Την ανθεκτικότητα του κυπριακού τραπεζικού συστήματος επιβεβαιώνει η Κεντρική Τράπεζα Κύπρου (ΚΤΚ), προειδοποιώντας, ωστόσο, για αυξανόμενους κινδύνους που δημιουργούν νέες προκλήσεις για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα.
Ανάμεσα σε άλλα, η Κεντρική Τράπεζα υποδεικνύει πως η έκθεση στον εγχώριο τομέα ακινήτων και σε κυβερνητικά ομόλογα, εν μέσω μάλιστα αυξανόμενων ανησυχιών για το παγκόσμιο δημόσιο χρέος παρά το γενικά ασφαλή χαρακτήρα τους, ενδέχεται να καταστήσουν τον τραπεζικό τομέα ευάλωτο σε πιθανή μετάδοση κλονισμών.
Επιπρόσθετα, η Κεντρική προειδοποιεί και σε σχέση με το θέμα των εκποιήσεων, τονίζοντας-μεταξύ άλλων-ότι οι πρόσφατες τροποποιήσεις που ψήφισε η Βουλή, επαναφέρουν το πλαίσιο σε ρυθμίσεις προ του 2018, αποδυναμώνοντας ουσιωδώς την αποτελεσματική λειτουργία του.
Η Έκθεση
Ειδικότερα στην Έκθεση Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας που δημοσιοποίησε πρόσφατα, αναφέρει πως ο τραπεζικός τομέας παρέμεινε ανθεκτικός έναντι εγχώριων και εξωτερικών κραδασμών, διατηρώντας υψηλή κερδοφορία, ισχυρή ποιότητα ενεργητικού και επαρκή επίπεδα κεφαλαίων και ρευστότητας, συμβάλλοντας στη θωράκιση της χρηματοοικονομικής σταθερότητας.
Ταυτόχρονα, οι συγχωνεύσεις στον εγχώριο τραπεζικό τομέα που ολοκληρώθηκαν εντός του 2025 αναμένεται να ενισχύσουν περαιτέρω την ανθεκτικότητα και την αποδοτικότητα του συστήματος, οδηγώντας όμως σε περαιτέρω αύξηση της ήδη υψηλής συγκέντρωσής του.
Επιπλέον, συνεχίζει, ορισμένοι παράγοντες συνιστούν πηγές ευπάθειας. Ειδικότερα, εξηγεί, η πρόσφατη δανειοδοτική δραστηριότητα του τομέα προς κατοίκους εξωτερικού, καθώς και η έκθεσή του στον εγχώριο τομέα των ακινήτων και σε κυβερνητικά ομόλογα (εν μέσω αυξανόμενων ανησυχιών για το παγκόσμιο δημόσιο χρέος παρά το γενικά ασφαλή χαρακτήρα τους), ενδέχεται να καταστήσουν τον τραπεζικό τομέα ευάλωτο σε πιθανή μετάδοση κλονισμών.
Καλή η κερδοφορία, αλλά απαιτείται στενή παρακολούθηση
Σύμφωνα, πάντως, με την Κεντρική Τράπεζα, η κερδοφορία του τραπεζικού τομέα ακολουθεί σταθεροποιητική τάση, μετά την κορύφωση του κύκλου αύξησης των επιτοκίων, και παραμένει σε επίπεδα αισθητά υψηλότερα σε σύγκριση με την περίοδο πριν από το 2022.
Αφού σημειώνει ότι, τα καθαρά έσοδα από τόκους εξακολουθούν να αποτελούν τον κύριο παράγοντα της κερδοφορίας του τομέα, ενώ το συνολικά υψηλό επίπεδο κερδοφορίας διατηρεί τις αποδόσεις των ιδίων κεφαλαίων σε υψηλά επίπεδα, η Κεντρική τονίζει πως «η έντονη εξάρτηση των επιχειρηματικών μοντέλων των πιστωτικών ιδρυμάτων στα καθαρά έσοδα από τόκους καθιστά την κερδοφορία τους ιδιαίτερα ευαίσθητη σε ενδεχόμενη αντιστροφή του επιτοκιακού κύκλου, καθώς και σε πιθανή επιδείνωση της πιστωτικής ποιότητας τους ενεργητικού τους στην περίπτωση επιδείνωσης των μακροοικονομικών συνθηκών».
