Η επιστήμη της μακροζωίας περνά σε μια νέα φάση, όπου η συζήτηση μετατοπίζεται από τη θεωρητική κατανόηση της γήρανσης στην κλινική της εφαρμογή. Στο Deep Dive panel «Beyond The Hallmarks: The Era of Clinical Rejuvenation» του CYPRUS EMEA Healthspan Summit, η Prof. Jūratė Macijauskienė και ο Dr. Michael Ringel ανέδειξαν πώς η γηριατρική ιατρική, οι βιοδείκτες και η φαρμακευτική καινοτομία αρχίζουν να διαμορφώνουν μια νέα εποχή κλινικής αναζωογόνησης.
Τη συζήτηση συντόνισε ο Dr. Vittorio Sebastiano, Associate Professor in Obstetrics & Gynecology – Reproductive Biology at Stanford School of Medicine και Co-Director του PhD Program in Stem Cell Biology and Regenerative Medicine at Stanford, θέτοντας το πλαίσιο για μια συζήτηση γύρω από τη μετάβαση από τη βιολογία της γήρανσης στην κλινική πράξη.
- Διαβάστε επίσης: Η 100χρονη ζωή αλλάζει εργασία, κράτος και κοινωνικό συμβόλαιο
- Διαβάστε επίσης: Νίκος Χριστοδουλίδης: Η μακροζωία είναι πολιτική επιλογή και εθνική προτεραιότητα
- Διαβάστε επίσης: Δρ. Michael Ringel: Η μακροζωία δεν αγοράζεται, επανασχεδιάζεται
Η Prof. Jūratė Macijauskienė, Head of the Department of Geriatrics, Dean of the Faculty of Nursing και Chairperson of the Senate στο Lithuanian University of Health Sciences, εστίασε στον ρόλο των βιοδεικτών και στη σύνδεσή τους με την καθημερινή γηριατρική πράξη. Όπως σημείωσε, η αξία των βιοδεικτών δεν περιορίζεται στη θεωρητική παρατήρηση της γήρανσης, αλλά αποκτά ουσιαστικό κλινικό νόημα όταν συνδέεται με μετρήσιμες εκβάσεις, όπως η κινητικότητα, η ευαλωτότητα, η λειτουργική έκπτωση, η ανάρρωση και η συνολική νοσηρότητα.
Όπως εξήγησε, η σύγχρονη γηριατρική ιατρική έχει πλέον τη δυνατότητα να συνδέει βιολογικά σήματα με συγκεκριμένες κλινικές εκδηλώσεις, ανοίγοντας τον δρόμο για πιο στοχευμένες και εξατομικευμένες παρεμβάσεις. Η χρήση βιοδεικτών, όπως υπογράμμισε, δημιουργεί πιο ακριβή εργαλεία για την πρόβλεψη της λειτουργικής φθοράς και επιτρέπει πιο έγκαιρες κλινικές αποφάσεις σε έναν πληθυσμό με αυξημένη πολυπλοκότητα και πολλαπλές ανάγκες.
Από την πλευρά του, ο Dr. Michael Ringel, Chief Operating Officer της Life Biosciences, προσέγγισε το ζήτημα από τη σκοπιά της φαρμακευτικής ανάπτυξης, εξηγώντας ότι το σημερινό σύστημα ανάπτυξης φαρμάκων παραμένει σχεδιασμένο γύρω από τη θεραπεία συγκεκριμένων νόσων και όχι γύρω από τη βιολογία της γήρανσης ως υποκείμενης αιτίας.
Όπως σημείωσε, η φαρμακευτική ανάπτυξη εξακολουθεί να ακολουθεί μια σαφή διαδρομή: κάθε θεραπεία καλείται να αντιστοιχεί σε μια συγκεκριμένη νόσο, καταγεγραμμένη σε ένα αυστηρά ορισμένο διαγνωστικό σύστημα, γεγονός που περιορίζει τη δυνατότητα ανάπτυξης παρεμβάσεων που στοχεύουν ευρύτερους μηχανισμούς βιολογικής φθοράς. Το βασικό ερώτημα, όπως εξήγησε, είναι πώς η επιστήμη μπορεί να περάσει από την αντιμετώπιση μεμονωμένων παθήσεων στη στόχευση των ίδιων των μηχανισμών που τις γεννούν.
Αναφερόμενος στη διαδικασία ανάπτυξης νέων θεραπειών, εξήγησε ότι η μετάβαση από την έρευνα στην κλινική εφαρμογή ξεκινά από την ταυτοποίηση μιας βιολογικής διεργασίας που σχετίζεται με τη νόσο και εξελίσσεται μέσα από προκλινικά και κλινικά στάδια. Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στην ανάγκη για νέα ερευνητικά μοντέλα, σημειώνοντας ότι η επιστήμη απομακρύνεται σταδιακά από τα ζωικά μοντέλα, τόσο για λόγους βιοηθικής όσο και επειδή συχνά αποτυγχάνουν να προβλέψουν με ακρίβεια την ανθρώπινη βιολογία.
Kατά τον ίδιο, το μέλλον της κλινικής αναζωογόνησης περνά μέσα από πιο ακριβή και προβλεπτικά μοντέλα βασισμένα σε ανθρώπινα κύτταρα, προηγμένα υπολογιστικά συστήματα και πιο αξιόπιστες βιολογικές προσομοιώσεις, που μπορούν να επιταχύνουν την ανάπτυξη νέων θεραπειών με μεγαλύτερη ασφάλεια και καλύτερη κλινική ακρίβεια.
Η συζήτηση ανέδειξε ότι η νέα εποχή της μακροζωίας αφορά στην κατανόηση του γιατί γερνά ο άνθρωπος, αλλά κυρίως στο πώς αυτή η γνώση μεταφράζεται σε κλινικές αποφάσεις, νέα θεραπευτικά εργαλεία και πιο στοχευμένες παρεμβάσεις.
Το CYPRUS EMEA Healthspan Summit διοργανώθηκε από το St. Moritz Longevity Forum σε στρατηγική συνεργασία με τον όμιλο MHV Group.







