια φιλοσοφία μπορεί να εφαρμοστεί στις ΜΜΕ, στην ψηφιοποίηση, στην κατάρτιση, στην πράσινη οικονομία, στη γεωργία και στις υποδομές.

Όταν ο ΓΚΑΚ δεν επαρκεί, υπάρχουν οι Κατευθυντήριες Γραμμές

Η δεύτερη μεγάλη αλλαγή που χρειάζεται είναι η απομάκρυνση από την αντίληψη ότι υπάρχουν μόνο δύο επιλογές: «de minimis ή ΓΚΑΚ».

Η ευρωπαϊκή εργαλειοθήκη είναι πολύ ευρύτερη.

Υπάρχουν οι Κατευθυντήριες Γραμμές και τα ειδικά πλαίσια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για σημαντικούς τομείς της οικονομίας.

Όπου επομένως ένα φιλόδοξο μέτρο δεν μπορεί να χωρέσει στον ΓΚΑΚ —λόγω ύψους ενίσχυσης, μεγέθους έργου ή ιδιαίτερων χαρακτηριστικών— η απάντηση δεν πρέπει να είναι η εγκατάλειψή του ή η τεχνητή συρρίκνωσή του ώστε να χωρέσει στο de minimis.

Πρέπει να εξετάζεται κατά πόσο μπορεί να σχεδιαστεί και να κοινοποιηθεί στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή βάσει των κατάλληλων Κατευθυντήριων Γραμμών.

Αυτό απαιτεί περισσότερη τεχνογνωσία και προετοιμασία, μπορεί όμως να επιτρέψει την υλοποίηση πολύ μεγαλύτερων και περισσότερο μετασχηματιστικών επενδύσεων.

Τι μπορεί να γίνει άμεσα στην Κύπρο - Δίκτυο 50 liaison officers στις Αρμόδιες Αρχές  

Η πρώτη προτεραιότητα θα πρέπει να είναι η ενδυνάμωση  ουσιαστικής τεχνογνωσίας κρατικών ενισχύσεων μέσα στις ίδιες τις αρμόδιες αρχές.

Η Κύπρος έχει ήδη κάνει ένα σημαντικό βήμα: το δίκτυο των Liaison Officers

Με πρωτοβουλία του Γραφείου του Εφόρου Ελέγχου Κρατικών Ενισχύσεων έχει δημιουργηθεί δίκτυο περίπου 50 Liaison Officers για θέματα κρατικών ενισχύσεων σε όλες τις αρμόδιες αρχές.

Προγραμματίζεται η πρώτη επίσημη συνάντηση στα Γραφεία μας στις 25/9/2026.

Η πρωτοβουλία αυτή αποτελεί σημαντικό βήμα καθώς επιδιώκει ακριβώς τη διάχυση της γνώσης και τη δημιουργία σημείων αναφοράς για θέματα κρατικών ενισχύσεων μέσα στις ίδιες τις αρχές που σχεδιάζουν και εφαρμόζουν δημόσιες πολιτικές.

Υπό αυτή την έννοια, η Κύπρος έχει ήδη θέσει τη βάση ενός αποκεντρωμένου δικτύου τεχνογνωσίας, προσαρμοσμένου στο μέγεθος και στη διοικητική της δομή.

Η επόμενη πρόκληση δεν είναι επομένως η δημιουργία ενός νέου μηχανισμού από μηδενική βάση, αλλά η θεσμική ενδυνάμωση και ουσιαστική αξιοποίηση του υφιστάμενου δικτύου των Liaison Officers.

Η ελληνική εμπειρία μπορεί να είναι ιδιαίτερα χρήσιμη σε αυτό το στάδιο.

Οι ελληνικές Αποκεντρωμένες Μονάδες Κρατικών Ενισχύσεων αποτελούν οργανωμένες δομές εντός των Υπουργείων και συμμετέχουν στη διαδικασία εξέτασης και προετοιμασίας μέτρων κρατικών ενισχύσεων. Στην Κύπρο, το δίκτυο των Liaison Officers θα μπορούσε να εξελιχθεί σταδιακά σε ένα ακόμη πιο λειτουργικό σύστημα έγκαιρης διάγνωσης και σχεδιασμού.

