Ομοσπονδιακό εφετείο των ΗΠΑ έκρινε ότι ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ υπερέβη τις εξουσίες του επιβάλλοντας δασμούς μέσω νόμου περί εθνικών εκτάκτων αναγκών.
Οι δασμοί, ωστόσο, δεν αίρονται άμεσα, αφήνοντας ανοιχτή τη μάχη για το Ανώτατο Δικαστήριο.
To Eφετείο αποφάνθηκε την Παρασκευή ότι οι περισσότεροι από τους παγκόσμιους δασμούς που επέβαλε ο Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ είναι παράνομοι, καθώς βασίστηκαν σε κατάχρηση του Νόμου περί Διεθνών Οικονομικών Εξουσιών Έκτακτης Ανάγκης (IEEPA).
Οι δικαστές έκριναν ότι η νομοθεσία αυτή παρέχει στον εκάστοτε Πρόεδρο σημαντικές εξουσίες σε περιπτώσεις εθνικής κρίσης, αλλά δεν του απονέμει ρητά το δικαίωμα να επιβάλλει δασμούς ή φόρους.
Η απόφαση, με πλειοψηφία 7-4, επικυρώνει προηγούμενη κρίση του Δικαστηρίου Διεθνούς Εμπορίου, το οποίο είχε αποφανθεί ότι ο Τραμπ έκανε εσφαλμένη χρήση του IEEPA.
Ωστόσο, το Εφετείο άφησε τους δασμούς σε ισχύ μέχρι να ολοκληρωθεί η δικαστική διαδικασία, ζητώντας από το κατώτερο δικαστήριο να επανεξετάσει εάν η απαγόρευση πρέπει να ισχύει σε εθνικό επίπεδο ή μόνο για τους διαδίκους.
Η αντίδραση του Τραμπ
Ο Πρόεδρος αντέδρασε άμεσα μέσω Truth Social, γράφοντας «ΟΛΟΙ ΟΙ ΔΑΣΜΟΙ ΕΞΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝ ΝΑ ΙΣΧΥΟΥΝ!». Παράλληλα κατηγόρησε το δικαστήριο για «υπερβολικά κομματική στάση» και τόνισε πως η άρση των δασμών θα αποτελούσε «πλήρη καταστροφή για τη χώρα».
Ο Λευκός Οίκος, μέσω του εκπροσώπου Κους Ντεσάι, δήλωσε ότι ο Τραμπ ενήργησε νόμιμα, υπερασπίζοντας την εθνική και οικονομική ασφάλεια των ΗΠΑ, εκφράζοντας βεβαιότητα ότι «η τελική νίκη θα ανήκει στον Πρόεδρο».
Επιπτώσεις στο παγκόσμιο εμπόριο
Η απόφαση δημιουργεί έντονη αβεβαιότητα, καθώς τρισεκατομμύρια δολάρια παγκόσμιου εμπορίου βρίσκονται σε εκκρεμότητα.
Εάν τελικά οι δασμοί ακυρωθούν, κινδυνεύουν να τιναχτούν στον αέρα οι εμπορικές συμφωνίες που παρουσίαζε ο Τραμπ ως μεγάλες επιτυχίες, ενώ η κυβέρνηση ίσως αναγκαστεί να επιστρέψει δασμούς που έχουν ήδη καταβληθεί.
Οι δασμοί περιλαμβάνουν το λεγόμενο πακέτο «Ημέρας Απελευθέρωσης» με βασικό συντελεστή 10%, αλλά και επιπλέον επιβαρύνσεις σε Κίνα, Μεξικό και Καναδά, τις οποίες η κυβέρνηση είχε δικαιολογήσει με την κρίση της φαιντανύλης. Επηρεάζονται επίσης οι «ανταποδοτικοί» δασμοί που τέθηκαν σε ισχύ στις 7 Αυγούστου για δεκάδες χώρες που δεν κατέληξαν σε εμπορικές συμφωνίες με τις ΗΠΑ έως την 1η Αυγούστου.
Το νομικό πλαίσιο και η «δοκιμασία» του Ανωτάτου Δικαστηρίου
Το IEEPA, που σπάνια έχει χρησιμοποιηθεί στο παρελθόν, αφορά κυρίως κυρώσεις και πάγωμα περιουσιακών στοιχείων σε περιπτώσεις εθνικής απειλής. Οι ενάγοντες -πολιτείες υπό Δημοκρατική ηγεσία και μικρές επιχειρήσεις– υποστηρίζουν ότι το εμπορικό έλλειμμα δεν αποτελεί έκτακτη ανάγκη και ότι οι δασμοί είχαν στόχο να πιέσουν για διαπραγματεύσεις.
Το Εφετείο επικαλέστηκε πρόσφατες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου που είχαν περιορίσει τις πρωτοβουλίες του πρώην Προέδρου Τζο Μπάιντεν σε ζητήματα κλιματικής αλλαγής και διαγραφής φοιτητικών δανείων, βασιζόμενο στο λεγόμενο «δόγμα των μείζονων ζητημάτων».
Σύμφωνα με αυτό, η εκτελεστική εξουσία δεν μπορεί να λαμβάνει αποφάσεις τεράστιας οικονομικής και πολιτικής σημασίας χωρίς σαφή εξουσιοδότηση του Κογκρέσου.
Η υπόθεση V.O.S. Selections v. Trump (25-1812, 25-1813) αναμένεται να φτάσει στο Ανώτατο Δικαστήριο για τελική κρίση, αν και οι δικαστές του Εφετείου άφησαν ανοικτό το ενδεχόμενο πρώτα να υπάρξει νέα εξέταση από το Δικαστήριο Διεθνούς Εμπορίου.
Στο μεταξύ, η κυβέρνηση έχει ήδη στραφεί σε άλλα νομικά εργαλεία, όπως το Άρθρο 232 του Trade Expansion Act, για να επιβάλει νέους στοχευμένους δασμούς, κυρίως σε ξυλεία και ημιαγωγούς.
Παράλληλα, κορυφαίοι υπουργοί -μεταξύ των οποίων ο Υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ, ο Υπουργός Εμπορίου Χάουαρντ Λάτνικ και ο Υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο- προειδοποίησαν με γραπτές καταθέσεις ότι η άμεση ακύρωση των δασμών θα οδηγούσε σε «επικίνδυνη διπλωματική αμηχανία» για τις Ηνωμένες Πολιτείες.