Υπό το πρίσμα αυτό, υποδεικνύει, καθίσταται αναγκαία η συνεχής και στενή παρακολούθηση της βιωσιμότητας των πηγών κερδοφορίας και της ικανότητας του τραπεζικού τομέα να διατηρεί επαρκή επίπεδα ανθεκτικότητας σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα.
Ποιότητα ενεργητικού
Σε ό,τι αφορά την ποιότητα του ενεργητικού του τραπεζικού τομέα, η Κεντρική Τράπεζα επισημαίνει πως συνεχίζει να ενισχύεται, με τον δείκτη μη εξυπηρετούμενων χορηγήσεων (ΜΕΧ) να υποχωρεί στο ιστορικά χαμηλό επίπεδο του 1,6% και να συγκρίνεται, πλέον, θετικά και με τον μέσο όρο της Ε.Ε., υπογραμμίζοντας-ωστόσο- ότι η πρόοδος που επιτεύχθηκε τα τελευταία χρόνια όσον αφορά την απομόχλευση των δανειακών χαρτοφυλακίων του τραπεζικού τομέα δεν ήταν ομοιόμορφη, με σημαντικές αποκλίσεις να εξακολουθούν να υφίστανται στους δείκτες ΜΕΧ μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων.
Γεωπολιτικές εντάσεις
Την ίδια ώρα και παρότι αναγνωρίζει πως η άμεση έκθεση των πιστωτικών ιδρυμάτων σε γεωγραφικά ευαίσθητες περιοχές παραμένει περιορισμένη, αντιπροσωπεύοντας περίπου το 3,1% του συνολικού ενεργητικού των πιστωτικών ιδρυμάτων, εντούτοις προειδοποιεί ότι οι έμμεσοι κίνδυνοι που απορρέουν από την κλιμάκωση των γεωπολιτικών εντάσεων εξακολουθούν να χρήζουν παρακολούθησης.
Ειδικότερα, η Κεντρική Τράπεζα προειδοποιεί πως μια ενδεχόμενη επιδείνωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος, σε συνδυασμό με παρατεταμένα υψηλές τιμές ενέργειας και το υφιστάμενο καθεστώς αυξημένης παγκόσμιας πολιτικής αβεβαιότητας, θα μπορούσε να ασκήσει πιέσεις στη χρηματοοικονομική θέση των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών.
Υπό αυτό το πρίσμα, επισημαίνει, «ενδέχεται να αποδυναμωθεί η ικανότητα εξυπηρέτησης του χρέους τους, με αρνητικές επιπτώσεις στην ποιότητα του ενεργητικού του τραπεζικού τομέα».
Επιπλέον, σύμφωνα πάντα με την Έκθεση της Κεντρικής Τράπεζας, η επέκταση των δανειοδοτικών δραστηριοτήτων των πιστωτικών ιδρυμάτων στο εξωτερικό ενισχύει τη διασύνδεσή τους με τις διεθνείς οικονομικές εξελίξεις, υποδεικνύοντας πως παρότι η γεωγραφική διασπορά μπορεί να συμβάλει στη διαφοροποίηση του κινδύνου, η αυξημένη χορήγηση δανείων προς κατοίκους εξωτερικού αυξάνει την έκθεση του τραπεζικού τομέα σε ξένες οικονομίες.
