Υποχρέωση γνωστοποίησης σχημάτων επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού στις φορολογικές αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης Οδηγία 2018/822 (DAC6)

Πανίκος Συμεού*  04/06/2020 19:35
Υποχρέωση γνωστοποίησης σχημάτων επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού στις φορολογικές αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης Οδηγία 2018/822 (DAC6)

Υποχρέωση γνωστοποίησης σχημάτων επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού στις φορολογικές αρχές της Ευρωπαϊκής Ένωσης Οδηγία 2018/822 (DAC6)

Πανίκος Συμεού*  04/06/2020 19:35

Στις 25 Μαΐου 2018, ψηφίστηκε η Οδηγία 2018/822 (γνωστή και ως DAC6) η οποία τροποποιεί για 6η φορά την Οδηγία 2011/16/ΕΕ, που αφορά την διοικητική συνεργασία των κρατών μελών στον τομέα της φορολογίας και της φορολογικής διαφάνειας σε μια νέα προσπάθεια της ΕΕ, να προάγει την φορολογική διαφάνεια και να αναστείλει πρακτικές επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού. 

RELATED ARTICLES


 
Στόχος της οδηγίας είναι να παρέχει στις φορολογικές αρχές ένα «σύστημα προειδοποίησης» σχετικά με δυνητικά επιθετικά συστήματα φορολογικού σχεδιασμού εισάγοντας την υποχρέωση γνωστοποίησης στις φορολογικές αρχές από ενδιάμεσους όπως συμβούλους (σε ορισμένες περιπτώσεις και από φορολογούμενους), ορισμένων διασυνοριακών ρυθμίσεων φορολογικού σχεδιασμού οι οποίοι καλούνται, καταρχήν, να γνωστοποιήσουν στις φορολογικές αρχές πληροφορίες σχετικά με οποιαδήποτε διασυνοριακή συναλλαγή στην οποία έχουν εμπλακεί με κάποιον τρόπο αρκεί η συναλλαγή αυτή να παρουσιάζει συγκεκριμένα διακριτικά γνωρίσματα. Στη συνέχεια, η εν λόγω αρχή θα κοινοποιήσει αυτές τις πληροφορίες σε άλλες σχετικές φορολογικές αρχές της ΕΕ μέσω αυτόματης ανταλλαγής πληροφοριών.


Στο προοίμιο της οδηγίας επισημαίνεται η σημασία της οδηγίας, πως εξελίχτηκε ιστορικά και την ανάγκη συμπερίληψης νέων πρωτοβουλιών στον τομέα της φορολογικής διαφάνειας και την αναγκαιότητα από τα κράτη μέλη να προστατεύσουν τις εθνικές φορολογικές βάσεις τους από τη διάβρωση δια μέσου βελτιωμένων δομών και ρυθμίσεων με σκοπό την μείωση της συνολικής φορολογικής εισφοράς των φορολογουμένων, που συνεπάγεται σε σημαντική μείωση των φορολογικών εσόδων των κρατών μελών, γεγονός το οποίο εμποδίζει τα τελευταία να εφαρμόσουν ευνοϊκές για την ανάπτυξη φορολογικές πολιτικές αλλά και για σκοπούς αποφυγής νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.
Ποιος θεωρείται «ενδιάμεσος»;
 
«ενδιάμεσος» θεωρείται πρόσωπο (περιλαμβάνει πληθώρα συμβούλων και παρόχων υπηρεσιών), το οποίο, λαμβανομένων υπόψη όλων των σχετικών γεγονότων και περιστάσεων και βάσει των διαθέσιμων πληροφοριών και των συναφών προσόντων και αντίληψης που απαιτούνται για την παροχή τέτοιων υπηρεσιών, γνωρίζει ή μπορεί ευλόγως να υποτεθεί ότι γνωρίζει ότι έχει αναλάβει να παρέχει, απευθείας ή μέσω άλλων προσώπων, βοήθεια, συνδρομή ή συμβουλές σχετικά με την κατάρτιση, την διάθεση στην αγορά, την οργάνωση ή την διαχείριση της εφαρμογής μιας δηλωτέας διασυνοριακής ρύθμισης, εντός της ΕΕ δυνητικά επιθετικού φορολογικού σχεδιασμού.
 
Για να εμπίπτει στην κατηγορία του ενδιαμέσου, ένα πρόσωπο πρέπει να πληροί επιπροσθέτως τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) να έχει τη φορολογική του κατοικία σε κράτος μέλος.
 