Δεν χρειάζεται να αντιγράψουμε το ελληνικό μοντέλο. Χρειάζεται να εξελίξουμε το κυπριακό μοντέλο.

Από τους Liaison Officers σε ένα δίκτυο State Aid Expertise

Οι 50 Liaison Officers θα μπορούσαν να αποτελέσουν τον πυρήνα μιας δεύτερης φάσης μεταρρύθμισης.

Με συστηματική και συνεχή εκπαίδευση από το Γραφείο Εφόρου, πρακτικά workshops, εξειδικευμένη κατάρτιση στον ΓΚΑΚ και στις Κατευθυντήριες Γραμμές, κοινά templates και checklists και τακτικές συναντήσεις ανταλλαγής εμπειριών, μπορούν σταδιακά να αποκτήσουν ακόμη μεγαλύτερο ρόλο στον σχεδιασμό των πολιτικών των αρχών τους.

Ιδιαίτερη σημασία θα είχε η κατάρτιση να μην περιορίζεται στη γενική γνώση των κανόνων.

Οι Liaison Officers κάθε αρχής θα μπορούσαν να εξειδικεύονται στους τομείς που αφορούν το δικό τους χαρτοφυλάκιο.

Για παράδειγμα, οι αρμόδιοι λειτουργοί για θέματα ενέργειας να γνωρίζουν σε βάθος τις δυνατότητες του ΓΚΑΚ και των σχετικών Κατευθυντήριων Γραμμών για ενεργειακή απόδοση, ΑΠΕ και αποθήκευση ενέργειας. Οι λειτουργοί που ασχολούνται με επιχειρήσεις και βιομηχανία να εξειδικεύονται στις ενισχύσεις προς ΜΜΕ, στην πρόσβαση σε χρηματοδότηση και στις επενδυτικές ενισχύσεις. Αντίστοιχα, στους τομείς της έρευνας και της καινοτομίας να υπάρχει εξειδίκευση στις σχετικές πρόνοιες για R&D, πειραματική ανάπτυξη, ερευνητικές υποδομές και innovation clusters.

Με αυτό τον τρόπο δημιουργείται σταδιακά τεχνογνωσία εκεί όπου γεννιέται η πολιτική, χωρίς να αποδυναμώνεται ο κεντρικός συντονιστικός και ελεγκτικός ρόλος του Γραφείου του Εφόρου.

Το επόμενο βήμα: από τη διάχυση της γνώσης στην παραγωγή πολιτικής

Η επιτυχία του δικτύου δεν πρέπει τελικά να μετρηθεί μόνο από τον αριθμό των εκπαιδεύσεων ή των λειτουργών που συμμετέχουν σε αυτό.

Πρέπει να μετρηθεί από το αποτέλεσμα.

Πόσα νέα σχέδια σχεδιάστηκαν εξαρχής με βάση τον ΓΚΑΚ αντί  να περιοριστούν στο de minimis;

Πόσες αρμόδιες αρχές εξέτασαν τις Κατευθυντήριες Γραμμές;

Πόσο μειώθηκε ο χρόνος που απαιτείται για την εξέταση ενός νέου μέτρου επειδή τα ζητήματα κρατικών ενισχύσεων είχαν εντοπιστεί από το αρχικό στάδιο;

Πόσα περισσότερα ευρωπαϊκά εργαλεία μπόρεσε τελικά να αξιοποιήσει η Κυπριακή Δημοκρατία;

Αυτό θα μπορούσε να αποτελέσει και έναν συγκεκριμένο κυβερνητικό στόχο: κάθε αρμόδια αρχή να εξετάζει συστηματικά, πριν από την επιλογή του de minimis, τις δυνατότητες του ΓKΑΚ και, όπου απαιτείται, των Κατευθυντήριων Γραμμών.