«Στο υφιστάμενο περιβάλλον παρατεταμένης διεθνούς αβεβαιότητας και γεωπολιτικών εντάσεων, η εξέλιξη αυτή ενισχύει τον κίνδυνο μετάδοσης εξωτερικών διαταραχών στον κυπριακό τραπεζικό τομέα, με δυνητικές αρνητικές επιπτώσεις για τη χρηματοοικονομική σταθερότητα», υποδεικνύει χαρακτηριστικά.
Έκθεση σε ομόλογα
Περαιτέρω η Κεντρική Τράπεζα προειδοποιεί και πως η σημαντική έκθεση (περίπου 22% του συνόλου του ενεργητικού ή περίπου 248% του Κεφαλαίου Κοινών Μετοχών της Κατηγορίας 1) του εγχώριου τραπεζικού τομέα σε ομολογιακούς τίτλους, τον καθιστά δυνητικά ευάλωτο σε δυσμενείς εξελίξεις στις διεθνείς χρηματοοικονομικές αγορές και στο παγκόσμιο δημοσιονομικό περιβάλλον.
Όπως εξηγεί σχετικά, «η συμπερίληψη κρατικών ομολόγων (τόσο εγχώριων, όσο και μη εγχώριων) στο χαρτοφυλάκιο του τραπεζικού τομέα δημιουργεί ευκαιρίες διαφοροποίησης κινδύνου στο ενεργητικό των πιστωτικών ιδρυμάτων, αφού οι εν λόγω ομολογιακοί τίτλοι φέρουν γενικά χαμηλότερο κίνδυνο αθέτησης. Ωστόσο, η σημαντική συγκέντρωση του ομολογιακού χαρτοφυλακίου στο συγκεκριμένο είδος ομολόγων (περίπου 60% του συνολικού ομολογιακού χαρτοφυλακίου) δύναται να δημιουργήσει ευπάθειες για τον τομέα, ιδίως στην περίπτωση επιδείνωσης των παγκόσμιων δημοσιονομικών ή περαιτέρω αύξησης των επιπέδων του παγκόσμιου χρέους».
Συγχρόνως, συμπληρώνει, «οι συνεχιζόμενες γεωπολιτικές εντάσεις, σε συνδυασμό με τις αυξανόμενες ανησυχίες για τη βιωσιμότητα του δημόσιου χρέους και την αυξημένη αβεβαιότητα στις χρηματοοικονομικές αγορές, έχουν συμβάλει σε άνοδο στο κόστος χρηματοδότησης διεθνώς».
Η εξέλιξη αυτή, υπογραμμίζει, ενδέχεται να επιβαρύνει περαιτέρω τα δημόσια οικονομικά πολλών χωρών και να αυξήσει τον κίνδυνο πιθανών υποβαθμίσεων στην πιστοληπτική αξιολόγηση των κρατικών ομολόγων.
«Παρά το γεγονός ότι το ομολογιακό χαρτοφυλάκιο των εγχώριων πιστωτικών ιδρυμάτων αποτελείται σχεδόν εξ ολοκλήρου από τίτλους επενδυτικής βαθμίδας περίπου 96% του συνολικού ομολογιακού χαρτοφυλακίου, η ενδεχόμενη επιδείνωση των συνθηκών στις διεθνείς αγορές θα μπορούσε να οδηγήσει σε ζημιές απομοίωσης», συμπληρώνει υποδεικνύοντας ότι «γενικότερα, τυχόν επιδείνωση της ποιότητας του ομολογιακού χαρτοφυλακίου των πιστωτικών ιδρυμάτων θα είχε αντίκτυπο στους ισολογισμούς τους, με πιθανές αρνητικές συνέπειες για την κεφαλαιακή τους επάρκεια».
Πλαίσιο εκποιήσεων
Πέραν των πιο πάνω, η Κεντρική Τράπεζα τονίζει πως το υψηλό ποσοστό χορηγήσεων που είναι εξασφαλισμένο με ακίνητη περιουσία, αν και λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας έναντι αθέτησης των πελατών, καθιστά τον τραπεζικό τομέα πιο εκτεθειμένο σε ενδεχόμενες δυσμενείς εξελίξεις στην αγορά ακινήτων.
