Καθώς η Κύπρος συνεχίζει να αναδιαμορφώνει το δικαστικό της σύστημα, ο Αντώνης Ρ. Λιάτσος, Πρόεδρος του Ανώτατου Συνταγματικού Δικαστηρίου, συζητά για τη θεσμική αλλαγή, τις συνταγματικές εγγυήσεις, τις εκκρεμείς υποθέσεις και την τεχνητή νοημοσύνη, και εξηγεί γιατί η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης παραμένει η μεγαλύτερη ευθύνη της δικαιοσύνης.
Έχουν περάσει πλέον τρία χρόνια από τότε που το ενοποιημένο Ανώτατο Δικαστήριο διαχωρίστηκε στο Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο και το Ανώτατο Δικαστήριο. Πώς θα αξιολογούσατε την απόδοση των δύο θεσμών μέχρι σήμερα;
Ο διαχωρισμός του ενοποιημένου Ανώτατου Δικαστηρίου τον Ιούλιο του 2023 αποτέλεσε μια σημαντική συνταγματική μεταρρύθμιση. Οι στόχοι της ήταν η ενίσχυση της δικαστικής εξειδίκευσης, η βελτίωση της αποτελεσματικότητας, η ενδυνάμωση της συνταγματικής δικαιοδοσίας και η εισαγωγή ισχυρότερων θεσμικών ελέγχων, αντανακλώντας τις συστάσεις της Επιτροπής της Βενετίας και της GRECO. Αν και είναι ακόμη πολύ νωρίς για μια οριστική αξιολόγηση, πιστεύω ακράδαντα ότι αυτοί οι στόχοι έχουν επιτευχθεί και από τα δύο δικαστήρια, στον βαθμό που θα μπορούσαν να έχουν επιτευχθεί μέσα σε μια περίοδο τριών ετών, έχοντας υπόψη ότι δεν πρόκειται για εφάπαξ στόχους· πρέπει να εκπληρώνονται κάθε χρόνο. Τούτου λεχθέντος, η θεσμική αναδιάρθρωση από μόνη της δεν μπορεί να εξαλείψει τις μακροχρόνιες καθυστερήσεις. Η μακροπρόθεσμη επιτυχία της εξαρτάται από τη συνεχή επένδυση σε δικαστικούς πόρους, την αποτελεσματική διαχείριση υποθέσεων, τον ψηφιακό μετασχηματισμό και τις διαδικαστικές βελτιώσεις.
Η Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του 2025 για το Κράτος Δικαίου επεσήμανε συνεχιζόμενες καθυστερήσεις και σημαντικό όγκο εκκρεμών υποθέσεων στο δικαστικό σύστημα. Ποια είναι η αξιολόγησή σας για τα ευρήματα της Έκθεσης και πότε μπορούν ρεαλιστικά οι πολίτες να αναμένουν μετρήσιμες βελτιώσεις;
Πιστεύω ότι, με κάθε χρόνο που περνά, τα θετικά αποτελέσματα της μεταρρύθμισης της δικαιοσύνης στην Κύπρο γίνονται όλο και πιο εμφανή. Ενώ η Έκθεση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής του 2025 για το Κράτος Δικαίου εντόπισε συνεχιζόμενες καθυστερήσεις και σημαντικό όγκο εκκρεμών υποθέσεων, αυτές οι προκλήσεις ήταν ακριβώς μεταξύ των κύριων λόγων για την ανάληψη της μεταρρύθμισης. Από την επανασύστασή του την 1η Ιουλίου 2023, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο ασκεί επίσης τη δικαιοδοσία του Διοικητικού Εφετείου βάσει μεταβατικών νομοθετικών διατάξεων, με στόχο την επιτάχυνση των εκκρεμών υποθέσεων και τη μείωση του συσσωρευμένου όγκου.
- Διαβάστε επίσης: Κώστας Φυτιρής: Στόχος μας είναι να οικοδομήσουμε ένα σύστημα δικαιοσύνης πιο αποτελεσματικό, πιο διαφανές και πιο προσβάσιμο σε κάθε πολίτη
Επιπλέον, στο τέλος του 2025, υιοθετήθηκε Διαδικαστικός Κανονισμός που απαιτεί την έκδοση αποφάσεων όσο το δυνατόν πιο σύντομα και, σε κάθε περίπτωση, εντός έξι μηνών, ενώ οι παρεμπίπτουσες αποφάσεις πρέπει να εκδίδονται εντός δύο μηνών. Οι μετρήσιμες βελτιώσεις αναμένεται να γίνουν όλο και πιο ορατές καθώς οι μεταρρυθμίσεις ωριμάζουν, η ηλεκτρονική διαχείριση υποθέσεων τίθεται πλήρως σε λειτουργία και οι νέες διαδικασίες εδραιώνονται. Η βιώσιμη πρόοδος απαιτεί συνεπή εφαρμογή και επαρκή χρηματοδότηση καθώς και συνεχή παρακολούθηση, αντί για προσδοκίες άμεσου μετασχηματισμού.