β) να διαθέτει μόνιμη εγκατάσταση σε κράτος μέλος μέσω της οποίας να παρέχονται οι υπηρεσίες που άπτονται της ρύθμισης.
 
γ)   να έχει συσταθεί σε κράτος μέλος ή να διέπεται από τους νόμους κράτους μέλους.
 
δ)   να έχει εγγραφεί σε επαγγελματική ένωση που σχετίζεται με την παροχή νομικών, φορολογικών ή συμβουλευτικών υπηρεσιών σε ένα κράτος μέλος.

 

Ποιος θεωρείται «ενδιαφερόμενος φορολογούμενος»;  
«ενδιαφερόμενος φορολογούμενος» θεωρείται κάθε πρόσωπο στη διάθεση του οποίου τίθεται δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση προς εφαρμογή, ή το οποίο είναι έτοιμο να εφαρμόσει δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση ή έχει ήδη εφαρμόσει το πρώτο στάδιο τέτοιας ρύθμισης.
Χαρακτηριστικά «Ρυθμίσεων» και «Διακριτικά» (hallmarks)  
 
Οι «ρυθμίσεις»  που πρέπει να γνωστοποιούνται πρέπει να είναι διασυνοριακές, δηλαδή να είναι είτε μεταξύ τουλάχιστον δύο κρατών μελών είτε ενός κράτους μέλους και μιας τρίτης χώρας, η οποία πληροί τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις:

 
α)  Να μην έχουν οι συμμετέχοντες στη ρύθμιση την φορολογική κατοικία τους στην ίδια δικαιοδοσία.
 
β)  ένας ή περισσότεροι από τους συμμετέχοντες στην ρύθμιση έχουν την φορολογική κατοικία τους ταυτόχρονα σε περισσότερες από μία δικαιοδοσίες.
 
γ)  ένας ή περισσότεροι από τους συμμετέχοντες στην ρύθμιση ασκούν δραστηριότητα σε άλλη δικαιοδοσία μέσω μόνιμης εγκατάστασης ευρισκόμενης σε εκείνη την δικαιοδοσία και η ρύθμιση αποτελεί μέρος ή το σύνολο της δραστηριότητας της εν λόγω μόνιμης εγκατάστασης.
 
δ)  ένας ή περισσότεροι από τους συμμετέχοντες στη ρύθμιση ασκούν δραστηριότητα σε άλλη δικαιοδοσία χωρίς να διαθέτουν φορολογική κατοικία ή μόνιμη εγκατάσταση στην εν λόγω δικαιοδοσία.
 
ε)  η σχετική ρύθμιση έχει πιθανό αντίκτυπο στην αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών ή στον προσδιορισμό του πραγματικού ιδιοκτήτη.
Σημειώνεται ότι μια ρύθμιση μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερα από ένα στάδια ή μέρη.
 
Επιπροσθέτως, δηλωτέες είναι μόνο οι ρυθμίσεις που διαθέτουν «διακριτικά» (hallmarks) που προβλέπονται στο Παράρτημα IV της οδηγίας, τα οποία θεωρείται ότι συνιστούν ένδειξη δυνητικού κινδύνου φοροαποφυγής. Για ορισμένα δε από αυτά τα διακριτικά, πρέπει, για να υπάρχει υποχρέωση γνωστοποίησης, να μπορεί επιπλέον να αποδεικνύεται ότι το κύριο ή ένα από τα κύρια αναμενόμενα οφέλη τους ήταν η απόκτηση φορολογικού πλεονεκτήματος.
 
Υποχρέωση Γνωστοποίησης
 
Ο ενδιάμεσος οφείλει να γνωστοποιεί εντός τριάντα ημερών αυτές τις ρυθμίσεις στην αρμόδια φορολογική αρχή η οποία, στη συνέχεια, θα τα κοινοποιεί, μέσω αυτόματης ανταλλαγής, ανά τρίμηνο, σχετικές πληροφορίες, όπως τα ονόματα των εμπλεκομένων φορολογούμενων και άλλων ενδιαμέσων, στις αρμόδιες αρχές όλων των άλλων κρατών μελών.
 
