Γιατί οι Ρυθμιστικές Αρχές Ενέργειας πρέπει να είναι ανεξάρτητες;

Γιατί οι Ρυθμιστικές Αρχές Ενέργειας πρέπει να είναι ανεξάρτητες;

Γιατί οι Ρυθμιστικές Αρχές Ενέργειας πρέπει να είναι ανεξάρτητες;

Ένα φαινόμενο που έχει παρουσιαστεί τα τελευταία χρόνια και για το οποίο υπάρχει πολύ μεγάλη συζήτηση στους επιστημονικούς κύκλους είναι οι Εθνικές Ρυθμιστικές Αρχές Ενέργειας.

RELATED ARTICLES


Σκοπός της δημιουργίας τους αποτέλεσε η ίδρυση νέων διοικητικών δομών, μέσα στο πλαίσιο της κεντρικής διοίκησης ενός Κράτους, οι οποίες απολαμβάνουν πραγματικής αυτοτέλειας σε σχέση με το κεντρικό κράτος (Κυβέρνηση, Βουλή και άλλα εξαρτώμενα διοικητικά όργανα). Οι Εθνικές Ρυθμιστικές Αρχές Ενέργειας κλήθηκαν να καλύψουν δύο διαφορετικές ανάγκες της σύγχρονης πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής ζωής: (α) την ανάγκη να θωρακιστούν με πρόσθετες εγγυήσεις τα ατομικά δικαιώματα, κυρίως στον τομέα της επιλογής και της ανταγωνιστικότητας και (β) την διεξαγωγή κρίσιμων διοικητικών ενεργειών με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αμεροληψίας.

Διεθνώς η σύσταση μίας Εθνικής Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας είναι τέτοια ώστε να επιτρέπει την αποτελεσματική προσαρμογή στις μεταβαλλόμενες τεχνολογικές εξελίξεις και τις συνθήκες της αγοράς ενέργειας. Επιπλέον, ο κατάλληλος καθορισμός και διαχωρισμός των αρμοδιοτήτων μεταξύ της Κυβέρνησης και της Εθνικής Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας, με ρητές αναφορές στη σχετική νομοθεσία, είναι ζωτικής σημασίας για μια σωστή και χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις ρύθμιση. Συνάμα, πρέπει να υπάρχει η πολιτική βούληση που θα επιτρέπει στην Εθνική Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας να ανταποκρίνεται με τρόπο αποτελεσματικό στα καθήκοντά της. Γενικά, υπάρχουν τρεις βασικές αρχές στις οποίες στηρίζεται ένα υγειές ρυθμιστικό πλαίσιο, όπως, (α) η ανεξαρτησία της Εθνικής Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας, (β) η διαφάνεια στις αποφάσεις της Εθνικής Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας και (γ) η προστασία των καταναλωτών και των επενδυτών από την Εθνική Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας.

Λανθασμένα πολλές φορές η Εθνική Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας θεωρείται ως το αντίπαλο δέος του Υπουργείου Ενέργειας ή/και το αντίπαλο δέος της κρατικής επιχείρησης ηλεκτρισμού μιας χώρας. Κύρια αρμοδιότητά των Εθνικών Ρυθμιστικών Αρχών Ενέργειας είναι να εποπτεύουν τις εγχώριες αγορές ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου και να λαμβάνουν τα κατάλληλα μέτρα για την επίτευξη του στόχου της απελευθέρωσης των αγορών ηλεκτρικής ενέργειας και φυσικού αερίου. Η βασική δραστηριότητα τους είναι η εποπτεία ιδίως της λειτουργίας των δικτύων μεταφοράς και διανομής τόσο του ηλεκτρισμού όσο και του φυσικού αερίου. Έχουν το ρόλο του επόπτη των ρυθμιζόμενων δραστηριοτήτων, εφόσον η έλλειψη ανταγωνισμού σε αυτά δεν δημιουργεί τις συνθήκες για την οικονομική αποτελεσματικότητά τους. Παράλληλα, και ιδίως κατά την πρώτη περίοδο απελευθέρωσης της αγοράς, και μέχρι να αναπτυχθεί επαρκής ανταγωνισμός, βασική αρμοδιότητα του Ρυθμιστή είναι και η ανάπτυξη του ανταγωνισμού στις αγορές. Δηλαδή τη ρύθμιση των ανταγωνιστικών δραστηριοτήτων της επιχείρησης που κατέχει την δεσπόζουσα θέση στη χώρα. Προφανώς, και εφόσον έχουν αναπτυχθεί και ωριμάσει οι αναγκαίοι οργανισμοί και δομές, οι οποίοι και έχουν ως κύρια δραστηριότητα τη λειτουργία της αγοράς και του συστήματος ηλεκτρισμού και φυσικού αερίου, οι οποίοι έχουν άμεσο όφελος από την καλή λειτουργία της αγοράς, ο Ρυθμιστής αναλαμβάνει ρόλο επόπτη και ασχολείται με την επίλυση διαφορών.