Σε ποιο βαθμό πιστεύετε ότι η επέκταση της χρήσης μηχανισμών Εναλλακτικής Επίλυσης Διαφορών (ΕΕΔ) θα μπορούσε να συμβάλει στη μείωση του μακροχρόνιου όγκου εκκρεμών υποθέσεων και στην ελάφρυνση του φόρτου των ανώτερων δικαστηρίων;
Η ΕΕΔ αποτελεί ουσιώδες στοιχείο ενός σύγχρονου συστήματος δικαιοσύνης. Η διαμεσολάβηση και η διαιτησία μπορούν να επιλύσουν πολλές αστικές, εμπορικές και οικογενειακές διαφορές πιο γρήγορα, με χαμηλότερο κόστος και συχνά με μεγαλύτερη ικανοποίηση για τα μέρη. Αυτό επιτρέπει στα δικαστήρια να επικεντρώνονται σε υποθέσεις που απαιτούν έγκυρη δικαστική κρίση. Ωστόσο, η ΕΕΔ δεν αποτελεί καθολική λύση. Οι συνταγματικές, ποινικές και πολλές διαφορές δημοσίου δικαίου πρέπει να παραμείνουν εντός της δικαστικής διαδικασίας. Ο στόχος, επομένως, θα πρέπει να είναι η συμπληρωματικότητα.
Μια καλά ρυθμισμένη, προσβάσιμη και επαγγελματικά διαχειριζόμενη ΕΕΔ μπορεί να μειώσει σημαντικά τις περιττές δικαστικές διαμάχες, διατηρώντας παράλληλα πλήρη σεβασμό στα δικαιώματα των μερών και στην πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Ωστόσο, οι προσπάθειες ευαισθητοποίησης θα πρέπει να ενισχυθούν περαιτέρω, καθώς η μέχρι σήμερα εμπειρία έχει δείξει ότι οι πολίτες ενδέχεται να αντιμετωπίζουν δυσκολίες στο να εμπιστευτούν τις εναλλακτικές μεθόδους επίλυσης διαφορών στον ίδιο βαθμό που εμπιστεύονται τις δικαστικές διαδικασίες ενώπιον των δικαστηρίων. Η ενίσχυση της δημόσιας εμπιστοσύνης σε τέτοιους μηχανισμούς αποτελεί θεμελιώδη προϋπόθεση για την ευρύτερη αποδοχή και την αποτελεσματική εφαρμογή τους.
Παρά τις σημαντικές δικαστικές μεταρρυθμίσεις που εφαρμόστηκαν τα τελευταία χρόνια, συνεχίζουν να διατυπώνονται ανησυχίες σε ευρωπαϊκές εκθέσεις σχετικά με την αποτελεσματικότητα του δικαστικού συστήματος της χώρας. Ποια περαιτέρω βήματα θεωρείτε απαραίτητα ώστε η Κύπρος να ευθυγραμμιστεί πλήρως με τις ευρωπαϊκές βέλτιστες πρακτικές σχετικά με τη δικαστική ανεξαρτησία, την αποτελεσματικότητα και τη λογοδοσία;
Οι πρόσφατες δικαστικές μεταρρυθμίσεις έχουν δημιουργήσει ένα ισχυρό θεσμικό πλαίσιο, ωστόσο ο πλήρης αντίκτυπός τους θα γίνει εμφανής με τον χρόνο. Ένα βασικό επίτευγμα υπήρξε η δημιουργία δύο Δικαστικών Συμβουλίων, που επιτρέπουν την αμοιβαία εποπτεία των αποφάσεων σχετικά με τους διορισμούς, τις προαγωγές και την πειθαρχία των δικαστών, ενισχύοντας έτσι τη δικαστική ανεξαρτησία και λογοδοσία. Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έχει επίσης υιοθετήσει Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Κατευθυντήριες Οδηγίες και Δικαστικές Πρακτικές για την προώθηση της συνέπειας, της αποτελεσματικότητας και της διαφάνειας. Αυτά περιλαμβάνουν δεσμευτικά χρονικά όρια για την έκδοση αποφάσεων, με πειθαρχικές συνέπειες σε περίπτωση μη συμμόρφωσης.
- Διαβάστε επίσης: Σε τροχιά υλοποίησης η πρώτη φάση της νέας πλατφόρμας iJustice – Ικανοποίηση Δικαστικής Υπηρεσίας και δικηγόρων
Κοιτάζοντας μπροστά, η συνεχής ανάπτυξη πρακτικών κατευθυντήριων γραμμών, συμπεριλαμβανομένων Οδηγιών για την υπεύθυνη χρήση συστημάτων τεχνητής νοημοσύνης από δικαστές, θα ενισχύσει περαιτέρω την αποτελεσματικότητα διατηρώντας παράλληλα τη δικαστική ανεξαρτησία. Οι προσβάσιμες δικαστικές αποφάσεις, η μεγαλύτερη θεσμική διαφάνεια και η καλύτερη κατανόηση των δικαστικών διαδικασιών από το κοινό συμβάλλουν όλα στην εμπιστοσύνη προς το σύστημα δικαιοσύνης. Αυτά τα μέτρα θα βοηθήσουν την Κύπρο να ευθυγραμμιστεί σταδιακά με τις ευρωπαϊκές βέλτιστες πρακτικές.