Το ζητούμενο δεν είναι η χρήση του ΓΚΑΚ ως αυτοσκοπός. Είναι η επιλογή της καταλληλότερης νομικής βάσης που επιτρέπει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, επαρκή ένταση ενίσχυσης και ουσιαστικότερο αναπτυξιακό αποτέλεσμα.

Έτσι, το κυπριακό μοντέλο μπορεί να αποκτήσει ένα ιδιαίτερα ενδιαφέρον χαρακτηριστικό: ένα ισχυρό και εξειδικευμένο κεντρικό Γραφείο Ελέγχου Κρατικών Ενισχύσεων, σε συνδυασμό με ένα εκπαιδευμένο δίκτυο 50 Liaison Officers μέσα στις αρμόδιες αρχές.

Αυτό μπορεί να αποτελέσει όχι απλώς μηχανισμό συμμόρφωσης, αλλά υποδομή για καλύτερο σχεδιασμό της οικονομικής πολιτικής της χώρας.

Σε κάθε βασικό Υπουργείο και Υφυπουργείο θα μπορούσαν να υπάρχουν εκπαιδευμένοι  από το Γραφείο μας λειτουργοί ή μικρές εξειδικευμένες ομάδες κρατικών ενισχύσεων, οι οποίοι θα λειτουργούν ως σταθεροί σύνδεσμοι με το Γραφείο του Εφόρου Ελέγχου Κρατικών Ενισχύσεων.

Οι λειτουργοί αυτοί θα πρέπει να συμμετέχουν από το αρχικό στάδιο σχεδιασμού μιας πολιτικής και όχι όταν το σχέδιο έχει ήδη ολοκληρωθεί.

Παράλληλα, θα μπορούσε να καθιερωθεί διαδικασία «State Aid Screening» για κάθε σημαντικό νέο σχέδιο οικονομικής πολιτικής και πριν από την οριστικοποίηση ενός σχεδίου, η αρμόδια αρχή θα εξετάζει διαδοχικά εάν υπάρχει κρατική ενίσχυση εάν μπορεί να εφαρμοστεί με όρους αγοράς ή κατά τρόπο που να μην συνιστά ενίσχυση εάν μπορεί να υπαχθεί στον ΓΚΑΚ ή σε άλλο Απαλλακτικό Κανονισμό και, εφόσον αυτό δεν είναι δυνατό, ποια Κατευθυντήρια Γραμμή ή άλλο ευρωπαϊκό πλαίσιο μπορεί να αποτελέσει τη βάση για κοινοποίηση.

Το de minimis θα πρέπει να αποτελεί μία από τις διαθέσιμες επιλογές — όχι  όμως την αυτόματη πρώτη επιλογή.

Χρειάζεται επίσης αλλαγή κουλτούρας

Το σημαντικότερο ίσως ζήτημα δεν είναι θεσμικό αλλά πολιτισμικό.

Οι κρατικές ενισχύσεις δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται στο τέλος μιας διαδικασίας ως νομικό εμπόδιο που πρέπει να ξεπεραστεί.

Πρέπει να αποτελούν μέρος του policy design και πρέπει να υπάρχει η γνώση .

Όταν η γνώση των κανόνων εισέρχεται στην αρχή της διαδικασίας, οι αρμόδιες αρχές γνωρίζουν εκ των προτέρων ποια εργαλεία έχουν στη διάθεσή τους, ποια είναι τα όρια ενίσχυσης, ποιες δαπάνες είναι επιλέξιμες, ποιες επιχειρήσεις μπορούν να ωφεληθούν και ποιες προϋποθέσεις πρέπει να ενσωματωθούν στο σχέδιο.

Έτσι περιορίζονται οι καθυστερήσεις και οι επανασχεδιασμοί και αυξάνεται η ταχύτητα εφαρμογής των κυβερνητικών πολιτικών.