Υποχρέωση γνωστοποίησης έχουν ως ενδιάμεσοι και πρόσωπα βοηθητικά που, με βάση όλα τα στοιχεία και την εμπειρία τους, γνώριζαν ή μπορεί να υποτεθεί εύλογα ότι γνώριζαν ότι είχαν αναλάβει να παρέχουν βοήθεια ή συμβουλές σχετικά με τέτοιες ρυθμίσεις. 
 
Σε περιπτώσεις που δεν υπάρχει ενδιάμεσος ή αυτός βρίσκεται εγκατεστημένος εκτός ΕΕ ή απαλλάσσεται λόγω επαγγελματικού απορρήτου, η υποχρέωση βαρύνει απευθείας τον ενδιαφερόμενο φορολογούμενο.
Κάθε κράτος μέλος υποχρεούται να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να επιβάλει στους ενδιαμέσους την υποχρέωση να υποβάλλουν στις αρμόδιες φορολογικές αρχές πληροφορίες που έχουν περιέλθει στη γνώση τους, στην κατοχή ή στον έλεγχό τους σχετικά με δηλωτέες διασυνοριακές ρυθμίσεις εντός 30 ημερών:
 
α)    από την επομένη της ημερομηνίας κατά την οποία η δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση καθίσταται διαθέσιμη προς εφαρμογή, ή
 
β)  από την επομένη της ημερομηνίας κατά την οποία η δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση είναι έτοιμη για εφαρμογή, ή
 
γ)  από την ολοκλήρωση του πρώτου σταδίου της εφαρμογής της δηλωτέας διασυνοριακής ρύθμισης,

Οποιοδήποτε από τα πιο πάνω συμβεί πρώτο.
Η αρμόδια αρχή του κράτους μέλους όπου υποβλήθηκαν οι πληροφορίες κοινοποιεί, μέσω αυτόματης ανταλλαγής, τις πληροφορίες στις αρμόδιες αρχές όλων των άλλων κρατών μελών μέσω μια πλατφόρμας (common communication network (‘CCN’)) που αναπτύχθηκε σε ευρωπαϊκό επίπεδο όπως φαίνεται στον πιο κάτω πίνακα: 
 

 

 


Οι πληροφορίες που θα γνωστοποιούνται περιλαμβάνουν στοιχεία αναγνώρισης των εμπλεκόμενων μερών (όπως για παράδειγμα όνομα, αριθμό φορολογικής ταυτότητας, φορολογική κατοικία), και κατά περίπτωση, τα πρόσωπα που είναι συνδεδεμένες επιχειρήσεις για τον ενδιαφερόμενο φορολογούμενο, λεπτομέρειες για την ίδια την δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση, την αξία της καθώς και τα διακριτικά γνωρίσματα τα οποία καθιστούν τη διασυνοριακή ρύθμιση δηλωτέα.
Η αυτόματη ανταλλαγή πληροφοριών διενεργείται εντός ενός μηνός από το τέλος του τριμήνου κατά το οποίο υποβλήθηκαν οι πληροφορίες. Οι πρώτες πληροφορίες θα κοινοποιηθούν έως την 31η Οκτωβρίου 2020, και η αποτυχία συμμόρφωσης θα συνεπάγεται βαριές κυρώσεις.
 
Ποιους φόρους και συναλλαγές καλύπτει η οδηγία;
Η Οδηγία καλύπτει όλους τους φόρους, εκτός από τον φόρο προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), τους δασμούς, τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης και τις υποχρεωτικές εισφορές κοινωνικής ασφάλισης.

Τα διακριτικά γνωρίσματα που προβλέπει η οδηγία είναι τόσο γενικά διατυπωμένα που μπορούν να καλύπτουν μια ευρεία γκάμα συναλλαγών. Μάλιστα, για μερικά διακριτικά γνωρίσματα δεν εξετάζεται καν η ύπαρξη φορολογικού κινήτρου για την πραγματοποίηση της συναλλαγής


Δικαίωμα απαλλαγής από την υποβολή πληροφοριών σχετικά με δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση
Κάθε κράτος μέλος υποχρεούται να λάβει τα αναγκαία μέτρα προκειμένου να χορηγεί στους ενδιαμέσους δικαίωμα απαλλαγής από την υποβολή πληροφοριών σχετικά με δηλωτέα διασυνοριακή ρύθμιση στις περιπτώσεις που η εν λόγω υποχρέωση υποβολής στοιχείων θα παραβίαζε το δικηγορικό απόρρητο βάσει της εθνικής νομοθεσίας του συγκεκριμένου κράτους μέλους. Σε αυτές τις περιπτώσεις, κάθε κράτος μέλος λαμβάνει τα αναγκαία μέτρα ώστε οι ενδιάμεσοι να υποχρεούνται να γνωστοποιούν, χωρίς καθυστέρηση, σε κάθε άλλον ενδιάμεσο ή, αν δεν υπάρχει άλλος ενδιάμεσος, στον ενδιαφερόμενο φορολογούμενο τις υποχρεώσεις γνωστοποίησης που υπέχουν βάση της οδηγίας.