Έχετε μιλήσει για τις δυνατότητες της τεχνητής νοημοσύνης και της ψηφιακής δικαιοσύνης. Κατά τη γνώμη σας, πού θα πρέπει η τεχνητή νοημοσύνη να βοηθά τους δικαστές και πού δεν θα πρέπει ποτέ να της επιτρέπεται να αντικαθιστά την ανθρώπινη κρίση;
Τα συστήματα τεχνητής νοημοσύνης, ή οποιαδήποτε άλλη τεχνολογική εξέλιξη, είναι πάντα ευπρόσδεκτα, καθώς μπορούν να μειώσουν τον χρόνο και να βελτιώσουν την αποτελεσματικότητα με απώτερο στόχο η δικαιοσύνη να απονέμεται ταχύτερα. Ωστόσο, πρέπει να χαραχθεί μια αυστηρή γραμμή προκειμένου να διασφαλιστεί ότι αυτά τα συστήματα και η χρήση τους δεν θα παρεμβαίνουν με κανέναν τρόπο στην αρχή του σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένων, ενδεικτικά, του δικαιώματος πρόσβασης σε δικαστήριο και του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη, τα οποία δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να υπονομευτούν.
Τούτου λεχθέντος, η λήψη αποφάσεων, η αξιολόγηση, η εκτίμηση και ο νομικός συλλογισμός ανήκουν αποκλειστικά στους δικαστές. Ως προς αυτό, όπως ήδη ανέφερα, βρισκόμαστε επί του παρόντος στη διαδικασία σύνταξης Κατευθυντήριων Οδηγιών για τη Χρήση Συστημάτων Τεχνητής Νοημοσύνης. Αυτές οι Οδηγίες αποσκοπούν στην παροχή καθοδήγησης στα μέλη του δικαστικού σώματος, καθιστώντας παράλληλα σαφές ότι η αδιάκριτη, ακατάλληλη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης κατά την άσκηση δικαστικών καθηκόντων δεν επιτρέπεται και δεν θα γίνεται αποδεκτή ή ανεκτή.
Είναι δεδομένο ότι όλοι είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και κανείς δεν είναι «ανέγγιχτος», ωστόσο, σύμφωνα με τα ευρήματα του Ειδικού Ευρωβαρόμετρου του 2025 για τη Διαφθορά, η αντίληψη του κοινού για τη διαφθορά στην Κύπρο παραμένει ανησυχητικά υψηλή. Ποιον ρόλο μπορεί να διαδραματίσει η δικαστική εξουσία, και ειδικότερα το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο, στην αποκατάσταση της εμπιστοσύνης του κοινού στο κράτος δικαίου και τους κρατικούς θεσμούς;
Η εμπιστοσύνη του κοινού στο σύστημα δικαιοσύνης δεν εξαρτάται από δηλώσεις αλλά από τη συνεπή εφαρμογή του νόμου. Ο ρόλος της δικαστικής εξουσίας είναι να διασφαλίζει ότι κάθε υπόθεση κρίνεται αμερόληπτα, ανεξάρτητα και αποκλειστικά με βάση τον νόμο και τα αποδεικτικά στοιχεία, ανεξάρτητα από την ιδιότητα ή τη θέση των εμπλεκομένων. Κανείς δεν θα πρέπει να βρίσκεται πάνω από τον νόμο. Ταυτόχρονα, η δικαστική λογοδοσία και διαφάνεια είναι ουσιώδεις για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης του κοινού. Οι πρόσφατες μεταρρυθμίσεις, συμπεριλαμβανομένων ενισχυμένων μηχανισμών εποπτείας, σαφών διαδικαστικών προτύπων και μέτρων που προωθούν την έγκαιρη έκδοση αποφάσεων, συμβάλλουν στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης στην απονομή της δικαιοσύνης.
Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, η αρχή ότι όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι ενώπιον του νόμου αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου. Τα κυπριακά δικαστήρια έχουν αποδείξει στην πράξη τη δέσμευσή τους σε αυτή την αρχή, όπως αποδεικνύεται, μεταξύ άλλων, από υποθέσεις στις οποίες πολιτικά πρόσωπα, υπουργοί και ανεξάρτητοι κρατικοί αξιωματούχοι έχουν απομακρυνθεί από τη θέση τους ή/και έχουν καταδικαστεί για ποινικά αδικήματα. Εν τέλει, η εμπιστοσύνη του κοινού θα αποκατασταθεί μέσω μιας συνεπούς δικαστικής πρακτικής που θα καταδεικνύει ότι πολιτικοί, δικαστές και απλοί πολίτες υπόκεινται όλοι στα ίδια νομικά πρότυπα.
Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Gold, τεύχος Αυγούστου 2026.







