Σημαντική μείωση της έντασης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου κατέγραψε η Κύπρος την περίοδο 2013–2024, σύμφωνα με σημερινά στοιχεία της Ευρωπαϊκής Στατιστικής Υπηρεσίας (Eurostat), με τη μείωση να ανέρχεται στο 28,9%.
Κατά την ίδια χρονική περίοδο, οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου της οικονομίας της ΕΕ μειώθηκαν κατά 20%, ενώ η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία αυξήθηκε επίσης κατά 20%. Ως αποτέλεσμα, η ένταση των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση μειώθηκε συνολικά κατά 34%.
Όπως αναφέρει η Eurostat, μέτριες βελτιώσεις καταγράφονται σε χώρες όπως το Λουξεμβούργο (-14%), τη Λιθουανία (-18%) και την Αυστρία (-20%). Οι μεγαλύτερες μειώσεις σημειώθηκαν στην Εσθονία (-64%), στην Ιρλανδία (-50%) και στη Φινλανδία (-44%). Αντίθετα, μόνο η Μάλτα (+17%) παρουσίασε αύξηση στην ένταση των εκπομπών της σε σύγκριση με το 2013.
Σύμφωνα με την Eurostat, το 2024 οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου από το σύνολο της οικονομίας της ΕΕ, στο οποίο συμπεριλαμβάνονται οι οικονομικές δραστηριότητες και των νοικοκυριών, διαμορφώθηκαν σε 3,3 δισ. τόνους ισοδύναμου CO₂. Το αποτέλεσμα αυτό αντανακλά σε μείωση 1%, σε σύγκριση με το 2023 και συνολική πτώση 20% σε σχέση με το 2013.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Eurostat για το 2024, η Κύπρος καταγράφει ιδιαίτερο προφίλ στις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου ανά οικονομική δραστηριότητα. Πιο συγκεκριμένα, μεγαλύτερη πηγή εκπομπών παραμένει ο τομέας της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου, ο οποίος αντιπροσωπεύει πάνω από το 40% των συνολικών εκπομπών, ακολουθώντας το παράδειγμα της Εσθονίας.
Στα υπόλοιπα κράτη μέλη της ΕΕ, η εικόνα παρουσιάζει μεγάλη ποικιλία. Στη Λετονία, η γεωργία ευθύνεται για περίπου το 30% των εκπομπών. Σε εννέα χώρες κύριος τομέας από των εκπομπών είναι η μεταποίηση, ενώ σε έξι χώρες, ο τομέας των μεταφορών και της αποθήκευσης είναι η κύρια πηγή εκπομπών, εκ των οποίων η Δανία, η Μάλτα και το Λουξεμβούργο, καταγράφουν πάνω από το 50% των συνολικών εκπομπών τους από αυτόν τον τομέα.
Σε συγκεντρωτικό επίπεδο ΕΕ, ο τομέας της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου κατέγραψε τη μεγαλύτερη μείωση (βελτίωση) στην ένταση εκπομπών ανά απασχόληση την περίοδο 2013–2024, με πτώση 53%. Ακολούθησαν οι υπηρεσίες (25%, εξαιρουμένων των μεταφορών και της αποθήκευσης) και η μεταποίηση (20%).
Αντίθετα, στους τομείς της γεωργίας, της δασοκομίας και της αλιείας σημειώθηκε αύξηση της έντασης εκπομπών ανά απασχόληση κατά 21%.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, η βελτίωση στον ενεργειακό τομέα οφείλεται στη συνδυασμένη επίδραση αύξησης των ωρών εργασίας κατά 8% και μείωσης των εκπομπών κατά 49%, αντανακλώντας την προοδευτική αποανθρακοποίηση του κλάδου. Στη μεταποίηση παρατηρείται παρόμοιο μοτίβο, αν και οι αλλαγές σε εκπομπές και απασχόληση είναι μικρότερες.







