Η αξιοσημείωτη ανάκαμψη του κυπριακού τραπεζικού τομέα από την κρίση του 2013 οφείλεται στην λειτουργία δύο βασικών πυλώνων, της δέσμευσης των τραπεζών για δράση και της αυστηρής εποπτείας των εποπτικών αρχών, δήλωσε ο επικεφαλής της Διεύθυνσης Εποπτείας Πιστωτικών Ιδρυμάτων στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και εκπρόσωπος της ΚΤΚ στο Εποπτικό Συμβούλιο της ΕΚΤ, Γιώργος Ιωάννου.
Σε συνέντευξή του στο Supervision Newsletter, ο κ. Ιωάννου επεσήμανε ότι το αποτέλεσμα είναι ένα πιο ανθεκτικό και σταθερό τραπεζικό σύστημα.
- Διαβάστε επίσης: Πέταξαν τα μετρητά και το γύρισαν στις κάρτες οι Κύπριοι - Ο όγκος συναλλαγών και οι δημοφιλέστερες υπηρεσίες
- Διαβάστε επίσης: Χριστόδουλος Πατσαλίδης: Η παραγωγικότητα να είναι στον πυρήνα κάθε μεταρρύθμισης
Ερωτηθείς για την πρόοδο που έχει σημειωθεί από την οικονομική κρίση στην Κύπρο, σημείωσε ότι η «αξιοσημείωτη ανάκαμψη του κυπριακού τραπεζικού τομέα από την κρίση του 2013 αντανακλά τη συνεκτική και συνεπή λειτουργία δύο βασικών πυλώνων: της δέσμευσης των τραπεζών να δράσουν και της αυστηρής εποπτείας των εποπτικών αρχών».
«Χωρίς τη συνέπεια και την πειθαρχία των τραπεζών, σε συνδυασμό με την αυστηρή και αποτελεσματική εποπτεία της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και της Τραπεζικής Εποπτείας της ΕΚΤ, αυτή η πρόοδος απλά δεν θα είχε επιτευχθεί», τόνισε.
Απαντώντας σε άλλη ερώτηση, είπε ότι οι τράπεζες, όχι μόνο έχουν μάθει τα μαθήματα του παρελθόντος, αλλά τα έχουν θεσμοθετήσει.
«Το αποτέλεσμα είναι ένα πιο ανθεκτικό, σταθερό τραπεζικό σύστημα που μπορεί να υποστηρίξει την ανάπτυξη χωρίς συμβιβασμούς στη σύνεση», σημείωσε.
Αναφορικά με τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, είπε ότι παρά τις αυξημένες γεωπολιτικές εντάσεις, η ποιότητα του ενεργητικού του κυπριακού τραπεζικού τομέα παραμένει ισχυρή και τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια συνεχίζουν την πτωτική τους τάση.
Ερωτηθείς για τη διασυνοριακή συνεργασία, είπε ότι οι διασυνοριακές συγχωνεύσεις και εξαγορές δεν είναι μοναδικές στην Κύπρο.
«Αντίθετα, υπάρχει μια ευρύτερη τάση στην ευρωζώνη, καθώς οι τράπεζες προσπαθούν να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητά τους, να κλιμακώσουν τις δραστηριότητές τους και να προσφέρουν μεγαλύτερη αξία στους μετόχους. Αυτό που είναι αξιοσημείωτο, ωστόσο, είναι το πόσο αποτελεσματικά έχει τοποθετηθεί η Κύπρος σε αυτό το τοπίο, με δύο συναλλαγές μεγάλης κλίμακας που ολοκληρώθηκαν τον τελευταίο χρόνο», συνέχισε.
Η διασυνοριακή συνεργασία δεν είναι απλώς ωφέλιμη, είναι απαραίτητη, είπε, προσθέτοντας ότι η ενοποίηση ενισχύει την ανταγωνιστικότητα, την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα και το βάθος της αγοράς.
«Για να απελευθερωθούν πλήρως αυτά τα οφέλη, ωστόσο, είναι απαραίτητο για την Ευρώπη να ολοκληρώσει την τραπεζική ένωση», επεσήμανε.
Ο κ. Ιωάννου δήλωσε επίσης ότι, ως μέλος της οικογένειας του SSM για πάνω από μια δεκαετία, έχουμε αντιμετωπίσει σημαντικές προκλήσεις που μας έκαναν πιο σοφούς και ανθεκτικούς.
«Η εναρμονισμένη εποπτεία και οι ισότιμοι όροι ανταγωνισμού έχουν διασφαλίσει τη συνεπή εφαρμογή των προληπτικών προτύπων. Αυτό έχει ενισχύσει και βελτιώσει ουσιαστικά την ανθεκτικότητα των τραπεζών», είπε.
Κοιτάζοντας μπροστά, πρόσθεσε, η ενίσχυση της εποπτικής κουλτούρας και η προώθηση μεγαλύτερης ολοκλήρωσης παραμένουν καθοριστικές για την επίτευξη των στόχων που έχει θέσει η ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία.
Αυτές οι προτεραιότητες βρίσκονται επίσης στο επίκεντρο της ολοκληρωμένης ατζέντας του Εποπτικού Συμβουλίου, η οποία στοχεύει να καταστήσει την ευρωπαϊκή τραπεζική εποπτεία πιο αποτελεσματική, ανέφερε.
Παρ' όλα αυτά, σημείωσε, ενώ η πρόοδος που έχει επιτευχθεί την τελευταία δεκαετία ήταν αξιοσημείωτη, υπάρχει ακόμη περιθώριο για περαιτέρω βελτίωση.
Ο κ. Ιωάννου κατέληξε λέγοντας ότι τομείς όπως η διασφάλιση συνεπούς και σαφούς επικοινωνίας σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή εποπτεία, η προώθηση κοινών συμπεριφορών και εκπαίδευσης και η διευκόλυνση των ανταλλαγών προσωπικού μεταξύ της ΕΚΤ και των εθνικών εποπτικών αρχών για την ενίσχυση της συνεργασίας είναι ουσιώδεις και αντιπροσωπεύουν σημαντικά βήματα προς την οικοδόμηση μιας ισχυρότερης και καλύτερης ευρωπαϊκής εποπτείας.