Όπως προειδοποιεί, «τυχόν διόρθωση των τιμών ή επιβράδυνση της δραστηριότητας στον τομέα θα μπορούσε να αποδυναμώσει την αξία των εξασφαλίσεων, επηρεάζοντας αρνητικά τα ποσοστά ανάκτησης και ενισχύοντας τον πιστωτικό κίνδυνο».
Υπό αυτό το πρίσμα, αναφέρει, «οι προτάσεις νόμου, ως ψηφίστηκαν από την Βουλή των Αντιπροσώπων, που αφορούν τον ‘περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο’ και επαναφέρουν το πλαίσιο εκποιήσεων σε ρυθμίσεις προ του 2018, αποδυναμώνουν ουσιωδώς την αποτελεσματική λειτουργία του πλαισίου εκποιήσεων».
Σύμφωνα, πάντως, με την Κεντρική Τράπεζα, οι εν λόγω τροποποιήσεις οδηγούν σε δυνητικά ατέρμονες δικαστικές διαδικασίες και, κατ’ επέκταση, στην επιμήκυνση της περιόδου ρευστοποίησης των εξασφαλίσεων, επηρεάζοντας δυσμενώς την ανακτήσιμη αξία των εξασφαλίσεων, και αυξάνοντας τη ζημιά σε περίπτωση αθέτησης.
«Δεδομένου του σημαντικού ποσοστού των χορηγήσεων που εξασφαλίζονται με ακίνητη περιουσία, η αύξηση αυτή δύναται να οδηγήσει, μεταξύ άλλων, σε αυξημένες προβλέψεις και πιθανές κεφαλαιακές ανάγκες», συνεχίζει υιοθετώντας παράλληλα τις επισημάνσεις που εξέφρασε για το θέμα η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα.
«Όπως, επίσης επισημαίνεται και στη Γνώμη που εξέδωσε πρόσφατα η ΕΚΤ18, οι πρόσφατες τροποποιήσεις δύνανται να διαβρώσουν την οικονομική πειθαρχία και να υπονομεύσουν την κουλτούρα πληρωμών, τη χρηματοοικονομική σταθερότητα και τα δημόσια οικονομικά, οδηγώντας παράλληλα σε αυστηρότερα δανειοδοτικά κριτήρια και στην αύξηση των επιτοκίων των ενυπόθηκων δανείων», αναφέρει.
Άλλοι κίνδυνοι
Επιπλέον, βάσει της Έκθεσης Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας, τα πιστωτικά ιδρύματα παραμένουν εκτεθειμένα και σε διατομεακούς (cross-cutting) κινδύνους, οι οποίοι δύνανται να επηρεάσουν ταυτόχρονα πολλαπλές πτυχές της λειτουργίας και της ανθεκτικότητάς τους.
Ειδικότερα, οι αυξημένες απειλές για την κυβερνοασφάλεια και ο κίνδυνος ψηφιακών διαταραχών ενδέχεται να επηρεάσουν την επιχειρησιακή συνέχεια και την εμπιστοσύνη στον τραπεζικό τομέα, ενώ οι προκλήσεις που σχετίζονται με την κλιματική αλλαγή ενδέχεται να μεταφραστούν σε αυξημένους φυσικούς και μεταβατικούς κινδύνους για τα δανειακά χαρτοφυλάκια των πιστωτικών ιδρυμάτων.
Κεφαλαιακή επάρκεια και ρευστότητα
Παρά τους πιο πάνω κινδύνους, πάντως, η Κεντρική Τράπεζα υπογραμμίζει πως «η υψηλή κεφαλαιακή επάρκεια και τα υψηλά επίπεδα ρευστότητας του εγχώριου τραπεζικού τομέα αποτελούν βασικούς παράγοντες στήριξης της ανθεκτικότητάς του και της ικανότητάς του να απορροφά ενδεχόμενους κραδασμούς».
