Για ακόμη μία φορά, το ζήτημα των Μη Εξυπηρετούμενων Δανείων (ΜΕΔ) επιστρέφει δυναμικά στο προσκήνιο, σύνηθες φαινόμενο όποτε πλησιάζουν εκλογές με τη συζήτηση στη Βουλή να ξεκινά σήμερα. Δεκάδες προτάσεις νόμου προς συζήτηση, ακόμα και κάποιες που υποβλήθηκαν πέραν των 10 χρόνων πριν, βγήκαν εκ νέου από τα συρτάρια.
Η περιρρέουσα το τελευταίο διάστημα ήταν εξίσου έντονη ακολουθώντας τον παλμό των πολιτικών δηλώσεων και της επιφανειακής ή ακόμα και δύσκολα κατανοητής ανάγνωσης των στοιχείων. Ωστόσο, η πραγματικότητα με τα ΜΕΔ είναι αρκετά πιο πολύπλοκη. Για παράδειγμα, εάν σε κάποιες περιπτώσεις καταγράφεται αύξηση στην ονομαστική αξία, είναι λογικό καθώς συσσωρεύονται τόκοι πολλών ετών σε υποθέσεις όπου οι δανειολήπτες παραμένουν μη συνεργάσιμοι. Άλλωστε, μεγάλο μέρος των υπολοίπων αφορά δάνεια ηλικίας άνω των 20 ετών — περιπτώσεις όπου είτε δεν καταβλήθηκε ποτέ δόση είτε η αποπληρωμή σταμάτησε εδώ και πολλά χρόνια. Δεν πρόκειται δηλαδή για νέο κύμα αθέτησης, αλλά για παλαιό απόθεμα που χρονίζει και το οποίο λόγω των χρονοβόρων διαδικασιών που εφαρμόζονται, αντί να έχει επιλυθεί πριν χρόνια, εξακολουθεί και υφίσταται.
Την ίδια ώρα, ο τρόπος παρουσίασης των στοιχείων δημιουργεί πρόσθετη σύγχυση. Τα δεδομένα που διαβιβάζονται από την Κεντρική Τράπεζα προς τη Βουλή δίνονται εμπιστευτικά και χωρίς πλήρη ανάλυση, αφήνοντας περιθώριο για διαφορετικές — και συχνά πολιτικά βολικές — ερμηνείες. Ενδεικτική είναι η θέση του Συνδέσμου Εταιρειών Εξαγοράς Πιστώσεων (ΣΕΔΠ), ο οποίος δήλωσε ότι δεν έχει πρόσβαση στα στοιχεία που επικαλούνται δημοσιεύματα και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να τοποθετηθεί.
Παρά τον δημόσιο θόρυβο, τα τελευταία χρόνια έχει καταγραφεί ουσιαστική πρόοδος. Δεν είναι τυχαίο ότι εταιρείες διαχείρισης προετοιμάζονται να διαθέσουν στην αγορά χαρτοφυλάκια εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ που πλέον έχουν καταστεί εξυπηρετούμενα. Πρόκειται για μια εξέλιξη που περνά συχνά στα «ψιλά», αλλά αποτυπώνει τη σταδιακή ωρίμανση της αγοράς.
Διευκόλυνση ή διαιώνιση του προβλήματος;
Αυτήν την περίοδο στη Βουλή θα συζητηθούν αρκετές προτάσεις νόμου που σχετίζονται με το ζήτημα των ΜΕΔ. Ωστόσο, αν προχωρήσουν νομοθετικές αλλαγές που θα επιμηκύνουν περαιτέρω τις διαδικασίες ανάκτησης χρέους, σε μια μικρή οικονομία όπως η κυπριακή οι επιπτώσεις είναι σχεδόν προδιαγεγραμμένες. Ακριβότερος δανεισμός για όλους και εννοούμε πρωτίστως τους συνεπείς δανειολήπτες που έχουν την ευχέρεια να δανειστούν.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η δημόσια ρητορική περί «πογκρόμ εκποιήσεων». Τα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν μια πιο σύνθετη εικόνα. Επισήμως, περίπου το 36% των αναρτημένων ηλεκτρονικών πλειστηριασμών δεν ολοκληρώνεται λόγω συμφωνιών. Η πραγματική εικόνα της αγοράς, όμως, φαίνεται ακόμη πιο ήπια: σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες, ο συνολικός δείκτης αναστολής εκποιήσεων ξεπερνά το 60%, ενώ σε περιπτώσεις κύριας κατοικίας (PPR) μπορεί να υπερβαίνει το 70%.
Ο λόγος είναι απλός. Πολλές υποθέσεις ρυθμίζονται πριν καν δημοσιευθούν οι σχετικές ανακοινώσεις για εκποίηση. Με άλλα λόγια, ο πλειστηριασμός λειτουργεί κυρίως ως μοχλός πίεσης για συμβιβασμό — όχι ως μηχανισμός μαζικών εκποιήσεων, ιδιαίτερα για κύριες κατοικίες. Και εκ του αποτελέσματος, φαίνεται ότι αυτή η πίεση δουλεύει για να επιλυθούν αυτές οι υποθέσεις.
Η διεθνής εμπειρία είναι σαφής: ο σημαντικότερος παράγοντας επίλυσης των ΜΕΔ είναι ο χρόνος και η ταχύτητα των διαδικασιών. Στην Κύπρο, όμως, το σύστημα παραμένει βραδυκίνητο. Η πρόνοια για ειδική δικαιοδοσία στα δικαστήρια δεν έχει ακόμη υλοποιηθεί, με αποτέλεσμα πρόσθετες καθυστερήσεις.
Το ζήτημα των ΜΕΔ δεν προσφέρεται για εύκολα συνθήματα. Απαιτεί ψυχραιμία, θεσμική συνέπεια και — κυρίως — πολιτική ωριμότητα.