Οι Εθνικές Ρυθμιστικές Αρχές Ενέργειας διαθέτουν λειτουργική και οργανική ανεξαρτησία και είναι απαλλαγμένες από ιεραρχική και λειτουργική εποπτεία. Όσον αφορά τη διοικητική τους φύση έχουν δημόσιο χαρακτήρα, διέπονται από κανόνες δημοσίου δικαίου και είναι εξοπλισμένες με την ικανότητα έκδοσης εκτελεστών πράξεων ενώ το εύρος των αρμοδιοτήτων τους επιτρέπει την άσκηση του έργου τους με αποτελεσματικό τρόπο. Αποτελούν κρατικά όργανα, που όμως είναι ανεξάρτητα και εκφεύγουν του ιεραρχικού ελέγχου ή της εποπτείας της κεντρικής διοίκησης. Έτσι δεν υπέχουν υποχρέωση υπακοής έναντι των οργάνων της Κυβέρνησης. Υπόκεινται όμως σε δικαστικό έλεγχο νομιμότητας για τις διοικητικές τους πράξεις. Τα μέλη τους διαθέτουν προσωπική και λειτουργική ανεξαρτησία. Προσωπική ανεξαρτησία σημαίνει ότι δεν λαμβάνουν εντολές και δεσμεύονται μόνο από το νόμο ενώ λειτουργική ανεξαρτησία σημαίνει ότι άλλα όργανα του κράτους δεν μπορούν να παρέμβουν στον τρόπο με τον οποίο ασκούν τα καθήκοντά τους.

Η σημασία της επίτευξης ικανοποιητικού βαθμού ρυθμιστικής ανεξαρτησίας, αν και αμφιλεγόμενη από τους πολιτικούς, δεν μπορεί να υποτιμηθεί. Η ανεξαρτησία είναι σημαντική για την σωστή εξάσκηση των αρμοδιοτήτων μιας Εθνικής Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας, αφού θα πρέπει να είναι απαλλαγμένη από οποιαδήποτε πολιτική επιρροή ή άλλες εξωτερικές παρεμβάσεις κατά την λήψη αποφάσεων. Αυτό σημαίνει ανεξαρτησία ή αυτονομία από την Κυβέρνηση. Ωστόσο, είναι κοινώς αποδεκτό ότι η εξισορρόπηση της πιο πάνω ανεξαρτησίας με τη βιώσιμη χρηματοδότηση της Εθνικής Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας είναι ένα δύσκολο έργο και σπάνια υπάρχει μια τέλεια διευθέτηση. Αν και διεθνώς οι ρυθμιστικές αρχές έχουν αυτόνομο προϋπολογισμό χωρίς να επιβαρύνουν τον κρατικό προϋπολογισμό, με κύρια πηγή χρηματοδότησης τα τέλη αδειών των συμμετεχόντων στην αγορά ενέργειας, εντούτοις ο προϋπολογισμός τους ελέγχεται από την Κυβέρνηση και εγκρίνεται από το Κοινοβούλιο, αφήνοντας τουλάχιστον έμμεσα ευάλωτη την Εθνική Ρυθμιστική Αρχή Ενέργειας στην πολιτική επιρροή. Ο βαθμός ελέγχου είναι σημαντικός για να αποφέρει τα θεμιτά αποτελέσματα ανεξαρτησίας. Για παράδειγμα, ο έλεγχος του προϋπολογισμού μιας Εθνικής Ρυθμιστικής Αρχής Ενέργειας από την Κυβέρνηση πρέπει να γίνεται με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να τηρούνται οι βασικές κατευθυντήριες γραμμές της Πολιτείας αλλά παράλληλα να μην υπάρχει παρέμβαση στους απαραίτητους ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους. Ένας αδύναμος ρυθμιστής σε οικονομικούς ή ανθρώπινους πόρους, θα δυσκολεύεται πολύ να παραμείνει αυτόνομος.

Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ

Σχετικά Άρθρα

Πίσω στην αρχή της σελίδας