Κατά το 2025, προσθέτει, οι κεφαλαιακοί δείκτες του τομέα διατηρήθηκαν σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, με τον δείκτη Κοινών Μετοχών Κατηγορίας 1 (CET 1 ratio) να ανέρχεται στο 25,8%, υπερβαίνοντας σημαντικά τις ελάχιστες εποπτικές απαιτήσεις και τον αντίστοιχο μέσο όρο της Ε.Ε. (16,3%19), με τον κυπριακό τραπεζικό τομέα να καταγράφει τα υψηλότερα επίπεδα του δείκτη μεταξύ των χωρών της Ε.Ε..
Παρόμοια θετική εικόνα, συνεχίζει, φαίνεται και στα επίπεδα ρευστότητας, με τον δείκτη κάλυψης ρευστότητας να φθάνει στο 318,6% στο τέλος του 2025, ξεπερνώντας σημαντικά τόσο τις ελάχιστες εποπτικές απαιτήσεις του 100% καθώς, επίσης, και τον ευρωπαϊκό μέσο όρο του 163,1%20, με τον κυπριακό τραπεζικό τομέα να καταγράφει τον τρίτο υψηλότερο δείκτη στην Ε.Ε..
Πρόσθετο στοιχείο ενίσχυσης της ανθεκτικότητας του εγχώριου τραπεζικού τομέα, υπογραμμίζει, αποτελεί και η σχετικά συντηρητική διάρθρωση των δανείων που εξασφαλίζονται με ακίνητη περιουσία, όπως αντανακλάται στα χαμηλά επίπεδα των δεικτών Δανείου προς Αξία εξασφάλισης.
«Οι χαμηλοί δείκτες ΔπΑ περιορίζουν τις επιπτώσεις στην κερδοφορία των πιστωτικών ιδρυμάτων σε ενδεχόμενες διορθώσεις στις τιμές των ακινήτων και λειτουργούν συμπληρωματικά προς την ισχυρή κεφαλαιακή τους επάρκεια, ενισχύοντας τη συνολική ικανότητα του τραπεζικού τομέα να απορροφά ενδεχόμενους κραδασμούς», επισημαίνει.
Απαιτείται προσοχή…
Πάντως και δεδομένου του ιδιαίτερα αβέβαιου-όπως το χαρακτηρίζει-διεθνούς περιβάλλοντος και της εντεινόμενης γεωπολιτικής και μακροοικονομικής αβεβαιότητας, η Κεντρική Τράπεζα υποδεικνύει ότι καθίσταται αναγκαίο τα εγχώρια πιστωτικά ιδρύματα να διατηρούν αυξημένη εγρήγορση και προληπτική στάση.
«Η διατήρηση ισχυρών κεφαλαιακών αποθεμάτων και επαρκών επιπέδων ρευστότητας, σε συνδυασμό με τη συνεχή εφαρμογή συνετών πιστοδοτικών πρακτικών και την περαιτέρω ενίσχυση της εσωτερικής διακυβέρνησης, των πλαισίων διαχείρισης κινδύνων και επιχειρησιακής ανθεκτικότητας, αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη διασφάλιση της ανθεκτικότητας του τραπεζικού τομέα», υπογραμμίζει.
Η προσέγγιση αυτή, καταλήγει, συμβάλλει, επίσης, στον περιορισμό των επιπτώσεων της συσσώρευσης υπερβολικών κινδύνων και ενισχύει την ικανότητα των πιστωτικών ιδρυμάτων να απορροφούν ενδεχόμενους κραδασμούς, στηρίζοντας τη χρηματοοικονομική σταθερότητα τόσο σε μεσοπρόθεσμο όσο και σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα.