Από το σήμερα στο 2027- Αναθεώρηση του ΓΚΑΚ

Η ανάγκη αυτή γίνεται ακόμη πιο επιτακτική λόγω των αλλαγών που βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναθεωρεί τον Γενικό Απαλλακτικό Κανονισμό με στόχο την περαιτέρω απλοποίηση, τη μείωση του διοικητικού φόρτου και την παροχή μεγαλύτερης ευελιξίας στα κράτη μέλη.

Η υιοθέτηση του νέου ΓΚΑΚ προγραμματίζεται για το τέλος του 2026, με προβλεπόμενη εφαρμογή από την 1η Ιανουαρίου 2027.

Για την Κύπρο αυτό αποτελεί ευκαιρία και η προετοιμασία  έχει ήδη αρχίσει.

Σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Επιτροπής έχουν αρχίσει οι διαβουλεύσεις με τα Κράτη Μέλη σε διάφορα επίπεδα .και  το Γραφείο μας έχει ήδη ενημερώσει  όλες τις Αρμόδιες Αρχές για τις ενδεχόμενες τροποποιήσεις και ήδη συλλέγουμε τις εισηγήσεις τους επι των προτεινόμενων τροποποιήσεων.

Επιπρόσθετα, κάθε Υπουργείο και Υφυπουργείο θα μπορούσε να καταρτίσει έναν State Aid Action Plan 2027, καταγράφοντας τις αναπτυξιακές του προτεραιότητες για τα επόμενα τρία έως πέντε χρόνια και αντιστοιχίζοντάς τες με τις διαθέσιμες ή αναμενόμενες νομικές βάσεις του ΓΚΑΚ και των Κατευθυντήριων Γραμμών.

Έτσι, αντί οι κανόνες κρατικών ενισχύσεων να ακολουθούν την κυβερνητική πολιτική, θα συμβάλλουν στον στοχευμένο σχεδιασμό της.

Από τον έλεγχο στην ανάπτυξη

Η σύγκριση Ελλάδας και Κύπρου δεν πρέπει να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι ένα διοικητικό μοντέλο μπορεί απλώς να αντιγραφεί από τη μία χώρα στην άλλη.

Η Ελλάδα είναι μεγαλύτερη χώρα, με διαφορετική διοικητική δομή, περισσότερα Υπουργεία, περιφέρειες και σημαντικά μεγαλύτερο αριθμό καθεστώτων κρατικών ενισχύσεων.

Υπάρχει όμως ένα ουσιαστικό μάθημα που μπορεί να αξιοποιήσει η Κύπρος:

η τεχνογνωσία των κρατικών ενισχύσεων πρέπει να βρίσκεται όσο το δυνατόν πιο κοντά στο σημείο όπου σχεδιάζεται η δημόσια πολιτική, διατηρώντας παράλληλα ισχυρό κεντρικό συντονισμό, συνέπεια και έλεγχο.

Ο Γενικός Απαλλακτικός Κανονισμός και οι Κατευθυντήριες Γραμμές δεν αποτελούν απλώς νομικά κείμενα συμμόρφωσης.

Είναι εργαλεία οικονομικής πολιτικής και έτσι πρέπει να αξιοποιούνται.

Μπορούν να κινητοποιήσουν επενδύσεις, να στηρίξουν την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση, να ενισχύσουν τις ΜΜΕ, την καινοτομία και την ανταγωνιστικότητα και να επιτρέψουν στο κράτος να αντιμετωπίσει συγκεκριμένες αδυναμίες της αγοράς.

Η πρόκληση για την Κύπρο είναι συνεπώς να περάσει από την αντίληψη της «έγκρισης μιας ενίσχυσης» στη λογική του «σχεδιασμού μιας αναπτυξιακής πολιτικής με αξιοποίηση των κανόνων κρατικών ενισχύσεων».

Και αυτή η αλλαγή μπορεί να επιτευχθεί με την διάχυση της γνώσης στη παραγωγή πολιτικής.


*Έφορος Ελέγχου Κρατικών Ενισχύσεων

Ροή Ειδήσεων

Hellenic Bank Χορηγός Ροής INB
ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