Διευκρινίζεται ότι οι ενδιάμεσοι μπορούν να έχουν δικαίωμα απαλλαγής λόγω παραβίασης του απορρήτου μόνο εφόσον δραστηριοποιούνται εντός των ορίων των συναφών εθνικών νόμων που διέπουν το επάγγελμά τους.
 
Εφαρμογή του νομοθετικού πλαισίου στην Κύπρο
Στην Κύπρο υπάρχει νομοσχέδιο προς ψήφιση το οποίο πραγματεύεται τις πρόνοιες εφαρμογής της 6ης οδηγίας στην Κύπρο και αλλαγές σε συναφείς νομοθεσίες και κανονισμούς για την ενσωμάτωση της οδηγίας.
 
Φαίνεται ότι το νομοσχέδιο υιοθετεί τις πρόνοιες της οδηγίας σε μεγάλο βαθμό σε ότι αφορά την υποχρέωση γνωστοποίησης, τα χαρακτηριστικά των ρυθμίσεων και τα διακριτικά (hallmarks). Προβλέπεται μεταξύ άλλων α. ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με την οδηγία θα επιβάλλονται πρόστιμα ύψους μέχρι 20.000€, β. εξαίρεση λόγω δικηγορικού απορρήτου γ. εξαίρεση ευθύνης του ενδιάμεσου από την υποβολή των πληροφοριών ακόμα και σε περίπτωση εσφαλμένων πληροφοριών που δεν καθιστούν την ρύθμιση δηλωτέα.
 
Η οδηγία θα είχε ισχύ από 1η Ιουλίου 2020, και με αναδρομική ισχύ από τις 25 Ιουνίου 2018, αλλά η ΕΕ δημοσίευσε στις 08/05/2020, την αναβολή των προθεσμιών για την ανταλλαγή πληροφοριών για περίοδο 3 μηνών λόγω της πανδημίας.
 
Αν και ο σκοπός της οδηγίας είναι να παράσχει στα κράτη μέλη πληροφορίες σχετικά με δυνητικά επιθετικές διασυνοριακές ρυθμίσεις φορολογικού σχεδιασμού, ο τρόπος με τον οποίο καταρτίστηκε μπορεί ενδεχομένως να συμπεριλάβει συνήθεις συναλλαγές χωρίς ιδιαίτερο φορολογικό κίνητρο. Επιπλέον επιβάλλεται να δοθεί η απαραίτητη σημασία στην θέσπιση της νομοθεσίας έτσι ώστε να είναι από την μια εφαρμόσιμη και από την άλλη να μην παραβιάζονται  τα θεμελιώδη δικαιώματα των επηρεαζόμενων στην ιδιωτική ζωή και την προστασία προσωπικών δεδομένων. 
 
Η εν λόγω οδηγία παρόλο που αμφισβητήθηκε ευρέως για την χρησιμότητα της λόγω της πολυπλοκότητας και τις αυστηρές απαιτήσεις της και παρόλες τις κριτικές που δέχεται φαίνεται ότι ’’ήρθε για να μείνει’’ (όπως προηγούμενα άλλες επιθετικές νομοθεσίες βλέπε CRS), οπόταν κατά την συζήτηση του νομοσχεδίου πρέπει να δοθεί η απαραίτητη προσοχή έτσι ώστε από την μια η νομοθεσία να εξυπηρετήσει  τον σκοπό της αλλά από την άλλη να διασφαλίζονται τα δικαιώματα όλων των εμπλεκόμενων μερών. Σε κάθε περίπτωση όμως, με δεδομένο το σύντομο χρονικό διάστημα συμμόρφωσης στη νέα δηλωτική υποχρέωση, οι φορολογούμενοι και οι ενδιάμεσοι θα πρέπει να αρχίσουν να προετοιμάζονται άμεσα δεδομένης και της αναδρομικής ισχύος. 

 

*Δικηγόρος

Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
Πίσω στην αρχή της σελίδας